≈ Σημειώσεις από το περιβάλλον. Καταγραφές από την επικαιρότητα ή πέρα απ' αυτήν ≈


Ο οδοιπόρος στον χάρτη

Ίταλο Καλβίνο:

Η πιο απλή φόρμα γεωγραφικού χάρτη δεν είναι εκείνη που σήμερα μας φαίνεται πιο φυσική, δηλαδή ο χάρτης που απεικονίζει την επιφάνεια του εδάφους σαν να τη βλέπει το μάτι ενός εξωγήινου. Η πρωταρχική ανάγκη να προσδιοριστούν στον χάρτη τα διάφορα μέρη συνδέεται με το ταξίδι: ένα είδος υποσημείωσης για να μην ξεχαστεί η ακολουθία των διαδοχικών προορισμών, το σχεδιάγραμμα μιας διαδρομής. […] Το να ακολουθήσεις τη διαδρομή από την αρχή ώς το τέλος χαρίζει μια ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στη ζωή όσο και στη λογοτεχνία (το ταξίδι με την αφηγηματική του δομή) και είναι να αναρωτιέται κανείς γιατί στις απεικονιστικές τέχνες το θέμα της διαδρομής δεν είχε την ίδια τύχη κι εμφανίζεται μονάχα σποραδικώς. […] Η ανάγκη να χωρέσουν σε μια εικόνα η διάσταση του χρόνου μαζί με εκείνη του χώρου βρίσκεται στις ρίζες της χαρτογραφίας. […] Το ηθικό δίδαγμα που βγαίνει από την ιστορία της χαρτογραφίας αφορά πάντα την ανάγκη συρρίκνωσης των ανθρώπινων φιλοδοξιών.


(1980) Η συλλογή από άμμο, μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη 2007

Κυνήγι στη Λάρισα (Θεσσαλία 1669)


Τα κυνήγια θα κρατούσαν ολόκληρο το μήνα. Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Δ’ είχε εγκατασταθεί στη Λάρισα για να παρακολουθεί καλύτερα την εκστρατεία της Κρήτης. Το μάτι του έβλεπε από εκεί πως ο Χάνδακας θα έπεφτε, η σπουδαιότερη άλωση μετά το πάρσιμο της Πόλης, είκοσι ένα χρόνια είχαν αντισταθεί οι Βενετσιάνοι, δεν άντεχαν άλλο. Και, στη μεγαλοσύνη του, ο Πατισάχ θα άφηνε τους τελευταίους υπερασπιστές της πόλης, τρεις χιλιάδες εξακόσιοι όλοι κι όλοι, τόσοι είχαν απομείνει από τα φουσάτα των απίστων, να εγκαταλείψουν τον τόπο χωρίς να τους πειράξει κανείς, ας πάρουν και τα υπάρχοντά τους στις πλάτες τους, τι να είναι εκείνα τα υπάρχοντα μέσα σε τόσα ερείπια.

«Σοφολογιώτατε ιεροδίκα του Χάνδακα, συ, ο δικαιότερος των μουσουλμάνων κριτών, ο εκλεκτότερος των διοικητών των μονοθεϊστών, μεταλλείον σοφίας και ορθολογισμού, ο υψών τας σημαίας του ιερού δικαίου και της πίστεως, ο κληρονόμος της γνώσεως των προφητών, ο εις όν ιδιάζει η μεγάλη χάρις του αρωγού βασιλέως, αυξηθήτωσαν αι αρεταί σου. Μόλις φθάση το παρόν αυτοκρατορικόν φιρμάνιον, έστω γνωστόν ότι οι άπιστοι υπερασπισταί του Χάνδακος, προσκυνούντες πλέον το κατώφλιον της ευδαιμονίας Μου, δικαιούνται ευσπλαχνίας, όπως ορίζει η βασιλεία μου ώστε ουδείς των απίστων να υποφέρη. Να μην επιτρέψης λοιπόν αντίθετον ενέργειαν και να συμμορφώσαι πάντοτε με το περιεχόμενον της επιθυμίας Μου. Ταύτα γνωρίζων να σέβησαι το παρόν ιερόν σύμβολόν Μου».

Scottιστήκαμε;

Διαβάζω, σε δημοσίευμα που είχε την καλοσύνη να στείλει στον Χάρτη η καλή φίλη Αμάντα Μιχαλοπούλου, ότι ο Scott (νυν Veronica Scott) Esposito, αμερικανός φιλόλογος, γνωστός μου και από τη συγκρατημένη λόγω ερωτηματικού ιατροδικαστική έκθεση The End of Oulipo? (Ζero Books 2013), εξέδωσε (ηλεκτρονικά) το πόνημα The Missing Books, όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταγράφει τους τίτλους εκατό περίπου βιβλίων που «δεν υπάρχουν, αλλά έπρεπε» (“Books that don’t exist, but should”). Όπως εξηγεί ο ίδιος, ο κατάλογός του περιλαμβάνει:

  1. βιβλία «μέσα σε βιβλία» [δεν καταλαβαίνω αν εννοεί ολόκληρα βιβλία, συνόψεις ή, έστω, τίτλους ανύπαρκτων βιβλίων – εδώ το «έπρεπε να έχουν εκδοθεί» είναι τόσο αυθαίρετο όσο και η φαντασία κάθε κατασκευαστή μιας τέτοιας λογοτεχνικής μπάμπουσκας, με (συζητήσιμο) πρώτο και (ασφαλώς) καλύτερο τον Μπόρχες],
  2. βιβλία «που οι συγγραφείς τους δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν» [προσέχω τη διατύπωση «δεν κατάφεραν» (“did not manage”) και αναρωτιέμαι τι νόημα έχει αυτή η φιλολογική τυμβωρυχία στις περιπτώσεις όπου ο ημιτελής συγγραφέας δεν ήθελε να ολοκληρώσει ή, στο πιο μακάβριο, όταν το μόνο που κατάφερε ήταν να σαρκάσει προκαταβολικά («Ας γελάσω») ένα αιφνίδιο θέλημα Θεού], και
  3. βιβλία «που δεν εκδόθηκαν ακόμα, αλλά μπορεί μια μέρα να εκδοθούν» (δεν θέλει πολλές μαθηματικές γνώσεις για να καταλάβει κανείς ότι «βιβλίο που δεν εκδόθηκε ακόμα» είναι και αυτό που δεν έχει γραφτεί ακόμα, κάτι που ανεβάζει τον σχετικό αριθμό σε ιλιγγιώδη ύψη που φλερτάρουν με το άπειρο).

Η ψυχρότητα αυτής της λίστας (όπου φιγουράρουν ονόματα όπως της Μάργκαρετ Άτγουντ, του Κόρμακ Μακ Κάρθι ή του Φίλιπ Ντικ) οφείλεται στην απουσία όχι τόσο ενός κριτικού λόγου που θα τεκμηρίωνε την επιλογή (και, άρα, το έπρεπε) όσο μιας αντι-λίστας με τα βιβλία τα οποία δεν έπρεπε να έχουν εκδοθεί ποτέ, κάτι που θα ανέβαζε όχι μόνο τη θερμοκρασία της λίστας αλλά και τους σφυγμούς της παγκόσμιας λογοτεχνικής κοινότητας [και (γιατί όχι;) της εν γένει καλλιτεχνικής: πίνακες που δεν έπρεπε να έχουν ζωγραφιστεί, ταινίες που δεν έπρεπε να έχουν γυριστεί, κ.λπ.]. Είναι κρίμα που δεν ζει πια ο συγγραφέας ο οποίος όχι μόνο θα αναλάμβανε επιτυχώς αυτό το επίμοχθο έργο, αλλά και θα το εμπλούτιζε με πιο οικουμενικές κατηγορίες [«άνθρωποι που δεν έπρεπε να έχουν γεννηθεί» (π.χ. ο Χίτλερ), «πόλεμοι που δεν έπρεπε να έχουν διεξαχθεί» (όλοι) κ.λπ.]: ο Ονόριο Μπούστος Ντομέκ.

Ένας νέος ήρωας


Καθόμαστε απέναντι, ο βλάκας με κοιτά, είναι χαρούμενος, είμαι αγανακτισμένος, του τραβάω τα αυτιά, με κοιτά ενοχλημένος, τον φτύνω, γελά ειρωνικά, σκουπίζεται, αρχίζω να βρίζω, να λέω πως η βλακεία του είναι αιτία μεγάλων δεινών, πως το ένα, πως το άλλο, με κοιτά με απορία, του βγάζω τα μάτια, παίρνει από την τσέπη του άλλα δυο, με ευκολία τα τοποθετεί στις άδειες κόγχες, μου χαμογελά ευγενικά, κοιτάω δεξιά, αριστερά, δεν με βλέπει κανείς, τον σκοτώνω, πέφτει κάτω, ξανασηκώνεται αμέσως, φρέσκος-φρέσκος σα να ξύπνησε πριν από λίγο, απελπίζομαι, γελά, μου χτυπά φιλικά τον ώμο, τον κοιτώ έτοιμος να ξαναορμήσω, αυτός λέει: «Ρε που έμπλεξα, είσαι και αγενής και αφελής», αυτό μου λέει, κάνει πως φεύγει, προσπαθώ να σηκωθώ να τον κυνηγήσω, μου λείπουν τα πόδια, τα χέρια, το κεφάλι, το σώμα, τον ακούω χλατς, χλουτς να με τρώει κι όμως διατηρώ ακέραιες τις αισθήσεις μου, ζητάω βοήθεια, μαζεύεται κόσμος πολύς, δεν με βλέπουν, ουρλιάζω Βοήθεια, θέλουν να με βοηθήσουν αλλά δεν ξέρουν που ακριβώς είμαι, ο βλάκας έχει τελειώσει το γεύμα του κι έρχεται και αυτός για βοήθεια, είναι ο μόνος που ξέρει που βρίσκομαι κάθε στιγμή από το 1821 και μετά, οι άλλοι εντυπωσιάζονται από τις ικανότητές του, οι περισσότεροι τον χειροκροτούν, τον σηκώνουν στα χέρια, τον ραίνουν με λουλούδια, είναι ένας σωτήρας, ένας νέος ήρωας.

Περι οδικών ο λόγος

(Περιοδικότητα, Πρόσβαση, Π­αράλειψη, Πόλεμος, Πορνογραφία)


Και άλλοτε έγινε λόγος περί οδικών – πτηνών που κελαηδούν στους δρόμους της μελάνης ή άλλων υγρόρρευστων διαδρομών, δηλαδή, που ακολουθεί η ζωή ως διαρκής προσομοίωση της λογοτεχνίας. Εδώ πρόκειται για περιοδικά, που συνιστούν πνεύμονες της άνασσας του λόγου. Εκ των υστέρων ανασυγκροτώντας κάποιους υπαινιγμούς σε συνάντηση χαρτογράφων, ας επαναλάβω ότι χωρίς περιοδικά ασφυκτιά η (οινο)πνευματική ζωή, ο κόσμος εκείνος μέθης, έξης και μέθεξης ή επικοινωνίας ιδεών και αισθητών πραγμάτων, που αδυνατεί να συγκροτηθεί μόνον από βιβλία, όσο καλά ή κακά και αν είναι, αν δεν υπάρχουν περιοδικές εκδόσεις, όπου συγγραφείς και αναγνώστες δοκιμάζουν και δοκιμάζονται.

Σε παλούκι και φούρκα ή στο πει και φι μπορεί να ειπωθεί ότι τρία Π προσδιορίζουν την πυκνότητα παρουσίας των περιοδικών: η περιοδικότητα, η πρόσβαση και η παράλειψη. Η περιοδικότητα ως επανάληψη σε τακτά διαστήματα συνιστά τρόπο διαπραγμάτευσης του χρόνου, της καθολίκευσης όμως του οποίου προηγείται. Δηλαδή, δεν προϋπάρχει κάποια ενιαία αντίληψη χρόνου που κατόπιν διαιρείται. Προϋφίστανται όσα επαναλαμβάνονται και το γεγονός αυτό εν συνεχεία αποτυπώνεται ως αποτέλεσμα διαίρεσης σε χρονικά διαστήματα, όπως φαίνεται να απορρέει από την ανασύνθεση μιας υποτιθέμενης ροής, πριν ο χρόνος αναχθεί σε τέταρτη διάσταση του χώρου ή ό,τι άλλο μας φωτίσει ο ήλιος στο μέλλον να φανταστούμε.

Μια εικόνα με αινιγματικό περιεχόμενο

Αίγινα, σαράντα περίπου χρόνια πριν, σε μια από τις μανιώδεις και συνήθως μονοθεματικές (ανάλογα με τις διαθέσεις της ημέρας) φωτογραφικές περιπλανήσεις μου. Η μηχανή σε τρίποδο, με προσεκτικά επιλεγμένο κάδρο. Αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα αφαιρετικά, έμμεσα μέσα απ’ τον φακό και φυσικά κολοβή, ψαλιδισμένη. Ένας διπλός δρόμος με κράσπεδο στη μέση. Οριζόντιες γραμμές που διασταυρώνονται στο βάθος με τις κάθετες ενός κιγκλιδώματος, που όμως κι αυτό στο σύνολό του, μοιάζει με οριζόντιο. Στο βάθος, στο φόντο, η θάλασσα περίπου αόρατη. Ένα πλαίσιο κενό, σχεδόν νεκρό, που μέσα του δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά περιέχει εικόνες πίσω απ’ την εικόνα, όπως συμβαίνει με όλες τις φωτογραφίες, συνήθως αργότερα όμως, που οι αναγνώσεις είναι τόσες όσοι και οι αναγνώστες. Ξαφνικά με την άκρη του ματιού μου, διακρίνω δεξιά την ασαφή εικόνα ενός ποδηλάτη με στολή και καπέλο. Συγκεντρώνομαι στο κάδρο, τακτοποιώ την ταχύτητα του κλείστρου ώστε να παγώσω την κίνηση και περιμένω τον ποδηλάτη να ενταχθεί στο κάδρο. Πατάω το κουμπί την κατάλληλη στιγμή και ρίχνω μια βιαστική και επιπόλαιη ματιά στην πλάτη του που απομακρύνεται.

Αργότερα, το βράδυ, στην ησυχία του σκοτεινού θαλάμου, εμφανίζω το φίλμ και το κρεμάω να στεγνώσει. Στο καρέ, ο ποδηλάτης έχει «παγώσει» στη σωστή θέση, και περιμένω να τυπώσω. Στον εκτυπωτή με την εικόνα μεγεθυμένη περίπου 12 φορές, διακρίνω ένα «λέρωμα» επάνω στον άνθρωπο. Στη συνέχεια, μέσα στά υγρά, η σκηνή εμφανίζεται στην επιφάνεια του χαρτιού και αυτό το «λέρωμα» είναι πραγματικό, είναι επάνω στη στολή (υπενωματάρχης;) και στο πρόσωπο του ανθρώπου. Με το νωπό τυπωμένο χαρτί στα χέρια, προσπαθώ να καταλάβω τί έχει γίνει, τι φωτογράφησα. Ποιά πραγματικότητα έχασα κρυμμένος πίσω από ένα κάδρο, στήνοντας ενέδρα σε μιά σιλουέτα που θα συμπλήρωνε τη δική μου αφήγηση, την απομονωμένη όμως από τον υπόλοιπο χώρο, απούσα στην ουσία από την άλλη πραγματικότητα, λίγο πιό πέρα. Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, αντιλαμβάνεσαι την υπαρξιακή δύναμη της φωτογραφικής καταγραφής και την τάση του μυαλού να κατασκευάζει ιστορίες απ’ αυτήν. Ιστορίες που κρύβονται έξω απ’ το κάδρο, τυχαίο ή μή.

Τι είχε άραγε συμβεί. Τι ήταν αυτό που είχε κολλήσει επάνω στη στολή αλλά και στο πρόσωπο του ανθρώπου; Αν είχε πέσει σε κάποιο οικοδομικό πολτό από μαρμαρόσκονη ή ασβέστη (που θα ήταν τρομερό), δεν θα είχε άραγε καθαρίσει λίγο τη στολή ή το πρόσωπό του πρίν συνεχίσει με το ποδήλατο; Το ποδήλατο δεν θα έπρεπε να είναι κι αυτό γεμάτο από αυτή την παχύρευστη ύλη; Ή μήπως η στολή τον έκανε αντιπαθή στην τοπική κοινωνία εκείνα τα χρόνια και μιά ομάδα του είχε επιτεθεί, ίσως με γιαούρτια και γι’ αυτό δεν σταμάτησε καθόλου προσπαθώντας να ξεφύγει από τους διώκτες του; Δέν έμαθα ποτέ και δεν θα μάθω. Έχασα αυτό που συνέβη, αλλά κατέγραψα το αποτέλεσμά του. Αν μάθαινα ποτέ τι έγινε, η φωτογραφία αυτή θα το πιστοποιούσε. Τώρα είναι μόνο μιά εικόνα με λανθάνουσα αφήγηση, που την ταιριάζει ο καθένας στη δική του ιστορία, στο δικό του παραμύθι. Ένα κάδρο σαν πλάκα γκρίζου μπετόν, με σκουριασμένες «αναμονές» ανάγνωσης.

Γλωσσικά ευτράπελα: από την πολιτική ορθότητα μέχρι τη λαϊκή δημιουργία. 2: «Mαθητικός τραμπουκισμός»


Ήταν τις μέρες των Χριστουγέννων. Πήγα να δω και να ευχηθώ στη θεία Χ. Η θεία είναι ογδονταφεύγα, σχεδόν τυφλή λόγω εκφύλισης της ωχράς κηλίδος. Ακούει πολύ ραδιόφωνο και τηλεόραση. Κατ’ ανάγκην. Θα προτιμούσε το διάβασμα. Ήταν φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση, ποιήτρια και μεταφράστρια. Ποιήτρια είναι ακόμα. Καταχρηστικά τη λέω θεία, από παιδί. Ήταν απλώς πολύ στενή φίλη της μάνας μου.Της αρέσει να συζητάει μαζί μου. Έχει απορίες. Εύλογες. Η παλαιάς κοπής παιδεία της την έχει προικίσει με μια «λαϊκή» κοινή λογική που τη δυσχεραίνει στην κατανόηση της νέας εποχής και των ιδιολέκτων της.

«Μα γιατί, όπως λένε, έχει αυξηθεί τόσο ο σχολικός εκφοβισμός; Τι άνθρωποι είναι αυτοί που δεν ντρέπονται να χρησιμοποιούν ως φόβητρο το σχολείο; Το σχολείο δεν είναι μπαμπούλας!»

Αρχικά συμφώνησα μαζί της. Το σχολείο δεν είναι μπαμπούλας. Και μετά της εξήγησα την πλάνη της. Δεν εννοούσε να καταλάβει. Παρ’ ότι μεταφράστρια. Ήθελε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Δεν καταλάβαινε γιατί να μη λέμε «μαθητικός τραμπουκισμός». Δημοτικίστρια γαρ… Δεν επέμεινα.

Ονειροπαγίδα

Αποφάσισα να ετοιμάσω κατάλογο αμερικάνικων ταινιών στις οποίες ΔΕΝ αναφέρεται η φράση «Α dream come true».

Γυναίκες/Ψυχογεωγραφία


«Όμορφο σαν την τυχαία συνάντηση μιας ομπρέλας και μιας ραπτομηχανής…», λέει το σύνθημα ο Οδυσσέας Γεωργίου / «…σ᾽ ένα τραπέζι ανατομίας», συνεχίζει με το παρασύνθημα ο Νίκος Γιαννόπουλος / Ο ήλιος λάμπει / Χειμωνιάτικος Ήλιος (ο κύκλος ασμάτων του Μάνου Χατζιδάκι, ντοκιμαντέρ στον Πειραιά) / Δραπετσώνα / ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΑΙ ΣΙΓΓΕΡ/ «Αρχαιολογία Αστικής Τοπιογραφίας», λέει ο Γεωργίου, και φωτογραφίζει / Ο Γιαννόπουλος βάζει ν᾽ ακούσουν το «Which Side Are You On?» με την Ani DiFranco και την Melissa Ferrick (εμπρηστική εκτέλεση) / Ο Γεωργίου το βάζει με τις Florence Reece & Natalie Merchant (δεκαετίες 1930 & 1990, αντιστοίχως, σε μίξη) / Ο Γιαννόπουλος το βάζει με τον πρωθιερέα Pete Seeger (επική εκτέλεση, όπως κι εκείνη, η μελαγχολικά επική, του Jarama Valley, που τόσο την αγαπούσε ο Guy Debord) / Ο Γεωργίου, το μεταφέρει στην post-punk ατμόσφαιρα της Μεγάλης Βρετανίας, το βάζει με τον Billy Brag (τραχιά μίνιμαλ εκτέλεση) / O Γιαννόπουλος λέει φτάσαμε / Ο Γεωργίου ανάβει τσιγάρο / Ο Man Ray μειδιά από Κει Πάνω Ψηλά / Η Louise Bourgeois γνέφει επιδοκιμαστικά / Ο Jonas Mekas πίνει μια γουλιά κρασί / Ο Γιαννόπουλος ανάβει τσιγάρο / Ο Νικόλας Άσιμος σουλατσάρει και ρωτάει «Γιατί Φοράς Κλουβί;» / Οι TuxedooMoon σπαράζουν στο The Cage / Ο Γιαννόπουλος επαναλαμβάνει ρυθμικά τη μαγγανεία CageCaleCave / Ο Γεωργίου: ΤζονΤζονΝίκ! ΤζονΤζονΝίκ!/ Βιβλία μετεωρίζονται πάνω από τα κεφάλια τους, φτερωτά βιβλία, άλμπατρος τυπωμένα άλμπατρος: Για ένα δικό σου δωμάτιο / Η αισθητική της σιωπής / Διακοπές χωρίς πτώμα / Σκόρπια δύναμη / Γυάλινος κώδων / Λίγα λόγια / Και με το φως του λύκου επανέρχονται.

Η προϋπόθεση

Κοστούμια του Γιώργου Πάτσα για το «Μπορντέλο» του Νίκου Κούνδουρου (1984)


Θα ΄χετε αγαπήσει αληθινά αυτή την πόλη
μόνο όταν καταλάβετε
πως τόσα και τόσα αθηναϊκά νεοκλασικά
(πλέον και μεσοπολεμικά, με τα έρκερ και τα όλα τους)
από τα πολλά που τόσο εκθειάζετε
σε κάτι δρόμους όπως Ιάσονος, Φυλής, Αγκύρας
σωθήκανε μόνο και μόνο γιατί γίνανε μπουρδέλα.

Περίπατοι γύρω από το κεφάλι μου


Ίδια στροβιλίσματα του πινέλου στον καμβά, ίδιες και οι χαοτικές δίνες που χαρακτηρίζουν τα έργα του Βαν Γκογκ. Η νεωτερική εκδοχή του γνωστού πίνακα ολοκληρώνεται με την ένθεση ενός –ομοιόχρωμου–μοντέλου. Χάρη στο πνεύμα της Αποκριάς, η «Έναστρη νύχτα» της Αρλ αναβιώνει, σχεδόν απαράλλακτη, στην Κοζάνη.

Δώδεκα αυγά!

Ο Μαρί Ζαν Αντουάν Νικολά ντε Καριτά, μαρκήσιος ντε Κοντορσέ (1743-1794), άθεος και ιδιοφυής μαθηματικός, υποστηρικτής των αρχών της Επανάστασης, αντίθετος στην καρατόμηση του Λουδοβίκου ΙΣΤ’, μέλος του κόμματος των Γιρονδίνων στην γαλλική Εθνοσυνέλευση, όπου υποστήριξε τη μεταρρύθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης και διατύπωσε το Σύνταγμα της νέας Δημοκρατίας, εκδήλωσε μεγαλοφώνως τις αντιρρήσεις του στην τρομοκρατία του αδιάφθορου Ροβεσπιέρου. Δεν θα πρέπει να ξαφνιάστηκε, όταν τον Ιούλιο του 1743 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψής του με την κατηγορία της προδοσίας, που αντιμετωπιζόταν με καταδίκη σε θάνατο. Βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα μικρό δωμάτιο στο σπίτι της Ροζ Σοφί Βερνέ, υπό το φως ενός κακοχυμένου κεριού (όπως λέει η παράδοση), έγραψε το Σχεδίασμα για έναν Ιστορικό Πίνακα των Προόδων του Ανθρώπινου Πνεύματος. Υποψιαζόμενος ότι οι Αρχές θα ανακάλυπταν, αργά ή γρήγορα, την κρυψώνα του, εγκατέλειψε το Παρίσι, με μόνη αποσκευή έναν τόμο με τα Ποιήματα του Οράτιου. Στις 26 Μαρτίου του 1794 έφτασε στο Κλαμάρ, εννέα μόλις χιλιόμετρα μακριά από το Παρίσι, και μπήκε σε ένα πανδοχείο, αναμένοντας να οδηγηθεί από γνωστούς του σε κάποιο κρησφύγετο. Ο πανδοχέας τον ρώτησε αν επιθυμούσε να του ετοιμάσει μια ομελέτα. «Πόσα αυγά να βάλω, κύριε;» «Δώδεκα», απάντησε ο Κοντορσέ. «Να ένας πλούσιος», σκέφτηκε ο πανδοχέας, «ένας εκμεταλλευτής». Δεν είναι βέβαιον ότι ο Κοντορσέ είδε την ομελέτα στο πιάτο του, ούτε ότι την απόλαυσε, είδε όμως τα όργανα της εξουσίας να τον συλλαμβάνουν. Την άλλη μέρα ήταν νεκρός. Λέγεται πως είχε πιει περί το λυκαυγές, μόλις άκουσε τα κοκόρια να λαλούν στο κοτέτσι του πανδοχέα, μικρή ποσότητα λιωμένου βρομόχορτου ανακατεμένου με όπιο.

Πατρική στοργή

Η προσευχή

Μικρό παιδί μ’ έμαθε η μάνα μου την προσευχή. Κάθε βράδυ γονατίζαμε μπροστά στα εικονίσματα και αντιμετώπιζα το θείον: «Παναγίτσα μου, να φυλάς τον μπαμπά μου, τη μαμά μου, κι εμένα να με κάνεις καλό παιδί».

Μετά, να χούντα, να Αριστερά, να Πολυτεχνείο, πάει η προσευχή, πάει κι η μάνα, πάνε όλα. Τώρα, όμως, στην ώριμη και μεστή ηλικία των σαράντα πέντε ήρθε και πάλι η προσευχή, άγρια και βάρβαρη, έτσι όπως της αξίζει, πρωί και βράδυ. Εικονίσματα δεν έχουμε, αλλά και πάλι γονατίζω, σταυρώνω τα χέρια σφιχτά και βγαίνει η παράκληση, πρωί και βράδυ, όχι Παναγίτσα μου, πια, αυτή είναι αθώα. Η έκκληση τώρα είναι στ’ αφεντικό, απ’ ευθείας στην κορφή: Θεέ μου, να πεθάνει ο πατέρας μου, να πεθάνει ο πατέρας μου, να πεθάνει ο πατέρας μου, σαν Ινδικό μάντρα, όσο πιο πολλές φορές το πεις, διάολε, μία θα πιάσει.

Κι άσε τον Φρόυντ να κουρεύεται με τα Οιδιπόδειά του. Δος μοι γαν και γίνομαι Οιδίποδας οικειοθελώς στη στιγμή.


Υπαρξιακό

Ε, καλά, σαράντα πέντε χρόνια τώρα το έχω εμπεδώσει, ανήκω στα θήλεα. Μπούκλες έκανε τα μαλλιά μου η μάνα μου, με όμορφες οργάντζες και μουσελίνες μ’ έντυνε, με κούκλες έπαιζα, σε Θηλέων πήγα, τ’ αγόρια με κoίταζαν και τα κοίταζα επί ποινή καταχερισμού. Καλά, ξέρω, παραπλανητικά θα μπορούσαν να είναι όλα αυτά, αλλά, στήθος έβγαλα, γιο γέννησα, στα θήλεα ανήκω.
Μέχρι που αρθρώθηκε η επιθυμία του πατέρα, από τηλεφώνου.
– Να πάρεις τηλέφωνο τη συμβολαιογράφο, πες της ότι είσαι γιος μου.
Τον διακόπτω.
– Κόρη σου είμαι, μπαμπά.
Και ο κεραυνός.
– Α, ναι, μακάρι να ήσουνα...
Να σου ξαναχέσω Φρόυντ και Οιδίποδα μαζί!

Βασιλικές εκκενώσεις

Σχέδια εκτάκτου ανάγκης, από την περίοδο του ψυχρού πολέμου, για την εκκένωση της βασιλικής οικογένειας, αν ξεσπάσουν ταραχές στο Λονδίνο σε περίπτωση άτακτης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν αναβιώσει, σύμφωνα με βρετανικές εφημερίδες. Λεπτομέρειες περί εκκενώσεων δεν είναι διαθέσιμες ούτε το ποιοι προορισμοί περιλαμβάνονται στον σχεδιασμό. Γνωστοί συνωμοσιολόγοι αμφισβητούν το εύρος των ανησυχιών.

Ο κανόνας «διαίρει και βασίλευε», που εφαρμόζεται όταν μεσουρανώντας βασιλεύουν οι αυτοκρατορίες, συντομεύεται σε «διαίρει (εαυτόν)» όταν προς τη δύση τους βασιλεύουν. Βορείως της Κύπρου, η Βόρεια Ιρλανδία ως τμήμα του βασιλείου, δηλαδή μελλοντικές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης συνοριακές και τελωνειακές ρυθμίσεις με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, δυσκολεύει τη Βρέξοδο (Μπρέξιτ στα ελληνικά). Όπως είναι φυσικό για νησιά, πελαγοδρομώντας οι Βρετανοί πολιτικοί, καθώς στους Γερμανούς εγκαταλείπουν την Ευρώπη, δημιουργούν προϋποθέσεις για ανανεωμένες κινηματογραφικές εποποιίες τύπου Δουνκέρκης.

Από την υφαρπαγή της Ιφιγένειας πριν από την ούρια θυσία έως τις δια ελικοπτέρων εκκενώσεις από την οροφή της αμερικανικής πρεσβείας στην άλλοτε Σαϊγκόν και μεταγενέστερες σκηνοθεσίες, ο θρίαμβος των εκκενώσεων επιβεβαιώνει ότι η μυθολογία συνιστά το εικονικό παρελθόν του κινηματογράφου. Δυνάστες δυναστειών χωρίς διαδοχή, όπως ο Μπενίτο Μουσολίνι και η Κλαρέττα Πετάτσι, σε ρόλο που ανέδειξε η Κλαούντια Καρντινάλε, ή ο Τσαουσέσκου και η σύζυγός του, προς τον βορρά κινήθηκαν, επιχειρώντας να εκφύγουν από την αποσπασματικότητα του βίου.

Έχει άραγε σημασία τι θυμάται κανείς παιδί να έχει ακούσει έπειτα από ταξίδια μεγαλυτέρων στη χώρα όπου αποκεφαλίστηκαν οι βασιλείς από κεφαλή της εξουσίας; Θυμάμαι ότι στις Βερσαλλίες δεν έχει τουαλέτες.

Π Ρ Ο Σ Ε Χ Ω Σ

Για τα αμέσως επόμενα τεύχη του Χάρτη (μεταξύ άλλων) ετοιμάζονται:
• Αφιερώματα: Μίμης Σουλιώτης, Νίκος Χουλιαράς, Τάσος Δενέγρης, Γιάννης Βαρβέρης, Γιώργος Πάτσας, Έλλη Σκοπετέα, Θανάσης Χαρμάνης κ.ά.
• Με κάθε νέο τεύχος του ηλεκτρονικού Χάρτη, θα ανεβαίνει ψηφιοποιημένο κατά σειρά και ένα από τα τεύχη (1-26) του Χάρτη της έντυπης περιόδου (1982-1988).

*

Το τεύχος 4 θα αναρτηθεί την Πρωταπριλιά (;)