Μικρές, ενωτικές θηλιές δεν μου φέρνουν το έξω σκοτάδι, αυτό που κάποτε κρατούσα αγκαλιά με τα δυο μου μάτια.
Τα ασάλευτα / αυτιά των αλόγων / των γατών την / ξαφνική ακινησία είδα μεμιάς το βέβηλο ίχνος του προγόνου
Από την πρώτη κιόλας μέρα της επιβολής της ποινής, την κοιτούσαν με βλέμμα αγριεμένο, ίδιο με του ζώου που είχε πιαστεί σε παγίδα
Πριν δεθεί στο μεσαίο κατάρτι / έσταξε στ' αυτιά μελισσοκέρι / να μην ακούει τους οργασμούς της Κίρκης
Ματαιώνονταν οι πτήσεις. Το φωτιστικό στο καθιστικό έγερνε παράταιρα. Το λάπτοπ άρχισε να απολεπίζεται σαν ψάρι σε αποσύνθεση
Την παρακολούθησα καθώς μάζευε ένα ένα τα μαχαιροπήρουνα, τραβώντας τα, όταν χρειαζόταν, από τα χέρια των ανθρώπων
Μένει μιαν ένταση απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη [...] Σα ν’ ακούς τη Σκάλα να πάλλεται δοσμένη στους πρώτους σου «Σικελικούς Εσπερινούς»
Στο σπίτι κάνει πρόβες. Με καθημερινή εξάσκηση είναι σίγουρη ότι σε τρεις μήνες από τώρα θα καταφέρει να κελαηδάει.
Αυτή η εξαίσια ως το κόκκαλο πλάτη. Μαλλιά που άμα αφήνονταν, θα χιμούσαν σαν πάνθηρες στο παρόν μου...
Παραληρούσαν περιστέρια, πευκοβελόνες μύριζαν γκρεμό, έκοψα τότε τον μίτο σε ακούμπησα νεκρό στο όστρακο της μνήμης
Μας παίρνει και τα τέσσερα, μαζί με τη μικρότερη αδελφή της και μας κατεβάζει, τέσσερις ώρες δρόμο, στην πόλη...
Θα ΄ρθει μια μέρα που θα πούνε όλοι «πέρασε!» αλλά μπορεί και να μην ξέρουν πια σε τι αναφέρονται