Η ιστορία του βασιλιά Μακμπέθ

Προσωπογραφία του George Buchanan από τον Frans Pourbus τον Πρεσβύτερο (1645-1581). Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν
Προσωπογραφία του George Buchanan από τον Frans Pourbus τον Πρεσβύτερο (1645-1581). Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν




ΑΠΟ ΤΗΝ
Ιστορία των Βασιλέων της Σκωτίας

(«Rerum  Scoticarum Historia»)


Γράφτηκε στα λατινικά από τον Tζορτζ Μπιουκάναν το 1582

Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Τ. Page το 1690

———— ≈ ————

Μετάφραση:
Εμμανουέλα Κοντογιώργου

Πρόλογος: Ανδρέας Στάικος


Η Ιστορία του Βασιλιά Μακμπέθ αποτελεί ένα μικρό μέρος, συγκεκριμένα το Πέμπτο Βιβλίο της Ιστορίας των βασιλέων της Σκωτίας (Rerum Scoticarum Historia) που συντάχθηκε στα λατινικά από τον George Buchanan, το 1582. Το κείμενο μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον T. Page το 1690.
Στην παρούσα παρουσίαση της Ιστορίας του Βασιλιά Μακμπέθ, κρίθηκε σκόπιμο να παρουσιασθεί και το Τέταρτο Βιβλίο με τον τίτλο «Η δολοφονία του Βασιλιά Ντάφους», ως εισαγωγή στον ατελείωτο κύκλο αίματος που θα ακολουθήσει, ενδεικτικό της μονότονης και σχεδόν απαράλλακτης επαναληπτικότητας των δρώμενων στην Ιστορία των Βασιλέων της Σκωτίας.
Δεν θα ήταν υπερβολή, ο τίτλος Ιστορία των Βασιλέων της Σκωτίας, να μετατραπεί σε Ιστορία των σφαγιασθέντων Βασιλέων της Σκωτίας. Πράγματι, δεν υπήρξε βασιλιάς που παρέμεινε στον θρόνο του έως τα βαθιά του γεράματα και τον φυσικό θάνατό του και κατά προέκταση δεν υπήρξε φυσική και νόμιμη διαδοχή του. Αντιθέτως, υπήρξε διαδοχή υποψήφιων θυμάτων δολοφονίας. Το κίνητρο της βασιλείας δεν ήταν η χρηστή διοίκηση αλλά η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μακροημέρευση στον θρόνο. Κάθε νέος εστεμμένος ανέμενε με βεβαιότητα τη δολοφονία του και απλούστατα προσδοκούσε κάποια αναβολή της. Αγνοούσε μόνο τον δολοφόνο του —ήταν πολλοί οι υποψήφιοι— και τον τρόπο δολοφονίας του. Η παγίδευση, ο αιφνιδιασμός, η δηλητηρίαση, η προδοσία, η παρασκηνιακή παρουσία γυναικόμορφων υαινών, ήσαν στην ημερήσια διάταξη του δραματουργικού προγράμματος.
Η ιστορία του ανθρωπόμορφου ζωικού βασιλείου της Σκωτίας, δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητο τον Σαίξπηρ, τον μεταναγεννησιακό Σαίξπηρ, ο οποίος άντλησε από την Ιστορία του Μακμπέθ και με τον δικό του Μακμπέθ, περνά από το έρεβος και τη βαρβαρότητα του Μεσαίωνα στο φως της Αναγέννησης, κραυγάζοντας την έκπληξη και την αντίθεσή του στο διηνεκές κυνήγι της εξουσίας, της αστείρευτης πηγής της δυστυχίας των εξουσιαστών και των εξουσιαζόμενων.    

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΑΪΚΟΣ

Theodore Chasseriau (1819-1856): Ο Μακμπέθ και ο Μπάνκο συναντούν τις Μάγισσες
Theodore Chasseriau (1819-1856): Ο Μακμπέθ και ο Μπάνκο συναντούν τις Μάγισσες

Βιβλίο Τέταρτο

Η δολοφονία του Βασιλιά Ντάφους

Όλα όσα πρόκειται να σας διηγηθώ τα έμαθα από τους προγόνους μας: Τι γνώμη θα πρέπει να σχηματίσει κανείς για τέτοιου είδους σατανικές πράξεις, το αφήνω στην κρίση του αναγνώστη· μονάχα του θυμίζω πως η ιστορία που ακολουθεί βρίσκεται στα αρχαιότερα διασωθέντα κείμενα και αρχεία του κράτους. Με αυτά κατά νου, ξεκινώ:

Ήταν μια εποχή όπου κανείς δεν υπολόγιζε τον Βασιλιά καθώς είχε διαδοθεί πως δεν ήταν καλά στην υγεία του και σύντομα θα πέθαινε. Έτσι, διαπράττονταν παντού φόνοι και ληστείες χωρίς κανένας να επιβάλλει τον νόμο, όπως συνέβαινε παλαιότερα. 
Όμως, ο Βασιλιάς Ντάφους κατόρθωσε να ανακτήσει τις δυνάμεις του και εξαπέλυσε άγριο κυνηγητό εναντίον των ληστών στις κομητείες Μάρρεϋ, Ρος και Κάιθ σφαγιάζοντας πολλούς από τους εγκληματίες σε αιφνιδιαστικές εφόδους. Όταν συνέλαβε τον αρχηγό τους, αποφάσισε να τον φέρει ενώπιον της δικαιοσύνης, έτσι ώστε η νόμιμη δίκη και η σκληρή μα δίκαιη τιμωρία του να παραδειγματίσουν τους κατοίκους της πόλεως αλλά και ολόκληρου του βασιλείου.
Τότε ο Ντονάλντους, κυβερνήτης της πόλης και του κάστρου, ζήτησε από τον βασιλιά να δώσει χάρη σε ορισμένους υπόδικους εγκληματίες που δεν είχαν διαπράξει τόσο στυγερά εγκλήματα. Η άρνηση του βασιλιά τον έκανε ν’ αγανακτήσει διότι θεώρησε πως αδικήθηκε φριχτά· αυτή ήταν η σπίθα που ξύπνησε μέσα του αλαζονικά αισθήματα και τον έκανε να σκέφτεται την εκδίκηση καθώς ο βασιλιάς του χρωστούσε πολλά, γεγονός που τον έκανε να πιστεύει πως δεν είχε το δικαίωμα να του αρνηθεί τίποτα.
Σα να μην έφταναν όλα αυτά, η γυναίκα του Ντονάλντους είχε συγγενείς ανάμεσα στους εγκληματίες και μόλις συνειδητοποίησε πως πρόκειται να καταδικαστούν σε θάνατο ή έστω να υποφέρουν, έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά που ήδη σιγόκαιγε στην καρδιά του συζύγου της: του θύμιζε συνεχώς πως ο βασιλιάς ήταν φιλοξενούμενος στο δικό τους κάστρο, έτσι η ζωή του ήταν στα χέρια τους. Ήταν καθήκον του, έλεγε η δολερή γυναίκα, να επιχειρήσει τη δολοφονία του βασιλιά τώρα που είχε το πλεονέκτημα να αποσιωπήσει τη στυγερή πράξη.
Ιδού πως θα μπορούσε να συμβεί: μια νύχτα ο βασιλιάς εξαντλημένος από μια δύσκολη μέρα, κοιμάται πιο βαθιά απ’ ότι συνήθως και η ακολουθία του, μεθυσμένη από το κρασί που τους έχει προσφέρει ο Ντονάλντους κοιμάται επίσης τον ύπνο του δικαίου· τότε η γυναίκα του Ντονάλντους στέλνει δολοφόνους να λερώσουν τα χέρια τους με το αίμα τού βασιλιά και μετά τη δολοφονία, μεταφέρουν το πτώμα του τόσο επιδέξια, ώστε ούτε μια σταγόνα αίματος δεν πέφτει στο πάτωμα.
Έτσι κι έγινε. Ένας βασιλιάς δολοφονείται στα σκοτεινά, όπως και τα θύματα που ήθελε να προστατέψει, κι ανώνυμο χώμα τον σκεπάζει δύο μίλια έξω από την πόλη, κάτω από μια μικρή γέφυρα, μην τυχόν και βρει ποτέ κανείς τον τόπο που αναπαύεται, έστω και τυχαία. Επιπλέον, οι εκτελεστές φυγαδεύτηκαν σε μακρινό μέρος καθώς υπήρχε μια δεισιδαιμονία, πολύ διαδεδομένη ανάμεσα στους αναίσχυντους εγκληματίες: πως το αίμα θα κυλά σαν νερό από ένα νεκρό σώμα, για πολλές ημέρες μετά τη δολοφονία του αν ο δολοφόνος βρίσκεται κοντά, λες και η πράξη του είχε εκ νέου διαπραχθεί, ξανά και ξανά, ώσπου το αίμα να ιστορήσει το έγκλημα.        
Την επόμενη μέρα, όταν διαδόθηκε παντού πως ο Βασιλιάς Ντάφους αγνοείται και ότι στο κρεβάτι του υπήρχαν κηλίδες αίματος, ο Ντονάλντους παριστάνοντας τον έκπληκτο, έτρεξε στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του βασιλιά κι εκεί έδωσε μια καλή παράσταση: υποδύθηκε πως τρελάθηκε από το θυμό και την επιθυμία της εκδίκησης, έτσι έσφαξε τους στρατιώτες που είχαν οριστεί για να φρουρούν το βασιλιά και αμέσως μετά διέταξε να διεξαχθεί ενδελεχής έρευνα σε ολόκληρη την πόλη μήπως βρεθεί κάποιο ίχνος του πτώματος. Όσοι ήταν παρόντες, βλέποντας την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Ντονάλντους, φοβήθηκαν για τους εαυτούς τους και γρήγορα επέστρεψαν στα διαμερίσματά τους και κλειδώθηκαν εκεί ώσπου να περάσει η μπόρα.
Έτσι, ένας δίκαιος και καλός βασιλιάς, σφάχτηκε δόλια στο άνθος της ηλικίας του, ενώ είχε βασιλέψει μονάχα τέσσερα χρόνια και έξι μήνες. Η κυβέρνηση της Σκωτίας συγκεντρώθηκε αμέσως για να εκλέξει το Νέο Βασιλιά.
Ο Κένεθ Γ’[1] διαδέχτηκε τον τέως Βασιλιά Ντάφους και χωρίς να χάσει καιρό, δηλητηρίασε τον γιο του βασιλιά Μάλκομ έτσι ώστε να εξασφαλίσει ότι ο δικός του γιος θα τον διαδεχθεί μετά το θάνατό του. Ο Κένεθ Γ’, ευφυής και πανούργος από τη φύση του, κατάλαβε τη σκευωρία του Ντονάλντους έτσι, τον ευνόησε με ακριβοθώρητα δώρα και χάρες και συνέχισε να το κάνει ως το θάνατό του. Επιπλέον, για να μην βρει εκείνον ή τους απογόνους του παρόμοια μοίρα, θέσπισε για πρώτη φορά νόμους διαδοχής, οι οποίοι είχαν ως εξής:

Ο μεγαλύτερος γιος του Βασιλιά, θα διαδέχεται τον πατέρα του. Αν ο γιος πεθάνει πριν τον πατέρα, τότε ο μεγαλύτερος ανιψιός θα διαδέχεται το θείο του. Αν ο Βασιλιάς είναι ανήλικος, θα ορίζεται ένας παιδαγωγός ή προστάτης —ένας επιφανής άνδρας με δύναμη και υψηλό αξίωμα— για να κυβερνήσει στη θέση του νεαρού Πρίγκιπα έως ότου εκείνος να συμπληρώσει το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του. Τότε θα έχει το δικαίωμα να επιλέξει ο ίδιος τον κηδεμόνα του.

Πολλοί νόμοι συντάχθηκαν ακόμη σχετικά με τη νομιμότητα των κληρονόμων, κυρίως ως προς τη σειρά διαδοχής για το στέμμα αλλά και για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων όλων των ευγενών της Σκωτίας. Ο βασιλιάς με πανουργία, συνοδευόμενη από τη σφραγίδα του νόμου, πίστεψε πως κατάφερε να κληρονομήσει το βασίλειο στις επόμενες γενιές των διαδόχων του. Για να διαφυλάξει όμως και το παρόν, προσπαθούσε να είναι εξυπηρετικός, ευγενικός και να ευεργετεί τους πάντες για να μείνει στην ιστορία ως «ο καλός Βασιλιάς». Εντούτοις, ο νους του δεν έβρισκε ανάπαυση από τις ενοχές του αποτρόπαιου εγκλήματος που είχε διαπράξει· όσες ευεργεσίες κι αν έκανε για να εξευμενίσει το κακό, δεν μπορούσε να απολαύσει πλούτη και χαρές.
Την ημέρα, τον κυρίευαν σκέψεις της αισχρής μοχθηρίας του και τη νύχτα, τρομερά όνειρα διατάρασσαν τον ύπνο του. Τελικά, ένα βράδυ, μια φωνή ακούστηκε από τον ουρανό ή μια ανθρώπινη φωνή, όπως αφηγούνται μερικοί, ή όπως συμβαίνει συχνά με τις ένοχες συνειδήσεις, άκουσε το ίδιο του το ανήσυχο μυαλό, να μιλά στη συνείδηση του:

Αναλογίσου τον φόνο του Μάλκομ, ενός αθώου άνδρα, που μυστικά και ανάξια διαπράχθηκε από εσένα. Πως αντέχεις να ζεις γνωρίζοντας ότι η πράξη σου θα μείνει ατιμώρητη είναι αδιανόητο για μένα. Όμως όχι, ήδη στήνονται πλεκτάνες εναντίον της ζωής σου, το βλέπω, δεν μπορείς να γλιτώσεις το αναπόφευκτο της μοίρας σου.

Ο βασιλιάς, έντρομος από το φρικιαστικό όραμα, έσπευσε με το πρώτο φως της ημέρας, στους επισκόπους και τους μοναχούς της αυλής για να εξομολογηθεί τη σύγχυση του νου του και να ζητήσει άφεση αμαρτιών. Οι εκπρόσωποι του Θεού όμως, αντί να απαλύνουν τα βάσανα της ψυχής του, χλεύασαν σιωπηρά την κατάσταση του ενώ του πρόσφεραν τυπικά λόγια παρηγοριάς και κατάνυξης.  
Ο βασιλιάς Κένεθ Γ’ δεν εξιλεώθηκε ποτέ καθώς δολοφονήθηκε από τη Λαίδη Φινέλα, κατά τη διάρκεια του όγδοου χρόνου της βασιλείας του[2].

Joshua Reynolds: «Οι τρεις Μάγισσες στη σπηλιά τους». Μακμπέθ, 4.1
Joshua Reynolds: «Οι τρεις Μάγισσες στη σπηλιά τους». Μακμπέθ, 4.1

Βιβλίο Πέμπτο

Ντάνκαν και Μακμπέθ[3]

    

Ο Ντάνκαν διαδέχτηκε τον τέως βασιλιά Μάλκομ Β’, όμως σε αντίθεση με τον παππού του αποδείχθηκε πράος και παθητικός ηγέτης, ανίκανος να καταπνίξει εξεγέρσεις όπως εκείνη του στασιαστή Μακντούγκαλ, Λόρδο των Νήσων.[4] Έτσι με τεράστια ανακούφιση δέχτηκε τη βοήθεια του εξαδέλφου του, Μακμπέθ, και χωρίς να χάσει καιρό του υποσχέθηκε τη διοίκηση ολόκληρου του στρατού, αν κατόρθωνε να καταπνίξει την εξέγερση και να επαναφέρει την τάξη στο βασίλειο. Σύντομα, ο πολεμοχαρής Μακμπέθ έγινε στρατηγός και μαζί με τον Μπάνκο που γνώριζε πολύ καλά τα εδάφη της επικράτειας, ανέλαβαν τη διοίκηση του στρατού της Σκωτίας.
Ο Μακμπέθ ήταν ευφυής άνδρας με υψηλόφρον πνεύμα και αν η σεμνότητα συνόδευε τα προτερήματα του, θα αποδεικνυόταν σε ικανότατο στρατηγό όμως, για να τιμωρήσει τους αποστάτες συμπεριφέρθηκε βάναυσα, αγνοώντας τους νόμους. Μόλις ανέλαβε τη διοίκηση του στρατού, πολλοί στασιαστές τρομοκρατήθηκαν τόσο που βρήκαν καταφύγιο σε σπηλιές και κρύπτες βαθιά μέσα στη γη. Κάτοικοι των Νήσων και Ιρλανδοί τράπηκαν σε φυγή, μα βρέθηκαν σε απόγνωση όταν ο Μακμπεθ τους πρόφτασε και, σε μια αιματηρή σύγκρουση, τους σφαγίασε. Ο ίδιος ο Λόρδος Μακντούγκαλ μαζί με μερικούς αποστάτες διέφυγαν σε ένα γειτονικό κάστρο και για να γλιτώσουν έναν επαίσχυντο θάνατο, αυτοκτόνησαν. Ο Μακμπεθ δεν χάρηκε διόλου από την πρωτοβουλία των εχθρών του, έτσι έκοψε το κεφάλι του Μακντούγκαλ και το έστειλε σε έναν άλλον εχθρό, τον βασιλιά του Περθ, ενώ κρέμασε όλα τα πτώματα σε εμφανές σημείο.
Η εγχώρια εξέγερση κατεστάλη, αλλά ένας πολύ μεγαλύτερος εχθρός εμφανίστηκε πέρα από τα σύνορα της χώρας, στο Βασίλειο των Δανών. Πρόσφατα, ο παντοδύναμος Βασιλιάς των Δανών[5] πέθανε, αφήνοντας το Βασίλειο στους τρεις γιούς του: την Αγγλία στον Χάρολντ Β’, τη Νορβηγία στον Σβεν Β’ και τη Δανία στον Κνούτο. Ο Χάρολντ Β’ πέθανε λίγο καιρό αφότου ανήλθε στον θρόνο και Βασιλιάς της Αγγλίας έγινε ο Κνούτος. Τότε ο Σβεν Β’, βασιλιάς της Νορβηγίας, φθόνησε τη δόξα του αδελφού του και διέσχισε τη θάλασσα με μεγάλο στόλο για να κατακτήσει τη Σκωτία.
Μόλις αποβιβάστηκε στο Φάιφ, ο Μακμπέθ διατάχθηκε να συγκεντρώσει στρατό για να τον αντιμετωπίσει ενώ ο Μπάνκο έμεινε πίσω να προστατεύσει το Βασιλιά Ντάνκαν και την πρωτεύουσα. Οι δύο αντίπαλοι, πολέμησαν με τόση γενναιότητα και σθένος που αν και ο ένας στρατός άρχισε να υποχωρεί, ο άλλος δεν είχε τη δύναμη αλλά και την καρδιά να τον καταδιώξει. Οι Σκωτσέζοι άρχισαν να χάνουν τη μάχη κυρίως από τις ανωμαλίες του εδάφους που βρισκόταν στην πλευρά τους παρά από την ανδρεία των εχθρών τους, έτσι οπισθοχώρησαν στο Περθ περιμένοντας τις ενέργειες του εχθρού.
Τότε ξεκίνησε μια σειρά διαπραγματεύσεων κατά τη διάρκεια των οποίων ο Μακμπέθ είχε μια φαεινή όσο και πανούργα ιδέα για να κερδίσει τον πόλεμο. Συμβούλεψε τον Ντάνκαν να στείλε προμήθειες στους εχθρούς, τις οποίες και δέχτηκαν. Μεγάλες ποσότητες ψωμιού και κρασιού ετοιμάστηκαν καθώς και ένα δυνατό ποτό φτιαγμένο από βύνη κριθαριού. Το ποτό αναμείχθηκε με ένα δηλητηριώδες βότανο που φυτρώνει στη Σκωτία, με το όνομα άτροπος, κοινώς γνωστό ως μπελαντόνα. Ο μίσχος του φτάνει σε ύψος τα δύο πόδια, στο πάνω μέρος απλώνονται κλαδιά ενώ τα πράσινα φύλλα του είναι πλατιά και μυτερά στις άκρες. Οι καρποί, όταν είναι ώριμοι έχουν μαύρο χρώμα και γλυκιά γεύση. Έχει μικροσκοπικούς σπόρους, τόσο μικρούς όσο και οι σπόροι ενός σύκου. Ο καρπός, η ρίζα και ειδικά οι σπόροι της μπελαντόνα είναι δηλητηριώδεις και οδηγούν στην τρέλα όποιον τους καταναλώσει σε μεγάλες ποσότητες.
Όλες οι προμήθειες μολύνθηκαν με το θανατηφόρο αυτό βότανο και για να μην υπάρξει καμία υποψία της καλοστημένης παγίδας, όσοι μετέφεραν το ποτό ήπιαν πρώτοι κι έπειτα προσκάλεσαν τους Δανούς στη συντροφιά τους. Μάλιστα, ο Σβεν Β’ ήπιε μαζί τους σε ένδειξη καλής θέλησης σύμφωνα με τα έθιμα του τόπου του. Ο Ντάνκαν, γνωρίζοντας πως το δηλητήριο φτάνει στα ζωτικά όργανα κατά τη διάρκεια του ύπνου, με άκρα μυστικότητα τοποθέτησε τις στρατιωτικές του δυνάμεις με επικεφαλής τον Μακμπέθ μέσα στην πόλη, μέσω μιας μυστικής πύλης, μακριά από το στρατόπεδο του εχθρού.
Μόλις πληροφορήθηκε από τους κατασκόπους του πως οι εχθροί μεθυσμένοι από το θανατηφόρο ποτό, είχαν αποκοιμηθεί, έστειλε τον Μπάνκο στο εχθρικό στρατόπεδο καθώς γνώριζε τις μυστικές διόδους και τους διαδρόμους σαν την παλάμη του χεριού του, ενώ με τον υπόλοιπο στρατό έστησε ενέδρα έξω από το στρατόπεδο. Ο Μπάνκο έκανε μεγάλο θόρυβο με την είσοδό του στο μέρος όπου οι εχθροί κοιμόντουσαν βαριά και προς μεγάλη του έκπληξη ελάχιστοι ξύπνησαν από τον θόρυβο κι έτρεχαν πάνω κάτω λες κι είχαν αποτρελαθεί. Εκείνοι σκοτώθηκαν με μεγάλη ευκολία ενώ οι υπόλοιποι σφαγιάστηκαν στον ύπνο τους. Ο Μακμπέθ που δεν χρειαζόταν πια να κρατάει τα μετόπισθεν, επιτέθηκε στον στόλο των Δανών καταστρέφοντάς τον ολοσχερώς.
Η βαριά ήττα των Δανών και η αποτυχημένη επιδρομή τους στη Σκωτία, τους έκανε να ορκιστούν επίσημα πως δεν θα επιστρέψουν ποτέ ξανά ως εχθροί. Η εμπόλεμη κατάσταση, τόσο εγχώρια όσο και στο εξωτερικό ήταν πια παρελθόν· η Σκωτία γνώριζε επιτέλους ημέρες ευημερίας και ειρήνης. Ο Μακμπέθ όμως, αηδιασμένος από την παθητική νωθρότητα του εξαδέλφου του, αισθανόταν να ξυπνά μέσα του η κρυφή ελπίδα της βασιλείας και μια νύχτα οι φιλόδοξες σκέψεις του ενθαρρύνθηκαν από ένα όνειρο:

Μια νύχτα με φεγγάρι, βρισκόταν μακριά από το βασίλειο, όταν συνάντησε τρεις γυναίκες, που η ομορφιά τους ήταν τόσο εκθαμβωτική όσο καμιά θνητή γυναίκα που είχε δει στη ζωή του. Καθώς περνούσαν πλάι του η πρώτη τον χαιρέτησε ως «Βαρόνο του Άνγκους», η δεύτερη ως«Βαρόνο του Μάρρεϋ» και η τρίτη ως «Βασιλιά της Σκωτίας».

Το μυαλό του, μεθυσμένο καθώς ήταν από ελπίδα και επιθυμία, βρήκε μια καλή δικαιολογία ώστε να επινοήσει κάθε πιθανό τρόπο για να σφετεριστεί το Βασίλειο της Σκωτίας. Πολύ σύντομα παρουσιάστηκε η κατάλληλη περίσταση: ο Ντάνκαν προόριζε για σύζυγο του υιού του Μάλκομ, την κόρη του Σίμπερτ, ενός ασήμαντου βασιλιά του Νορθάμπερλαντ.[6] Θέλοντας να δώσει έναν σημαντικό τίτλο στον Μάλκομ προτού νυμφευτεί, τον έχρισε κυβερνήτη του Κάμπερλαντ, πράγμα σπάνιο καθώς βρισκόταν ακόμη στην παιδική του ηλικία.
Ο Μακμπέθ δέχθηκε την είδηση με βαριά καρδιά, καθώς εξέλαβε τον τίτλο του αμούστακου έφηβου ως εμπόδιο για την κατάκτηση του βασιλείου. Έως τότε, του είχαν αποδώσει τις τιμές που είχε δει στο όνειρό του: ήταν Βαρόνος του Άνγκους και του Μάρρεϋ· έτσι πίστεψε πως έπρεπε να δράσει άμεσα διότι ήταν ευρέως γνωστό πως ο Κυβερνήτης του Κάμπερλαντ ήταν ένα αξίωμα που προορίζονταν για τον μέλλοντα βασιλιά της Σκωτίας.
Ενώ ο νους του ήταν ήδη θολωμένος από τέτοιες ιδέες, η οργή του συνδαυλίζονταν από τις καθημερινές πιέσεις της γυναίκας του, μιας γυναίκας φορτικής που δηλητηρίαζε τις σκέψεις του, απομακρύνοντας τον από τη λογική των συμβούλων του. Έτσι πολύ σύντομα, γνωστοποίησε το ζήτημα στους πιο στενούς του φίλους μεταξύ των οποίων και στον Μπάνκο.    
Η κατάλληλη ευκαιρία παρουσιάστηκε και οι συνωμότες δολοφόνησαν στα κρυφά τον βασιλιά Ντάνκαν στον έβδομο χρόνο της βασιλείας του. Έπειτα, συγκέντρωσαν τους ισχυρότερους άνδρες της επικράτειας και πήγαν στο Σκον[7] όπου ο Μακμπέθ στέφθηκε Βασιλιάς της Σκωτίας.
Στο μεταξύ, οι γιοί του Ντάνκαν είχαν μείνει εμβρόντητοι από τον ξαφνικό χαμό του. Είδαν τον πατέρα τους να δολοφονείται εν ψυχρώ, τον ένοχο να βασιλεύει και παγίδες θανάτου να στήνονται για εκείνους ώστε με τον φόνο των αρσενικών απογόνων το βασίλειο να κατοχυρωθεί στον Μακμπέθ. Για να γλιτώσουν, τράπηκαν σε φυγή και κρύφτηκαν για λίγο καιρό ώσπου να περάσει η οργή του βασιλιά. Όμως σύντομα συνειδητοποίησαν ότι καμιά κρυψώνα δεν θα τους κρατούσε ασφαλείς για πολύ, ούτε ήλπιζαν στην ξαφνική καλοσύνη ενός άνδρα βίαιου από τη φύση του. Έτσι σκορπίστηκαν σε μακρινούς τόπους· ο Μάλκομ στο Κάμπερλαντ και ο Ντονάλντους σε αδελφικό φίλο του πατέρα τους, στις Εβρίδες Νήσους.

Jacob Jacobsz De Wet (Ολλανδία 1641-1697): «Ο Μακμπέθ της Σκωτίας»
Jacob Jacobsz De Wet (Ολλανδία 1641-1697): «Ο Μακμπέθ της Σκωτίας»


Μακμπέθ
ο ογδοηκοστός πέμπτος Βασιλιάς της Σκωτίας


Ο Μακμπέθ, για να δικαιολογήσει την άνομη πράξη του, κέρδισε την συμπάθεια των ευγενών με ακριβοθώρητα δώρα, ενώ η εύνοια του λαού ήταν δεδομένη. Ο Μακμπέθ ήταν ιδιαιτέρως λαοφιλής, ένας ήρωας που είχε σώσει τη χώρα του από τους Δανούς αλλά και από αιμοσταγείς στασιαστές. Τέλος, για να κερδίσει τον θαυμασμό όλων, τιμώρησε τους κακοποιούς με δικαιοσύνη και αμεροληψία, αφήνοντας τον αυστηρό και βίαιο χαρακτήρα του κατά μέρος, κατάφερε να εξαλείψει σχεδόν τους κλέφτες και τους λαφυραγωγούς που είχαν αυξηθεί σημαντικά εξαιτίας της μετριοπάθειας του Ντάνκαν.
Με πανουργία και σθένος, νίκησε τους εχθρούς του και όταν η δημόσια τάξη αποκαταστάθηκε, χρησιμοποίησε το πολυμήχανο μυαλό του για να θεσπίσει νόμους (μια πρωτοβουλία που είχε αμεληθεί από τους προηγούμενους βασιλείς). Πράγματι, θέσπισε καλούς και χρήσιμους νόμους οι οποίοι σήμερα παραμένουν άγνωστοι ή περνούν απαρατήρητοι. Επί δέκα χρόνια, κυβέρνησε την χώρα του καλύτερα από κάθε άλλον βασιλιά, και αν δεν είχε αποκτήσει αυτή την εξουσία με τη βία, θα είχε μείνει στην ιστορία ως ο πιο άξιος βασιλιάς που είχε βασιλέψει ποτέ στη Σκωτία.
Δυστυχώς, οι δαίμονες του μυαλού του δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Παρόλο που με τη βοήθεια και την εύνοια του λαού είχε γίνει τόσο ισχυρός, ώστε καμιά δύναμη δεν μπορούσε να του κάνει κακό, ο φόνος του εξαδέλφου του οδηγούσε το νου του σε επικίνδυνες ατραπούς, έτσι μετέτρεψε το Κράτος δικαίου που θεμελίωσε, σε Τυραννία.
Εξαπέλυσε το πρώτο κύμα της ασπλαχνίας του πάνω στον Μπάνκο, πιστό του φίλο και σύντροφό του στη δολοφονία του βασιλιά. Στην πραγματικότητα τον φοβόταν, διότι μετά από εκείνον, ήταν ο πιο ισχυρός άνδρας του βασιλείου. Κάποιο βράδυ, προσκάλεσε τον Μπάνκο και τον γιο του σε δείπνο. Ήταν μειλίχιος κι ευγενικός μαζί τους όμως, κατά την επιστροφή, διέταξε τη φρουρά του να τους στήσει ενέδρα και να τους σκοτώσει, κάνοντας να φανεί πως σφαγιάστηκαν σε μια ξαφνική συμπλοκή και στην αναταραχή που ακολούθησε. Όμως, στο σκοτάδι της νύχτας, οι δολοφόνοι δεν αναγνώρισαν τον γιο του έτσι γλίτωσε και φυγαδεύτηκε κρυφά στην Ουαλία.
Ο φόνος του Μπάνκο, που διαπράχθηκε τόσο ύπουλα και βάναυσα, έκανε τους ευγενείς να φοβούνται τόσο πολύ για τους εαυτούς τους που εγκατέλειψαν την αυλή σε μια νύχτα και εμφανίζονταν σπάνια, σε μικρές ομάδες αλλά ποτέ όλοι μαζί. Κάποιοι ανακάλυψαν το έγκλημα του σκληρού βασιλιά αλλά όλοι τον υποπτεύονταν, έτσι αμοιβαίος φόβος και μίσος απλώθηκε μεταξύ του βασιλιά και της αριστοκρατίας. Τελικά ο Μακμπεθ, βλέποντας πως δεν μπορούσε πια ν’ αποσιωπήσει τις πράξεις του, κήρυξε ανοιχτά τυραννία καταδικάζοντας σε θάνατο τους πλούσιους και ισχυρούς για μικρά, ασήμαντα ακόμη και ψευδή αίτια.
Με την κατάσχεση των περιουσιών τους κατάφερε να συντηρεί μια στυγερή συμμορία κακοποιών την οποία έντυνε με το ένδυμα της βασιλικής φρουράς. Ακόμη και τότε όμως δεν ένιωθε ασφαλής, έτσι έχτισε ένα κάστρο στο λόφο Ντουνσινάν,[8]  έναν απόκρημνο βράχο απ’ όπου θα είχε την εποπτεία όλης της πόλης. Προς μεγάλη του απογοήτευση, οι εργασίες προχωρούσαν αργά καθώς η μεταφορά των υλικών κατά μήκος της ολισθηρής πλαγιάς ήταν δύσκολη και χρονοβόρα, έτσι ανέθεσε στους βαρόνους όλου του βασιλείου να επιβλέπουν σε βάρδιες τις εργασίες.
Τον καιρό εκείνο, κυβερνήτης του Φάιφ ήταν ο Μακντάφ, ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες της επικράτειας. Ο Μακντάφ, καθώς δεν επιθυμούσε διόλου να ρισκάρει τη ζωή του υπακούοντας στις προσταγές ενός οξύθυμου βασιλιά, έστειλε τους καλύτερους τεχνίτες του και μερικούς από τους πιο πιστούς του φίλους για να επισπεύσουν τις εργασίες. Ο βασιλιάς, με την πρόφαση πως ήθελε να δει την πορεία των εργασιών —ή να συλλάβει τον Μακντάφ όπως ο ίδιος υποψιάζονταν— έφτασε στο λόφο και με την αφορμή ενός ατυχήματος όπου οι τεχνίτες του Μακντάφ γκρέμισαν ένα μέρος του οικοδομήματος, γεμάτος παθιασμένο μίσος για τον βαρόνο, ο βασιλιάς Μακμπέθ είπε:

Ήξερα καλά τις φήμες για τον αυθάδη κι ανυπάκουο χαρακτήρα σου, μα τώρα που οι αποδείξεις επιβεβαίωσαν τις φήμες, είμαι υποχρεωμένος να σε τιμωρήσω και η τιμωρία σου αυτή, να γίνει παράδειγμα σε όποιον τολμήσει στο μέλλον να παρακούσει τις προσταγές μου.

Στο άκουσμα των λόγων του, ο Μακντάφ εμπιστεύτηκε τη φροντίδα της οικογένειας στη γυναίκα του και χωρίς καθυστέρηση ναύλωσε ένα μικρό πλοίο και έφυγε για την Βρετανία.
Μόλις ο βασιλιάς έμαθε για την απόπειρα φυγής, έσπευσε στο Φάιφ με μια διμοιρία για να τον σταματήσει, όμως δεν τον πρόλαβε και αμέσως πήγε στο σπίτι του και την οργή υπέστησαν η γυναίκα του και το παιδί του. Η περιουσία του κατασχέθηκε, ο ίδιος κηρύχθηκε προδότης ενώ σκληρή τιμωρία περίμενε όποιον τον είχε βοηθήσει ή έστω μιλήσει μαζί του. Ο Μακμπεθ, κυβερνούσε πια με απανθρωπιά τους πάντες, χωρίς διάκριση, έπαιρνε αποφάσεις βάναυσες τόσο για τους ευγενείς και πλούσιους όσο και για τους φτωχούς. Εδώ και καιρό, η αριστοκρατία τον απεχθανόταν και κανείς δεν εμφανιζόταν στην αυλή έτσι αναγκάστηκε να ασκεί την εξουσία με τοπικούς συμβούλους.
Στο μεταξύ ο Μακντάφ, κατά την άφιξη του στη Βρετανία συνάντησε τον εξόριστο Μάλκομ και με χαρά παρατήρησε πως ο βασιλιάς Έντουαρντ τον περιποιόταν βασιλικά και του φερόταν σα να ήταν βασιλιάς παρόλο που εδώ και δεκαεφτά χρόνια είχε χάσει τον θρόνο που δικαιωματικά του ανήκε, από τον Μακμπεθ. Για το Βασιλιά της Βρετανίας, όταν η δανική κυριαρχία έληξε στο νησί ο πρόγονος του Μάλκομ[9] ήταν ο μοναδικός μονάρχης που τον κάλεσε πίσω από την εξορία και στήριξε το πατρογονικό του δικαίωμα στη διαδοχή.
Για τον Μακντάφ, ήταν μια ευκαιρία που δεν έπρεπε να πάει χαμένη, έτσι προσπάθησε να πείσει τον Μάλκομ να συγκεντρώσει στρατό και να διεκδικήσει το δικαίωμα του στον θρόνο του Βασιλείου της Σκωτίας. Εξάλλου, του έλεγε, ο βασιλιάς Έντουαρντ ήταν τόσο γενναιόδωρος απέναντι στον πρίγκιπα, που δεν θα ήθελε να βλέπει τον φίλο του να ζει επαίτης σε μια ξένη χώρα ενώ ο λαός του τον αγαπούσε και μισούσε μέχρις εσχάτων τον τύραννο Μακμπέθ.

Οι Θεοί ευνοούν όσους πράττουν το καλό και πολεμούν τους ασεβείς, για χάρη των φτωχών και αδυνάτων.

Όμως ο Μάλκομ, που είχε προσπαθήσει πολλές φορές να επιστρέψει στη Σκωτία και κάθε φορά κατάσκοποι ειδικά πληρωμένοι για τον σκοπό αυτό ειδοποιούσαν τον Μακμπεθ ώστε να είναι προετοιμασμένος, θέλησε να δοκιμάσει την πίστη του Μακντάφ, προτού δεσμευτεί να προκαλέσει οριστικά την τύχη του. Τον κατηγόρησε για επαίσχυντες πράξεις συνομωσίας και ο Μακντάφ χωρίς δεύτερη σκέψη απέκρουσε με σθένος τα ψεύδη και γεμάτος απελπισία μα αληθινός στις αντιδράσεις του, ετοιμάστηκε ν’ αναχωρήσει αμέσως καθώς η προσβολή της υπόληψης του ήταν για εκείνον το σοβαρότερο παράπτωμα.
Τότε ο Μάλκομ, τον τράβηξε παράμερα, του εξήγησε τους λόγους της προσποίησης του και τη δοκιμασία που σκέφτηκε εξαιτίας της συχνής προδοσίας που κατέστρωνε ο θείος του. Οι δύο εξόριστοι, ορκίστηκαν πίστη καθώς βρήκαν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου όχι μόνο έναν σύμμαχο αλλά και έναν αδελφό. Χωρίς να χάσουν καιρό, ξεκίνησαν να σχεδιάζουν την ανατροπή του Τυράννου και γνωστοποίησαν τις προθέσεις και τα σχέδια στους φίλους τους στην πατρίδα με τη βοήθεια έμπιστων αγγελιαφόρων. Ο βασιλιάς Έντουαρντ έθεσε στην υπηρεσία του νεαρού πρίγκιπα δέκα χιλιάδες άνδρες και ο Μάλκομ όρισε στρατηγό των στρατευμάτων του τον Μακντάφ.
Μόλις η είδηση ότι ο στρατός προελαύνει εναντίον του Μακμπέθ, έφτασε στην αυλή, επικράτησε μεγάλη αναστάτωση σε ολόκληρο το βασίλειο της Σκωτίας και πολλοί προσχώρησαν την ίδια εκείνη ημέρα στις τάξεις του Μάλκομ. Ο Βασιλιάς Μακμπέθ είχε εγκαταλειφθεί από όλους σχεδόν του συμμάχους του και εμβρόντητος από την ξαφνική αυτή εξέγερση, κλείστηκε στο κάστρο του λόφου Ντουνσινάν. Ταυτόχρονα, έδωσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στους φίλους του και τους έστειλε στην Ιρλανδία για να μισθώσουν στρατιώτες.
Ο Μάλκομ υποπτεύθηκε το σχέδιο του θείου του και κατευθύνθηκε αμέσως στο κάστρο ενώ ο λαός προσεύχονταν για εκείνον, ακολουθώντας τον κατά πόδας με χαρούμενες ζητωκραυγές και ευχές για γρήγορη νίκη. Οι στρατιώτες του εξέλαβαν το γεγονός ως καλό οιωνό και στερέωσαν πράσινα φυλλώματα στα κράνη τους, θυμίζοντας έτσι περισσότερο έναν στρατό θριαμβευτή, που είχε ήδη κερδίσει τη μάχη παρά έναν που προέλαυνε προς αυτήν. Ο Μακμπέθ τρομοκρατημένος από την αυτοπεποίθηση των εχθρών του, φυγαδεύτηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και οι στρατιώτες του, ξεχασμένοι πια απ’ τον ηγέτη τους, παραδόθηκαν χωρίς μάχη. Ο Μάλκομ έγινε ο ογδοηκοστός έκτος Βασιλιάς της Σκωτίας, με τις ευλογίες του λαού και την εύνοια της αριστοκρατίας.

Μερικοί από τους αναγνώστες μας, ίσως βρουν ομοιότητες της ιστορίας μας με άλλους μύθους όπως τους Μιλησιακούς Θρύλους[10] και κατά συνέπεια να βρίσκουν πως όσα διάβασαν είναι πιο κατάλληλα για τη σκηνή και επ’ ουδενί δεν δύναται να εκληφθούν ως κομμάτι της Ιστορίας· όσους σκέφτονται έτσι τους προσπερνώ.

Ο Μακμπέθ κυβέρνησε τη Σκωτία για δεκαεφτά χρόνια. Τα πρώτα δέκα χρόνια εκτέλεσε το καθήκον ενός καλού βασιλιά, τα τελευταία επτά έφτασε τη σκληρότητα του χειρότερου Τυράννου.