Όλοι φάγανε τον χυλό, εκτός από εμένα. / Την επόμενη μέρα όλοι στο χωριό με φώναζαν: «Τυχερή».
Εκείνο το απόγευμα, φεύγοντας απ’ τη δουλειά, αφέθηκα σε μια ανεξήγητη παρόρμηση και την ακολούθησα
Αν κάποιος πρέπει να μας ψέξει / είναι τα παραμελημένα μας μισά / που αναγκάζονται να διάγουν μονοδιάστατα
Κατ’ αρχάς θα με ρωτήσει πώς είμαι, αν με πονούν πολύ τα κόκαλά μου. Θα της απαντήσω πως όλα αυτά τώρα είναι περασμένα...
Και ο καφές κρύωσε κάτω από την κληματαριά. Όταν πια πλησίαζε μεσημέρι, σαν τρελή η Δέσποινα όρμησε στο καφενείο
Μόνος, σαν τρυφερό κλωνάρι απέναντι στην αφεγγιά, με μια γεύση αθανασίας κολλημένη στη γλώσσα,
Ήρθα εδώ για να νιώσω το ρίγος του μύστη / στον τόπο που είναι το σύνορο / της ζωής και του Άδη
Ενώ σημαίες κυμάτιζαν ψηλά επί των στύλων...
Πολλές φορές το χείλος της φιλάς κάθε μέρα. Πάθος ατελείωτο. Ας ήταν έτσι οι έρωτες να φέρνουν στη χειρότερη περίπτωση μόνο αϋπνία
«Η οικονομία της χώρας κατέρρευσε πριν από λίγα χρόνια. Εγώ άρχισα να καταρρέω κείνο το πρωί». Πρόγευση αστυνομικού μυθιστορήματος
Ήθελα να δώσω το χέρι μου σε κάποιον εδώ και να είναι από λόγια. Να του μιλήσω να ησυχάσει η ψυχή του. Στη Φαρμάκω πέντε βδομάδες
Εκεί που περίμενα μια ακόμη απόρριψη της ανυστερόβουλης πρότασής μου, μ’ έπιασε από τον αγκώνα και μου είπε: «Πάμε, τώρα».