Ένας στοχασμός γύρω από το ανείπωτο όνομα, ένα όνομα που απαντάται συνεχώς και που συνεχώς αποφεύγεται
Μόνο τη μοίρα των κυμάτων / ξέρει να διαβάζει
Ξεκίνησα να ζω πάνω στη σιδερώστρα, εκεί τρώω, εκεί πλαγιάζω τα βράδια. Εκεί σαν αγκάθια ψαριού οι σκέψεις με γδέρνουν
Δεκάξι πόντους όνειρο σ’ ερμεία σφυρά / Ελπίζοντας πως δεν θα καταρρεύσει
Υπό γυναικών λατρεύεται π' έβλεπαν κάτω στις αμμουδερές ακτογραμμές και θίνες να διαγράφεται λίγο λίγο το περίγραμμα μανούλας
Κανένας δεν τον είχε πιέσει: μόνος του τη διάλεξε, μόνος του αποφάσισε για το στεφάνι και μόνος του πήρε το καράβι για τα ξένα
Δύο διηγήσεις
Με συγχωρείτε που βρίσκομαι εδώ
Αφιλτράριστα στιγμιότυπα που δεν έχουν την παραμικρή ανάγκη να μασκαριστούν
Να έφταιγε που ήταν τυφλωμένος από έρωτα και δεν είδε το ραγισμένο πλακάκι στο πεζοδρόμιο;
Εκνευρισμένος της φωνάζω: «τι θέλετε πια απ’ τη ζωή μου, πρωινιάτικα;»
Τα δώρισα στην κόρη μου με την εντολή «να τα φοράς κάθε μέρα, να τα χαίρεσαι, μην τα χάσεις σε αυτοκίνητα, να τα φοράς, να τολμάς»