Το ψυχολογικό σκηνικό που βλέπουμε από τον “Εξώστη”

Το ψυχολογικό σκηνικό που βλέπουμε από τον “Εξώστη”

Ο εξώστης είναι το έργο που καταξίωσε τον Νίκο Καχτίτση (1926-1970) και κατά μερικούς θεωρείται το πιο πετυχημένο του, ακόμα κι αν το συγκρίνει κανείς με τον Ήρωα της Γάνδης (1967), αφού έκανε πιο γνωστό το καχτιτσικό στίγμα και προσέλκυσε τρεις γενιές κριτικής πρόσληψης, τόσο τότε που πρωτοεκδόθηκε (εκδ. Πρώτη Ύλη, Θεσσαλονίκη 1964) όσο και είκοσι χρόνια αργότερα (εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1985), καθώς και το 2012 που επανεκδόθηκε από την Κίχλη.[1]
Τι είναι αυτό που κάνει τη νουβέλα αυτή να διατηρείται στο προσκήνιο και να συντηρεί –μαζί με το άλλο προαναφερθέν έργο– το όνομα του πελοποννήσιου δημιουργού; Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για διαχρονική αξία, που δεν στηρίζεται μόνο στην ιστορική διάσταση της γραφής του, και να παρακάμψει τις εγνωσμένες καινοτομίες που επιχειρεί ο Ν. Καχτίτσης τη δεκαετία του ’60, στη γραμμή βέβαια του εσωτερικού μονολόγου και της επίδρασης που άσκησαν σ’ αυτόν οι θεσσαλονικείς συγγραφείς; Θα μπορούσε με άλλα λόγια Ο εξώστης να διαβαστεί σήμερα με τις προσλαμβάνουσες ενός αναγνώστη τού 21ου αιώνα;
Το έργο αποτελεί τον απολογισμό εν είδει αναφοράς ενός Κεντροευρωπαίου (από τη μυθική Γάνδη), του Σ.Π., που έχει καταφύγει σε χώρα τής κεντρικής Αφρικής. Εκεί προσπαθεί να ξεφύγει από τις τύψεις που τον κυνηγούν, αφού είχε διαπράξει κολάσιμα εγκλήματα κατά τη διάρκεια του πολέμου, και μεταφέροντας την περιουσία του εκτός Ευρώπης καταφέρνει να ζήσει μακριά από την κοινωνία που τον διώκει. Η αναφορά του στηρίζεται στις αναμνήσεις του, που είχαν καταγραφεί μάλιστα στο ημερολόγιό του το οποίο και συμβουλεύεται, αλλά και στο παρόν του, που το περνά στον εξώστη ενός ξενοδοχείου όπου κάθεται, χαζεύει την αφρικανική ζούγκλα, στοχάζεται, συζητά με τους θαμώνες και εν τέλει βουλιάζει σαν σε κινούμενη άμμο μέσα στο προσωπικό του κολαστήριο.

Η κριτική υποδοχή στην εποχή του

Οι πρώτοι που μίλησαν για τη νουβέλα ήταν οι κριτικοί τού 1965, που τη συνεκτίμησαν με την Περιπέτεια ενός βιβλίου (1965), βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας εξιστορεί την εκδοτική περιπέτεια του Εξώστη.
Εν πρώτοις, την προσοχή προσείλκυσε ο ίδιος ο αφηγητής, ο οποίος βαρύνεται από σοβαρά εγκλήματα και γι’ αυτό βασανίζεται από τύψεις που δεν τον αφήνουν να ηρεμήσει. Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς τον χαρακτήρισε «κουρέλι» που αυτοκαταστρέφεται κάτω από το βάρος της ενοχής του κι αντί να ασχολείται με τα σοβαρά εγκλήματα που είχε διαπράξει, αυτός εντρυφά στα μικρά πλημμελήματα του παρόντος,[2] τα οποία τον κάνουν εν γνώσει του δύστροπο και παράξενο. Ο Στρατής Τσίρκας τον χαρακτηρίζει «αντιήρωα»,[3] αλλά παρ’ όλα αυτά, η μορφή του, όπως τουλάχιστον πιστεύει ο Γιάννης Χατζίνης, μας επιβάλλεται, αφού πρόκειται για ένα εγκεφαλικό δημιούργημα που διεκδικεί μια θέση ανάμεσα στους φυσιολογικούς ανθρώπους.[4] Εντέλει, ο άνθρωπος που κουβαλά τις αυτοενοχές του γίνεται από τον Ν. Καχτίτση μια ιδιαίτερη μυθιστορηματική φιγούρα που μπορεί να ελίσσεται, να ψεύδεται, να «αυτοειρωνεύεται»,[5] να προσπαθεί να αποσείσει το βάρος, αλλά βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο προσωπικό του δράμα. Ένας τέτοιος χαρακτήρας κινείται σε ένα (σχεδόν) ρεαλιστικά προσδιορισμένο σκηνικό, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για τα απολύτως καθαρά περιγράμματά του, καθώς οι Ερινύες[6] γίνονται το θολό πλαίσιο τής δράσης του που τον γεμίζουν παραισθήσεις και αυταπάτες.[7] Ο Γιώργος Δανιήλ μάλιστα, κινούμενος στο ίδιο κλίμα, πιστεύει ότι ο Σ.Π. αντιπροσωπεύει τον ευαίσθητο άνθρωπο της εποχής μας, που βιώνει τη θνησιμότητα, την προσωπική του κόλαση και δεν μπορεί να ανακουφιστεί, παρά μόνο προσωρινά, από το δράμα του.[8]
Οι πρώτοι κριτικοί μίλησαν αρκετά για την αφηγηματικότητα του έργου και τους εκφραστικούς τρόπους που θέλγουν –με τις λεπταίσθητες παρατηρήσεις του συγγραφέα[9]– τον αναγνώστη. Ο τελευταίος διαβάζει με «άγρυπνο ενδιαφέρον»[10] και νιώθει μια «περίεργη συγκίνηση», καθώς η όλη κατασκευή είναι μια εξωλογική σύλληψη που θεμελιώνεται ωστόσο σε λογικά δεδομένα.[11] Πώς γίνεται αυτό; Μα με ηθελημένες ασάφειες, με μαιανδρικό ξεδίπλωμα της δράσης, με περιορισμένους διαλόγους, με οικονομία και τάξη στη διήγηση, στοιχεία που παίρνουν άλλες διαστάσεις, καθώς είναι εύγλωττη η βασική μέριμνα του αφηγητή να μην λέει τα πάντα.[12] 

Η βαθύτερη πρόσληψη μιας ασυνέπειας

Η επανέκδοση της νουβέλας σε απόσταση είκοσι ετών  –με τον ενδιάμεσο θάνατο του Ν. Καχτίτση– προκαλεί νέες προσεγγίσεις, οι οποίες συνυπολογίζουν όλο το έργο τού πεζογράφου. Η κριτική τώρα απομακρύνεται από το επιμέρους και συλλαμβάνει το όλον, αφού βλέπει τα δύο επίπεδα στη γραφή του, το πρώτο, πραγματολογικά ακριβές με τις λεπτομερείς περιγραφές του και την ακριβολογία τού ύφους,[13] και το δεύτερο, το βαθύτερο, που αίρει την επιφάνεια του πρώτου και κλονίζει τις βεβαιότητες που αυτό είχε ψευδώς δημιουργήσει. Έτσι, ενώ το βιβλίο θα μπορούσε να ενταχθεί στα ψυχογραφικά, κάτι στο οποίο συντείνει η Άντεια Φραντζή ονομάζοντάς το «ψυχικό θρίλερ»,[14] ένα «δίχτυ σημασιών» ή μάλλον ένα «πλέγμα αμφισημιών», όπως διαπιστώνει ο Σπύρος Τσακνιάς, αποκαλύπτει ότι ο αφηγητής δεν αυτοοικτίρεται, για να αναδείξει τη σαπρότητά του (όπως φαίνεται καταρχάς), αλλά αυτή η σκόπιμη ασάφεια και απροσδιοριστία μετατρέπει το έργο σε «σκαρίφημα της πραγματικότητας», το οποίο μοιάζει σοβαρό και αληθινό, αλλά στην ουσία αποβαίνει μια καρικατούρα αυτοελεεινολόγησης που περιγελά όσους την παρακολουθούν. Ο Ν. Καχτίτσης, υποστηρίζει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, στήνει μια κοροϊδία, ένα γκροτέσκο ύφος και χρησιμοποιεί μία γλώσσα που υποβαθμίζει τα σημαντικά και παρουσιάζει εσκεμμένα τα πάντα σε μια χαλαρή ατμόσφαιρα.[15]
Ο αναγνώστης παγιδεύεται στη δραματικότητα, η οποία «περιστέλλει τη φαντασιακή συμμετοχή του, εξαναγκάζοντάς τον στο μονοσήμαντο ζεύγος τής αποδοχής και της απόρριψης. Δεν του επιτρέπει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην αποδελτίωση των υπαινιγμών και των παραπλανητικών μορφών, που υποβάλλουν το παιχνίδι τής έντεχνης πράξης και των γοητευτικά κρυμμένων δραματικών στοιχείων της».[16] Με άλλα λόγια, εξηγεί ο κριτικός, το κείμενο καταντά κωμικό, αφού ο κεντρικός χαρακτήρας δεν έχει το θάρρος να αναλάβει την τραγικότητά του, οι ενοχές του λειτουργούν εν είδει προσχήματος και ο ίδιος ο Σ.Π. δεν ενδιαφέρεται για την κοινωνική του εξιλέωση, αλλά για την ατομικιστική του λύτρωση, με αποτέλεσμα να κλαυθμηρίζει, χωρίς όμως να επιδιώκει την παραμικρή αυτοτιμωρία. Επιθυμεί δηλαδή τη λύτρωση (π.χ. τον παραδειγματικό του θάνατο, όπως κόπτεται), αλλά όλα αυτά μένουν θεωρίες και βερμπαλισμοί που δεν περιέχουν καθόλου τόλμη.
Το 2003, σε αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον πεζογράφο, η έρευνα πλέον ξεφεύγει από τις κριτικές παρατηρήσεις κι εκτείνεται σε σημειολογικές προσεγγίσεις. Ο Ηλίας Γιούρης αναφέρεται στην «έντεχνη οικονομία των υπεκφυγών», καθώς η νουβέλα είναι ένα ασυνεχές πεδίο ερμηνειών, οι οποίες δεν έχουν λογική βάση. Μ’ αυτό το σκεπτικό, οι ψίθυροι που ακούει λ.χ. ο αφηγητής γίνονται το σκόπιμα δυσερμήνευτο σχήμα για να μπορεί ο ίδιος να μεμψιμοιρεί και να κερδίζει τη συμπάθειά μας χάρη στην αυτολύπηση που δείχνει, αλλά στην ουσία μ’ αυτόν τον τρόπο υπεκφεύγει.[17] Ο Γιάννης Δημητρακάκης προσεγγίζει την αναξιοπιστία του Σ.Π. με βάση δύο ρητορικούς τρόπους: αφενός την επανόρθωση, την επάνοδο δηλαδή του αφηγητή σε προηγούμενες πληροφορίες για να τις επιβεβαιώσει ή να τις διορθώσει, τρόπος που στον Εξώστη λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυτήν της συσκότισης· αφετέρου την αποσιώπηση, καθώς ο αφηγητής συγχέει την αλήθεια επικαλύπτοντας καταρχάς τα δωσιλογικά του παραπτώματα και επιπροσθέτως άλλες πτυχές της ζωής και της δράσης του.[18]
Τέλος, η Ελένη Ματσάγκου συγκρίνει τον Εξώστη με τη Δίκη τού Φραντς Κάφκα, για να αναδείξει το κλίμα που κυριαρχεί και στα δύο έργα και τη θέση τού Ν. Καχτίτση μέσα στην πεζογραφία του φανταστικού.[19] Ο ίδιος μάλιστα είχε πει «Υπήρξα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα».[20]
Το 2012, ο Εξώστης επανεκδίδεται για τρίτη φορά και γίνεται δεκτός θετικά, αφού θεωρείται ότι στον συγγραφέα αξίζει καλύτερη θέση μέσα στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση. Ο Γιάννης Μπασκόζος πιστεύει στην πρωτοποριακή γραφή του πεζογράφου και στο παιχνίδι του με την αλήθεια, στο οποίο ο άνθρωπος δεν έρχεται ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της. Γράφει χαρακτηριστικά ότι «στον Εξώστη δεν μαθαίνουμε ποτέ την αλήθεια, ίσως επειδή και ο ίδιος ο συγγραφέας πίστευε ότι η αλήθεια και τα νοήματα είναι πολύ τυραννικά και καταπιεστικά απέναντι στους φορείς τους, τους ανθρώπους».[21]
Αυτήν την απόσταση από την αλήθεια, ένα πρόδρομο μεταμοντέρνο εύρημα που βλέπει στο κείμενο μια περιστροφή γύρω από το κενό, εντοπίζει και ο Β. Χατζηβασιλείου.[22] Η παρώδηση παλιότερων ειδών κειμένων όπως το φανταστικό, το περιπετειώδες και το μυθιστόρημα μυστηρίου, η αέναη απώθηση της αλήθειας σε ένα ατελεύτητο «κατόπιν» και η προφορικότητα του λόγου που συμβάλλει στην απορρύθμιση και τη διάλυση του όλου αποτελούν οριακά μεταμοντερνιστικές τεχνικές αποσάθρωσης της παραδοσιακής αφήγησης. Κι αυτό εντείνεται ακόμα περισσότερο με τους ειρωνικούς τρόπους που διατρέχουν τον Εξώστη, όπως τους επισημαίνει ο Ήλ. Γιούρης, ο οποίος όμως θεωρεί μάλλον το έργο μοντερνιστικό, αφού για τον Ν. Καχτίτση «δεν είναι ότι λείπει το νόημα, αλλά μάλλον ότι το νόημα είναι ρευστό και απροσδιόριστο».[23] Ή πρόκειται για ένα «ατελέσφορο κυνήγι του οριστικού νοήματος, της αντικειμενικής αλήθειας […] μια διαφυγή ή και απουσία του τελεσίδικου νοήματος».[24]

Ψυχολογικές και αφηγηματικές υπεκφυγές

Αν δούμε το τοπίο το οποίο περιγράφει, θα καταλάβουμε πως ο Ν. Καχτίτσης επιχείρησε να πλάσει ένα «μεταφορικό σκηνικό», μέσα στο οποίο συναντάμε «λεπτομέρειες που δίνουν την εντύπωση πως λειτουργούν ως προβολή ή εξαντικειμένιση ψυχολογικών καταστάσεων των χαρακτήρων».[25] Ο αφηγητής φαίνεται σαν να αντικατοπτρίζει τον ψυχικό του κόσμο στο γύρω περιβάλλον, όταν μιλά για υγρό κλίμα, εν μέρει ασφυκτικό, που επαναφέρει στην επιφάνεια ένα καφκικό άγχος, για τις αϋπνίες που δεν τον αφήσουν να ησυχάσει, τα κουνούπια και τα τριξίματα των επίπλων, το κοντινό νεκροταφείο που ο ήρωας ξέρει ότι θα αποτελέσει την τελευταία του κατοικία, την ανυπόφορη οσμή χλωρών φυτών που στο τέλος του έργου θα ήθελε να είναι και η αιτία του θανάτου του κ.ά. Αυτό ίσως εννοεί κι ο Αλ. Κοτζιάς, όταν γράφει για την «παρουσία του αφρικανικού τοπίου, σαν υπόμνηση μιας αρχέγονης, αδυσώπητης μοίρας»,[26] από την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει (ο αφηγητής φαντάζεται το νερό τής βροχής να διεισδύει στο θαμμένο σώμα του και να μου(χ)λιάζει τη σωρό του). Όλη αυτή η βροχερή ατμόσφαιρα που φθείρει τα πάντα αποδίδει και το νοτισμένο κλίμα που αναδύεται από μέσα του, κατάλοιπο της ομιχλώδους πατρίδας του αλλά και των ενοχών που σαπίζουν από μέσα το «είναι» του. Ο Παντελής Βουτουρής παρατηρεί τη σχέση εξωτερικού τοπίου και εσωτερικής ενδοσκόπησης, αναγνωρίζοντας ένα είδος «συμβολικής σημασιοδότησης» που δίνει στον περιβάλλοντα χώρο μεταιχμιακές διαστάσεις μεταξύ ζωής και θανάτου.[27]
Το τοπίο όμως λειτουργεί παραπλανητικά και ο αφηγητής προσπαθεί να το προβάλλει ως άλλοθι, ως πρόφαση,[28] για να καλύψει τις βαθύτερες πληγές που εντέλει δεν θέλει να ξύσει. Ενώ όλη η αφήγηση είναι μια γραπτή εξομολόγηση, που θα φέρει την προθανάτια λύτρωση αλλά και τη μεταθανάτια άφεση,[29] ο  Σ.Π. καταφέρνει να αφήσει στο περιθώριο τις ενοχές του με δύο δέσμες τεχνικών υπεκφυγής, ψυχολογικές και αφηγηματικές.
Ψυχολογικά αν το κρίνει κανείς, το κείμενο αναδεικνύει αμυντικούς μηχανισμούς που προφυλάσσουν τον αφηγητή από την κατά μέτωπο αντιμετώπιση των όποιων τύψεών του. Κάτω από το ευρύ φάσμα απώσεων και ψυχολογικών λησμονήσεων που ονομάζεται απώθηση, ο Σ.Π. προσπαθεί να ωθήσει τα επώδυνα γι’ αυτόν στοιχεία στο ασυνείδητο και δεν τους επιτρέπει να ανεβαίνουν, προκειμένου να δηλητηριάσουν το γαλήνιο παρόν του. Βέβαια, η λειτουργία τής απώθησης στον Εξώστη γίνεται μια συνειδητή ενέργεια, η οποία θέτει τα εγκλήματα, που διεπράχθησαν στο παρελθόν, σε ένα «υπόγειο», από το οποίο ο αφηγητής δεν σκοπεύει να τα ανασύρει. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, άλλοι πιο εξειδικευμένοι μηχανισμοί επιστρατεύονται, όπως η διανοητικοποίηση, κατά την οποία το άτομο αναφέρεται μεν στα συναισθήματα που το φορτίζουν, αλλά στην ουσία ο τρόπος εκφοράς τού λόγου δείχνει ότι ο άνθρωπος στερείται ανάλογων συναισθημάτων. Ο Σ.Π. δείχνει ότι σπαράσσεται ψυχικά για τις κολάσιμες πράξεις που διέπραξε μέσα στον πόλεμο, αλλά όλη του η εξομολόγηση αποδεικνύει πως βλέπει το όλο θέμα διανοητικά και δεν αφήνει τα αναμενόμενα συναισθήματα και τις αυτοενοχές του να τον καταβάλουν. Και τέλος, η μετάθεση έρχεται να συμπληρώσει την απώθηση, καθώς η πραγματική πηγή των τύψεών του συσκοτίζεται και οι σκέψεις του κατευθύνονται σε άλλα επουσιωδέστερα αίτια, όπως είναι η ίδια η ζωή στην Αφρική και οι ενοχλήσεις που υφίσταται στο ξενοδοχείο, στον ύπνο του αλλά και στις μικρές καθημερινές αναστατώσεις.
Για να φανούν όλοι αυτοί οι ψυχολογικοί μηχανισμοί άμυνας, ο Ν. Καχτίτσης μετήλθε μια σειρά αφηγηματικών τρόπων, για να δείξει την ασυνέπεια λόγου και βαθύτερου ψυχισμού του αντιήρωά του. Όπως έχει παρατηρηθεί, οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές είναι κατά βάση αναξιόπιστοι,[30] αφού χρησιμοποιούν υποκειμενικό πρίσμα θέασης του κόσμου και συχνά είναι ιδιοτελείς ως προς το τι θα πουν και τι θα αποκρύψουν. Έτσι, παρόλο που ο Σ.Π. δηλώνει εξ αρχής ότι έχει σκοπό να εξομολογηθεί τα φοβερά εγκλήματά του, στη συνέχεια παρεκκλίνει από τον στόχο του, μάλλον συνειδητά, με τεχνικές όπως αυτή της αποσιώπησης, όταν προσπερνά με μικρές νύξεις όσα ελεεινά συνέβησαν στο παρελθόν.[31] Με ποικίλες παρεκβάσεις στρέφει την προσοχή στο παρόν, μεμψιμοιρεί για τα προβλήματα της ενδιαίτησής του στην Αφρική, περιγράφει μερικές φορές φλύαρα και σχολαστικά[32] το τοπίο και τις συνθήκες ζωής, προκειμένου να αποσπάσει τη σκέψη του αναγνώστη από το κέντρο της αφήγησης. Μ’ αυτούς τους τρόπους συσσώρευσης κάνει κύκλους γύρω από το κέντρο, χωρίς ποτέ να το πλησιάζει, σκόπιμα περιστρέφεται γύρω του και παρελκυστικά το αποφεύγει. Ο ειρμός τής σκέψης του και οι εμβόλιμες ιστορίες, οι ανούσιες παρεκκλίσεις και οι κυκλικές κινήσεις, οι σκόπιμες αυταπάτες δείχνουν μια αφήγηση που δεν πιστεύει στον εαυτό της και αφήνει σκόπιμα τον αναγνώστη σε ένα ερμηνευτικό κενό.
Έτσι, ενώ ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς έκανε στον πόλεμο, πειθόμαστε όλο και περισσότερο όσο προχωρά η αφήγηση πως συνειδητά ή υποσυνείδητα ο αφηγητής υπεκφεύγει και συχνά συλλαμβάνεται να λέει ψέματα, να αλλοιώνει την πραγματικότητα και να δίνει μια θολή εικόνα για όσα έκανε, κάνει και θα κάνει. Το σκηνικό που προδιέγραψα είναι το λεκτικό άλλοθι, για να αποδείξει τη δήθεν αυτοτιμωρία του, ενώ στην πραγματικότητα το όλο τοπίο δεν επιδρά βαθιά μέσα του, για να τον κάνει να αναλάβει τις ευθύνες των πράξεών του. Είναι στην ουσία η ηθελημένη προσπάθειά του να εξωραΐσει το πρόσωπο και τη δράση του ή είναι αποτέλεσμα της ψυχολογικής ανισορροπίας που κλονίζει τη σκέψη του, στα όρια, όπως ομολογεί ο ίδιος, της καταστροφής;

ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ:

Ο εξώστης του Νίκου Καχτίτση

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ