Σαν να ξεκλείδωσε τον αυχένα της η ανησυχία, κατάφερε να στρέψει το κεφάλι της αριστερά
θυμάσαι πως ο κόσμος είναι / ένα αντίδωρο / που μασουλάμε στο πέρασμα
Εδώ, από κάτω / στο υπόγειο κελί το φως ζει στην λάμα του μαχαιριού
Υπομένουν. / Με βλέμμα απλανές σ’ ένα παρόν που απομυζεί τα σπλάχνα / τ’ αλείφει απαλά με μέταλλα
Δεν αξίζει η ιστορία μου / δυο ευρώ μεταλλικά μόνο / φίλε μου, / να εξυπηρετώ φτηνές συναλλαγές
Όσο ξεδιπλώνει τα φτερά του ο χρόνος χαράζονται στο δέρμα σου ίχνη πλήξης και αδιαφορίας
Σώμα δεν έχω / παρά μονάχα τη σιωπή Σου / κι ας μη μιλάς, μονάχα κοίτα με
Άνοιγες τα συρτάρια σου κι έβρισκες ουρανό...
Ο ευκάλυπτος κυρίευσε το πιο ακριβό / Που δεν το βρίσκεις πια στα χρωματοπωλεία / Ο ίδιος να το μαζέψεις πρέπει εισχωρώντας
Τα οράματά του ήταν γεμάτα με μέρες μοναχικού βαδίσματος σε ερημιές απρόσιτες και άγονους, απαράλλαχτους τόπους
Καθώς το τρακτέρ απομακρυνόταν αυτό συνέχιζε να έχει το λαιμό του γυρισμένο και να μας κοιτάζει, ώσπου χάθηκε στο βάθος του δρόμου
Τώρα τι έγραψε η εφημερίδα αυτό είναι ένα άλλο θέμα / από χαρτί φτιάχνονται κι αυτές...