Εντάξει, εντάξει

Εντάξει, εντάξει

—————————————————————————

Ο Σι Τσουάν (γεννήθηκε το 1963) θεωρείται ένας από τους διασημότερους σύγχρονους συγγραφείς της Κίνας, τόσο στη χώρα του όσο και στο εξωτερικό. Εξαίρετος ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής είναι σήμερα καθηγητής στην Κεντρική Ακαδημία Καλών Τεχνών στο Πεκίνο. Μετά τα πρώτα λυρικά νεανικά ποιήματά του, που τον καθιέρωσαν σαν έναν από τους καλύτερους ποιητές της γενιάς του, έπειτα από τα δραματικά γεγονότα στην πλατεία Τιανανμέν το 1989, όπου και ο ίδιος έλαβε μέρος, η ποίησή του στράφηκε σε άλλους δρόμους, στα εκτενή ποιήματα σε πρόζα όπου πρωταγωνιστούν η αλληγορία, η ειρωνεία και το πικρό χιούμορ. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Στις ΗΠΑ, όπου δίδαξε για ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, τα βιβλία του εκδίδονται από τις εκδόσεις New Directions. Επιστρέφοντας στα τέλη του περασμένου Φεβρουαρίου από την Κολωνία εν μέσω της επιδημίας του κορωνοϊού έγραψε τέσσερα ποιήματα σχετικά που μου τα έστειλε από το Πεκίνο. Ποιήματα όπου κυριαρχεί το σαρδόνιο και πικρό χιούμορ. Εδώ, ένα από αυτά σε δική μου μετάφραση. ———— ΑΒ

Εντάξει, εντάξει

Εντάξει, εντάξει, δεν θα φταρνιστώ, δεν θα βήξω, θα περιμένω έναν ολόκληρο μήνα πριν να φταρνιστώ ή να βήξω κι αν και τότε δεν θα επιτρέπεται, θα το αναβάλω για έναν μήνα ακόμη. Όμως αν και τότε δεν θα μου επιτραπεί να φταρνιστώ ή να βήξω, θα το λάβω υπόψη, αλλά θα μου χρωστάτε. Ήδη μου χρωστάτε πολλά.

Εντάξει, εντάξει, δεν θα διασπείρω φήμες. Κάποτε, για να μη διασπείρω φήμες, βούλωσα τ’ αυτιά μου, έκλεισα τα μάτια μου, αλλά τότε, επειδή δεν μπορούσα να ακούσω τις ειδήσεις, που πάντοτε φτάνουν κάπως αργά, ξεβούλωσα τ’ αυτιά μου και άνοιξα τα μάτια μου. Αν λέω κάτι λάθος, ω θεοί, δώστε μου μια θέση στην κυβέρνηση ώστε να έχω την ευκαιρία να δω τη μεγάλη εικόνα.

Εντάξει, εντάξει, δεν θα πεθάνω και δεν θ’ αφήσω την οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους μου να πεθάνουν. Έναν έναν τους τηλεφωνώ κάθε μέρα. Με ρωτούν αν είμαι καλά. Θέλουν να έλθουν να με δουν, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να ρισκάρουν τη ζωή τους. Τους λέω δεν είναι τίποτε, δεν είναι τίποτε, είναι μόνο η συνείδησή μου που έχει αφυπνιστεί. Μετά απ’ αυτό ανησυχούν ακόμη περισσότερο. Έτσι, πρέπει να πάω εγώ να τους δω, λες και οι δρόμοι ανήκουν σε κάποιον άλλον κι εγώ περνάω από εκεί κατά τύχη.

Επιστρατεύοντας κάθε είδους ψέμα βρίσκω στο τέλος τα σημεία εξόδου αλλά πρέπει να θυμάμαι τους μυστικούς κωδικούς κάθε γειτονιάς. Βρίσκω τους φίλους και τους συναδέλφους μου στη δουλειά σε κατάσταση σύγχυσης να παίζουν με τα κινητά τους, να τραγουδούν, να τρώνε, να μαγειρεύουν, να γράφουν ποιήματα. Όποτε αρνούνται να με δουν ξέρω πως κάνουν έρωτα. Από την πίσω πλευρά της πόρτας τους θυμίζω: είναι εντάξει να κάνει έρωτα κανείς αλλά μακριά από την πορνογραφία! Τα μάτια που παρακολουθούν την εξάπλωση της επιδημίας παρακολουθούν επίσης την κοινή γνώμη και τη διάδοση της πορνογραφίας.

Εντάξει, εντάξει, δεν θα δημιουργήσω προβλήματα. Τακτοποιώ τη βιβλιοθήκη μου, απολυμαίνω τα λουλούδια στο παράθυρο, λέω ιστορίες στη γάτα. Βάζω στην άκρη τις σκέψεις μου, βάζω στην άκρη την περιέργειά μου και βρίσκω ένα ζευγάρι φτερά κρυμμένα για χρόνια στη ντουλάπα. Ήμαρτον, θεοί, πρέπει να πετάξω! Πρέπει να πετάξω, έστω και για λίγο, στον καθαρό γαλάζιο ουρανό. Αλλά πριν απογειωθώ πρέπει να χάσω βάρος, να καθαρίσω τα πνευμόνια μου, να κάνω κλύσμα και να κοιτάξω στον καθρέφτη.

Κοιτώντας χαμηλά, με τον γαλανό ουρανό στην πλάτη, πρέπει να πω ότι αγαπώ τούτη την πόλη και τους κατοίκους της. Κακολογούσα απλώς τον εαυτό μου, δεν κακολογούσα την ανθρωπότητα. Αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους, όσο συγχυσμένοι, αστείοι και χυδαίοι μπορεί να είναι, αφού πολλές φορές είμαι κι εγώ το ίδιο. Οι πάντες αστειεύονται με την επιδημία, εκτός από όσους πεθαίνουν, αφού ούτε οι γιατροί μπορούν να τους σώσουν –

Αυτοί ποτέ δεν είναι έτοιμοι για τον θάνατο.

————————————
Η εικόνα στα περιεχόμενα είναι λεπτομέρεια από σχέδιο του Clifford-Harper  στην εφ. Guardian

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: