Απολλώνιος και Σίλα

———— ≈ ————
Πρόλογος: Ανδρέας Στάικος

———— ≈ ————


Μεταμφιέσεις, παρενδύσεις, αιφνίδιες μεταστροφές της τύχης, παρεξηγήσεις: Τα κύρια συστατικά που «μαγειρεύουν» μια κωμωδία και συνευρίσκονται (και ενίοτε συνωθούνται) στο «Απολλώνιος και Σίλα», αφήγημα, μέρος μιας ευρείας συλλογής αφηγήσεων του Barnaby Riche (1540-1617) με τον τίτλο Ο Ρίτσι αποχαιρετά το στρατιωτικό επάγγελμα (1581).
Στο παρόν αφήγημα οι πρωταγωνιστές κυνηγούν την ευτυχία του έρωτα. Αλλά ο Έρως, απόλυτος εξουσιαστής, ταλαιπωρεί, σαρκάζει, εμπαίζει τα θύματά του μέχρι τελικής πτώσης ή τελικής επιβράβευσης (happy end). Η ζωή των ερωτευμένων (των κατά λάθος, εξαιτίας της παρενδύσεως ερωτευμένων), περνά κυριολεκτικά από σαράντα κύματα. Μια επίπονη, συνεχής, δοκιμασία. Μια πλοκή - λαβύρινθος. Κοινώς: χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.
Μέσω της μεταμφίεσης και της παρένδυσης που στοχεύουν στην παραπλάνηση ή στη δοκιμασία, θεμελιώθηκε ένα μεγάλο μέρος της θεατρικής κωμωδίας. Ο Σαίξπηρ μάλιστα, ακολούθησε πιστά την πλοκή και τους χαρακτήρες του "Απολλώνιος και Σίλα" στη Δωδέκατη Νύχτα (1601-1602) του.
Κατά το 18° αιώνα στον Θρίαμβο του Έρωτα (1732) ο Μαριβώ ανταλλάσσει ένα συνθηματικό νεύμα με τον συγγραφέα του Απολλώνιος και Σίλα. Γενικά η μεταμφίεση και η παρένδυση κυριαρχούσαν στο θέατρο του 18ου αιώνα, τόσο στον Γκολντόνι όσο και στον πιο εξελιγμένο Μαριβώ. Η μεταμφίεση και η παρένδυση ήταν και θα είναι πηγές έμπνευσης για το θέατρο και κυρίως πηγή έμπνευσης για τα αιώνια παιχνίδια των παιδιών.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΑΪΚΟΣ

Απολλώνιος και Σίλα

Απολλώνιος και Σίλα


———— ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ————

Δεν υπάρχει τέκνο που να γεννιέται σε αυτόν τον κόσμο που συνεχώς παραπαίει, και πριν ακόμη δοκιμάσει το γάλα της μάνας του, πίνει μια γερή γουλιά από το κύπελλο του σφάλματος η οποία μας οδηγεί, όταν μεγαλώνουμε, σε καταστάσεις όχι μονάχα επικίνδυνες αλλά και μας απομακρύνει από το δίκαιο και τη λογική. Οι χειρότερες πράξεις —στις οποίες μας έχει οδηγήσει αυτή η δηλητηριώδης μέθη— είναι πάντοτε πράξεις αγάπης· γιατί ο ερωτευμένος είναι τυφλός, κι ένας τυφλός δεν είναι ικανός να ξεχωρίσει το σωστό από το λάθος, το μαύρο από το άσπρο, την αρετή απ’ την κακία, αλλά οδηγούμενος μονάχα από την ερωτική επιθυμία, συγκεντρώνει όλη του την νεανική ανοησία κι απαράμιλλη τόλμη προς ένα και μόνο πρόσωπο: το αντικείμενο του πόθου του.
Επομένως, ενάρετες δεσποσύνες, αν ευαρεστηθείτε με υπομονή να ακολουθήσετε την ιστορία που θα σας διηγηθώ, θα έχετε την τύχη να γνωρίσετε τη Θεά του Σφάλματος, την επιτομή του λάθους μέσα από τα πάθη μωρών εραστών, ενός ανδρός και δύο γυναικών. Στη σοφή σας κρίση εναποθέτω λοιπόν τα συμπεράσματα των ανόητων τεχνασμάτων τους και των ασυλλόγιστων πράξεων τους.  

Τον καιρό εκείνο, η φημισμένη πόλη της Κωνσταντινουπόλεως ήταν στα χέρια των χριστιανών. Μεταξύ άλλων ευγενών ανδρών υπήρχε ένας αξιόλογος κι εύπορος δούκας ονόματι Απολλώνιος, ο οποίος, παρά το νεαρό της ηλικίας του κατόρθωσε να αυξήσει σημαντικά τα υπάρχοντά του, που ήταν ήδη άφθονα και πολύτιμα. Ενεπλάκη, με δικά του έξοδα σε μια μάχη εναντίον των Τούρκων, εξοπλίζοντας ο ίδιος μια διμοιρία ανδρών. Η μία μάχη έφερε την άλλη —έτσι συμβαίνει πάντοτε— με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές του επιχειρήσεις να διαρκέσουν έναν ολόκληρο χρόνο. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα ο νεαρός δούκας αντιμετώπισε με σοφία και σύνεση όχι μόνο τα ζητήματα που αφορούσαν στις μάχες αλλά και όσα αφορούσαν στους στρατιώτες του: συμπεριφερόταν στους πάντες με κατανόηση και ισότητα. Έτσι δεν άργησαν να διαδοθούν ως τα πέρατα της Γης οι ικανότητες του ευγενούς νέου.
Μετά το πέρας του χρόνου, ήχησε για πρώτη φορά η τρομπέτα — όχι για να δώσει το σύνθημα της επίθεσης αλλά για να δώσει το σύνθημα της οπισθοχώρησης. Ο Απολλώνιος συγκέντρωσε τους άνδρες του και όσα λάφυρα είχε κερδίσει στον πόλεμο και χάραξε πορεία για την Κωνσταντινούπολη διότι δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή των ανδρών του στα χέρια των αλλόθρησκων. Όμως η θάλασσα δίνει σε κάποιους ανθρώπους πλούτη αμύθητα ενώ κάποιους άλλους τους καταστρέφει. Στον Απολλώνιο έλαχε το δεύτερο: ο στόλος του έπεσε στη δίνη μιας τρομερής θύελλας και καταστράφηκε ολοσχερώς. Μονάχα ο Απολλώνιος μαζί με λίγους συντρόφους ναυάγησαν στο νησί της Κύπρου όπου ο Πόντος, δούκας και κυβερνήτης του νησιού, τους υποδέχθηκε με τιμές ενώ επισκεύασε με δικά του έξοδα ένα μέρος του στόλου που είχε εξοκείλει στις ακτές του.

Ο Πόντος, ήταν επί πολλά χρόνια κυβερνήτης αυτού του φημισμένου νησιού και είχε δυο παιδιά, έναν γιο και μια κόρη: ο γιος του ονομαζόταν Σίλβιο και η κόρη του Σίλα. Ο Σίλβιο τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν στην Αφρική και γι’ αυτόν θα μιλήσουμε αργότερα.
Η κόρη του, Σίλα, ήταν μια δεσποσύνη απαράμιλλης ομορφιάς και μαζί με την αριστοκρατική της καταγωγή ήταν, με διαφορά, η πιο άξια δεσποσύνη της Κύπρου. Η Σίλα, έχοντας ακούσει τις φήμες για την αβρότητα και τα κατορθώματα του Απολλώνιου, θέλησε να τον γνωρίσει καλύτερα, πράγμα εύκολο καθότι ο νεαρός ήταν φιλοξενούμενος του πατέρα της.
Η Σίλα ερωτεύτηκε τον Απολλώνιο και μοναδική της χαρά ήταν να βρίσκεται κοντά του και να απολαμβάνει την παρουσία του. Όμως η θλίψη την κυρίευε συχνά καθώς ο νεαρός προσδοκούσε έναν ούριο άνεμο για να αναχωρήσει μακριά της προς κάποια ξένη χώρα, χωρίς να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής τους συνάντησης. Ήθελε να βροντοφωνάξει την αγάπη της, όμως η ευγενική της καταγωγή της επέτρεπε μονάχα αδιόρατους υπαινιγμούς· σαν τα φευγαλέα βλέμματα μιας απελπισμένης αγάπης που μια σεμνή υπηρέτρια επιτρέπει στον εαυτό της όταν ο κύριός της είναι παρών.
Όμως ο Απολλώνιος, προσηλωμένος καθώς ήταν στο κυνήγι των εχθρών του και εξασθενημένος από μια αρρώστια στο στομάχι που εμφανίστηκε αμέσως μετά το ναυάγιο, δεν αντιλήφθηκε τα ανεπαίσθητα δείγματα αγάπης της Σίλα· άλλωστε η νεαρή ηλικία του δεν του επέτρεπε να αναγνωρίζει ακόμη τα σημάδια του έρωτα. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν τα μαντάτα από τους στρατιώτες του οι οποίοι είχαν επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και προετοίμαζαν το έδαφος για την επιστροφή του Απολλώνιου.
Εν τέλει, οι απεσταλμένοι του επέστρεψαν στην Κύπρο με ευοίωνες ειδήσεις. Έτσι ο Απολλώνιος, αφού ευχαρίστησε εγκάρδια τον Πόντο για τη θερμή φιλοξενία του, αναχώρησε· η Σίλα δεν ήταν εκεί για να τον αποχαιρετίσει καθώς είχε ήδη σαλπάρει για την πολυπόθητη πατρίδα του Απολλώνιου. Ενάρετες δεσποσύνες, μη θορυβείσθε. Θα σας εξιστορήσω, όπως υποσχέθηκα τα πάντα, γιατί μονάχα εσείς μπορείτε να καταλάβετε τις πράξεις μιας αθεράπευτα ερωτευμένης γυναίκας.
Η Σίλα, βλέποντας την αδιαφορία του Απολλώνιου, μολύνθηκε ακόμη περισσότερο από το μικρόβιο του έρωτα, έτσι αποφάσισε να επισπεύσει την εκτέλεση του σχεδίου που μηχανεύτηκε για να κερδίσει την αγάπη του. Ανάμεσα στους αμέτρητους ακολούθους και υπηρέτες της υπήρχε ένας, ονόματι Πέδρο, τον οποίον εμπιστευόταν τυφλά. Του εκμυστηρεύτηκε λοιπόν τον έρωτά της για τον Απολλώνιο και με δάκρυα να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια της τον όρκισε να την βοηθήσει με κάθε τρόπο να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη όπου θα μπορούσε να βρίσκεται κοντά στον αγαπημένο της.
Ο Πέδρο, πιστός στην κυρία του μέχρι τέλους, ορκίστηκε να τη βοηθήσει με οποιοδήποτε κόστος. Δεν χρειάστηκε να περιμένουν πολύ καιρό, όταν μια γαλέρα με προορισμό την Κωνσταντινούπολη ετοιμαζόταν να σαλπάρει. Ο Πέδρο πήγε στον καπετάνιο και τον παρακάλεσε να πάρει μαζί του τον ίδιο και τη φτωχή αδελφή του, διότι επείγουσες προσωπικές υποθέσεις, τους ανάγκαζαν να ταξιδέψουν στην Κωνσταντινούπολη. Εκείνος δέχτηκε και η Σίλα ντυμένη με την ενδυμασία μιας υπηρέτριάς της, βγήκε κρυφά από το παλάτι και μπήκε στη γαλέρα μαζί με τον Πέδρο, τον οποίο στο εξής αποκαλούσε αδελφό.
Οι ετοιμασίες για την αναχώρηση είχαν τελειώσει, ο άνεμος ήταν ευνοϊκός κι έτσι το καράβι σάλπαρε αμέσως. Πολύ σύντομα, ο καπετάνιος πρόσεξε την απαράμιλλη ομορφιά της Σίλα και νομίζοντας πως είναι μια απλή υπηρέτρια, την κάλεσε στην καμπίνα του και της ψιθύρισε απαλά στο αφτί πως αν ήθελε συντροφιά στον ύπνο, εκείνος θα μοιραζόταν μετά χαράς το κρεβάτι του μαζί της. Η Σίλα δεν του έδωσε καμία απάντηση και ο καπετάνιος ντροπιασμένος από την άρνησή της και τυφλωμένος από την ομορφιά της, τής πρότεινε γάμο. Από μια απλή υπηρέτρια, έλεγε, θα γινόταν μια αξιότιμη κυρία ενώ ο αδελφός της θα δούλευε στη γαλέρα σε περίοπτη θέση.
Μια πραγματική υπηρέτρια θα θεωρούσε τον εαυτό της τυχερό και θα ήταν πανευτυχής αν η μοίρα έριχνε στο δρόμο της έναν ερωτευμένο καπετάνιο. Η Σίλα όμως για να τον αποφύγει έσκυψε ταπεινά το κεφάλι και του είπε πως μια υπηρέτρια δεν ήταν ιδανικό ταίρι για εκείνον και πως σύντομα θα το μετάνιωνε αλλά θα ήταν πολύ αργά. Άλλωστε, πρόσθεσε, δεν ήταν έτοιμη ακόμη για γάμο.
Τότε ο καπετάνιος, φανερά εκνευρισμένος από την υπεκφυγή μιας υπηρέτριας είπε:
«Αφού είμαι τόσο ανάξιος να σε αποκαταστήσω με τιμή, έτσι όπως ταιριάζει σε μια τίμια γυναίκα, θα χρησιμοποιήσω τη δύναμη της εξουσίας μου: όπως πολύ καλά γνωρίζεις, είμαι ο καπετάνιος αυτής της γαλέρας και κατά συνέπεια οι διαταγές μου είναι νόμος. Έτσι, έχω το δικαίωμα να σε κάνω δική μου, όποτε και όπως μου αρέσει. Θα σε κρατήσω εδώ, ολοδική μου και κανείς, ούτε καν ο αδελφός σου δε θα μπορεί να σε υπερασπιστεί όσο θα βρίσκεσαι πάνω σ’ αυτό το πλεούμενο».  
Η Σίλα προτιμούσε να σκοτωθεί παρά να επιτρέψει σε έναν άξεστο να την κακοποιήσει. Για την ώρα, του έγνεψε καταφατικά και συμφώνησε να του δοθεί τη νύχτα χωρίς να φέρει την παραμικρή αντίσταση. Ο καπετάνιος, πιστεύοντας πως είχε σχεδόν πετύχει το σκοπό του, βγήκε από την καμπίνα αφήνοντας την μόνη. Μόλις εκείνος έφυγε, η Σίλα τράβηξε το μαχαίρι της με σκοπό να το καρφώσει στην καρδιά της. Γονάτισε και προσευχήθηκε στο Θεό να δειχθεί την ψυχή της ως αντάλλαγμα για τις ανοησίες που ένας έρωτας την ώθησε να πράξει. Κι ενώ με μια μακροσκελή προσευχή ζητούσε άφεση αμαρτιών, ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί ανθρώπου μάτι.
Η θεομηνία συνεχίστηκε όλη την ημέρα και τη νύχτα δυνάμωσε ακόμη περισσότερο. Τότε, μέσα στο σκοτάδι, η γαλέρα έπεσε πάνω σε μια απόκρημνη νησίδα και έγινε κομμάτια. Οι περισσότεροι άνδρες πνίγηκαν, ανάμεσα σε αυτούς και ο Πέδρο· όμως η Σίλα η οποία βρισκόταν όπως είπαμε στην καμπίνα του καπετάνιου, πιάστηκε γερά από ένα ξύλινο σεντούκι και σώθηκε. Οι προσευχές της εισακούσθηκαν και με την πρόνοια του Θεού έφτασε στην ακτή. Όταν συνήλθε δεν βρήκε κανένα άλλο σώμα στην ακτή και συνειδητοποιώντας ότι ο Πέδρο είχε χαθεί, έκλαψε πικρά για τις ατυχίες της. Σύντομα όμως παρηγορήθηκε από τη σκέψη του Απολλώνιου και η επιθυμία να τον δει την έκανε να ξεχάσει τις κακουχίες της και τον χαμό του έμπιστού της Πέδρο. Τι να κάνουμε, είπαμε: έτσι είναι ο έρωτας.
Χωρίς να χάσει καιρό, βρήκε μια κοφτερή πέτρα και έσπασε την ήδη χαλασμένη κλειδαριά του σεντουκιού. Μέσα βρήκε πολλά χρυσά νομίσματα και ανδρικές ενδυμασίες. Τότε σκέφτηκε πως είναι πιο ασφαλές να διασχίσει τη χώρα μεταμφιεσμένη ως άνδρας. Καθώς άλλαζε ενδυμασία σκεφτόταν ποιο ανδρικό όνομα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Εν τέλει αποφάσισε να ονομασθεί Σίλβιο, το όνομα του αδελφού της για τον οποίο μιλήσαμε νωρίτερα.
Έτσι ένας όμορφος άνδρας με πολλά χρυσά νομίσματα επάνω του, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και ρωτούσε για το παλάτι του δούκα Απολλώνιου. Μόλις το βρήκε, παρουσιάστηκε εμπρός του ως ένας θαυμαστής του που επιθυμούσε διακαώς να μπει στην υπηρεσία του. Ο Απολλώνιος που έδινε πάντοτε ευκαιρίες σε όποιον ξένο ζητούσε τη βοήθειά του, δέχθηκε μετά χαράς.
Ο θηλυκός Σίλβιο τον φρόντιζε τόσο καλά που, πολύ γρήγορα, ο Απολλώνιος τον προβίβασε σε θαλαμηπόλο του. Τον βοηθούσε να ετοιμαστεί το πρωί, να οργανώσει και να διεκπεραιώσει τις υποθέσεις του ενώ, στο τέλος, ο Απολλώνιος εκμυστηρευόταν στον Σίλβιο και τις πιο μύχιες σκέψεις του. Αναμφίβολα, ο Σίλβιο ήταν πιο κοντά του όχι μόνο από όλους τους υπηρέτες αλλά κι από τον καθένα.

Τον καιρό εκείνο ζούσε στην Κωνσταντινούπολη μια δούκισσα, χήρα, που ο εκλιπών σύζυγός της ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς άνδρες σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ο πρόωρος θάνατός του συντάραξε τους πάντες στην πόλη, ενώ η σύζυγός του κληρονόμησε μια αμύθητη περιουσία. Η εν λόγω δούκισσα, ονόματι Τζουλιάνα, εκτός από τον τεράστιο πλούτο της είχε και μια ομορφιά που ξεπερνούσε την ομορφιά όλων των ευγενών κυριών της Κωνσταντινούπολης. Έτσι η δούκισσα Τζουλιάνα έγινε η καταλληλότερη υποψήφια νύφη για τον Απολλώνιο.
Έτσι λοιπόν ο δούκας μας, ενώ δεν κατείχε διόλου την τέχνη του έρωτα όσο βρισκόταν στο νησί της Κύπρου, —αν και είχε άπειρες ευκαιρίες για μαθήματα— τώρα έγινε μαθητής στο σχολείο της αγάπης και μάλιστα πήρε το πρώτο του μάθημα: να μιλά μετρημένα, να κοιτάζει ταπεινά, να διοικεί με προθυμία και πάνω απ’ όλα, να υπόσχεται πολλά. Στο δεύτερό του μάθημα, έμαθε αντί να λούζει μια ήδη πλούσια γυναίκα με διαμάντια, κοσμήματα και κάθε είδους ακριβά δώρα, να μιλά με ειλικρίνεια και κυρίως να γράφει γράμματα θερμά και διαχυτικά, για την αγάπη του. Και φυσικά, ποιος θα ήταν καταλληλότερος για να μεταφέρει τα γράμματα αγάπης του Απολλώνιου από τον έμπιστο θαλαμηπόλο του, Σίλβιο;

Και τώρα, ευγενείς δεσποσύνες, θα νομίζετε πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάσανο για την ερωτευμένη καρδιά της Σίλα· να γίνεται η μαριονέτα στα ερωτικά παιχνίδια του άνδρα που αγαπά, το όργανο για να εκφράσει την αγάπη του σε μια άλλη γυναίκα. Όμως, δεσποσύνες μου, το να αγαπάς σημαίνει να υπομένεις και η Σίλα, που ήξερε να αγαπά, ήθελε ο Απολλώνιος να είναι ευτυχισμένος κι έτσι εκτελούσε τις διαταγές του με μεγαλύτερη προθυμία απ’ ότι προηγουμένως.
Η Τζουλιάνα από την άλλη, βλέποντας τόσες φορές τον νεαρό Σίλβιο, με την απαράμιλλη ομορφιά του και τους αβρούς του τρόπους τον ερωτεύτηκε τόσο σφοδρά, όσο ο δούκας είχε ερωτευτεί εκείνη. Μια μέρα λοιπόν, ενώ ο Σίλβιο εκπροσωπώντας τον κύριό του, εξέφραζε την αγάπη του Απολλώνιου για τη δούκισσα Τζουλιάνα, εκείνη τον διέκοψε λέγοντας:

«Σίλβιο, αρκετά άκουσα για τον κύριό σου. Τώρα, μίλησε μου για σένα, ειδεμή, φύγε».

Η Σίλα έμεινε εμβρόντητη στο άκουσμα των λόγων της. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως η Τζουλιάνα προτιμούσε εκείνη από έναν τόσο ευγενή δούκα που θα της προσέφερε τα πάντα. Αδυνατώντας να το εξηγήσει, έριξε το φταίξιμο στον έρωτα που όπως όλοι ξέρουμε, είναι τυφλός.

Για την ώρα όμως, ας αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν στην Κωνσταντινούπολη, γιατί ο πραγματικός Σίλβιο, ο αδελφός της Σίλα, είχε στο μεταξύ επιστρέψει στην Κύπρο και μαθαίνοντας για τη φυγή της αδελφής του λυπήθηκε βαθιά. Γιατί ο Σίλβιο αγαπούσε τη δίδυμη αδελφή του πιο πολύ κι από την ίδια του τη ζωή· μάλιστα, τα πρόσωπά τους έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες και όταν οι άλλοι τους έβλεπαν μαζί μπορούσαν να τους ξεχωρίσουν μόνο επειδή ο ένας ήταν άνδρας και η άλλη γυναίκα.
Κατά συνέπεια ο Σίλβιο, ορκίστηκε στον πατέρα του πως θα έβρισκε την αδελφή του και θα έπαιρνε εκδίκηση από τον αχρείο Πέδρο που τον θεωρούσε απαγωγέα της Σίλα. Ταξίδεψε σε πολλές πόλεις ρωτώντας για την αδελφή του όταν στο τέλος ο δρόμος του τον οδήγησε στην Κωνσταντινούπολη.
Εκεί, ενώ βάδιζε σε έναν δημόσιο κήπο, είχε την τύχη να τον δει η δούκισσα Τζουλιάνα η οποία είχε βγει για τον καθημερινό της περίπατο και βλέποντάς τον, νόμισε πως ήταν ο Σίλβιο, εκείνος που είχε ερωτευτεί, ο θαλαμηπόλος του Απολλώνιου. Έτσι, τον φώναξε και του είπε:

«Σίλβιο, αν δε βιάζεσαι σε προσκαλώ να κουβεντιάσουμε για λίγο, μιας που έχω την τύχη να σε συναντώ σε ένα τόσο όμορφο μέρος».

Ο Σίλβιο παραξενεύτηκε καθώς βρισκόταν μονάχα δύο ημέρες στην πόλη και δεν γνώριζε κανέναν, όμως την πλησίασε από περιέργεια.

«Βλέπω, Σίλβιο, πως απορρίπτετε τις καλές μου προθέσεις και την ανιδιοτελή αγάπη που σας δείχνω, κι αυτό με κάνει να σκέπτομαι πως οι άνδρες δεν εκτιμούν αυτό που απλόχερα τους προσφέρεται αλλά ενδιαφέρονται μονάχα για εκείνο που μοχθούν για να το αποκτήσουν. Τόσοι ευγενείς άνδρες έχουν ποθήσει εκείνο που σας προσφέρω απλόχερα κι εσείς το περιφρονείτε ή το λαμβάνετε ως δεδομένο».

Τα λόγια της πανέμορφης ξένης, αντί να τον διαφωτίσουν τον έκαναν να απορήσει ακόμη περισσότερο· δεν μπορούσε να καταλάβει πως γίνεται κανείς να απορρίπτει μια τόσο έξυπνη και τίμια γυναίκα, με τόση χάρη, ομορφιά και πνεύμα. Έτσι, μαγεμένος από το θεσπέσιο πλάσμα που η τύχη έφερε στο δρόμο του, απάντησε:

«Κυρία, αν φάνηκε πως αδιαφορώ για την εύνοια που τόσο απλόχερα μου δείχνετε, παρακαλώ να με συγχωρέσετε και σας ζητώ να τα αφήσουμε όλα αυτά στο παρελθόν. Από εδώ και στο εξής είμαι ο ταπεινός σας δούλος και σας παροτρύνω να με τιμωρήσετε καταπώς πιστεύετε πως μου αρμόζει».

Η Τζουλιάνα, η ευτυχέστερη από όλες τις γυναίκες στο άκουσμα των χαρμόσυνων νέων, είπε: «Τότε, αγαπητέ μου Σίλβιο, σε προσκαλώ απόψε στο σπίτι μου όπου θα ορίσω την τιμωρία σου».

Ο Σίλβιο συμφώνησε και ευχαριστημένοι και οι δυο τους, χωρίστηκαν. Η Τζουλιάνα δεν έβλεπε την ώρα να δρέψει τους καρπούς ενώ ο Σίλβιο μόλις εκείνη απομακρύνθηκε, έτρεξε σε έναν περαστικό και δείχνοντας την, τον ρώτησε ποια είναι. Ο περαστικός τον πληροφόρησε εκτενέστατα για τη δούκισσα, μάλιστα του είπε και σε ποιο σημείο της πόλης κατοικεί.

Ο Σίλβιο αδημονούσε να συναντήσει τη δούκισσα, μα τον κατέτρωγε και η ανησυχία για την αδελφή του και για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Τη νύχτα έμεινε ξάγρυπνος κι ανήσυχος, ενώ ο χρόνος έμοιαζε να κυλά εξαντλητικά αργά. Ο χρόνος, δίκαιος κριτής, δεν σταματά ποτέ. Έτσι αργά το απόγευμα ο Σίλβιο έφτασε στο σπίτι της Τζουλιάνα. Η δούκισσα, παρέθεσε ένα πλουσιοπάροχο δείπνο για τους δυο τους, όπου κατά τη διάρκειά του δεν έλλειψαν διόλου τα γέλια, οι συζητήσεις και τα ερωτικά βλέμματα, βλέμματα που χορταίνουν τους ερωτευμένους πιο πολύ από το φαγητό. Μετά τα μεσάνυχτα, ο Σίλβιο ετοιμάστηκε να φύγει. Η Τζουλιάνα όμως επέμενε να μην επιστρέψει τόσο αργά κι έτσι τον οδήγησε σε ένα πολυτελές δωμάτιο για να περάσει τη νύχτα. Όταν όλοι στο παλάτι αποκοιμήθηκαν, η δούκισσα Τζουλιάνα τρύπωσε στο δωμάτιο του Σίλβιο, όπου οι δυο τους πέρασαν μια υπέροχη νύχτα γεμάτη έρωτα και διαρκείς εκδηλώσεις αγάπης. 



[ Στο επόμενο τεύχος το δεύτερο μέρος ]