Μονώτης καὶ εὐόμιλος

Μονώτης καὶ εὐόμιλος

——————
M  N  H  M  H     M  A  N  O  Y     E  Λ  E  Y  Θ  E  Ρ  I  O  Y
——————

Στην Λιλή,
μυροφόρου ἀναλαβοῦσαν τάξιν




Ι – Ο Μάνος Ελευθερίου δεν ήταν θιασώτης ούτε του απολαυστικού ούτε του πρακτικού βίου παρά του θεωρητικού, και ως εκ τούτου επεδίωκε τη μοναξιά, που του επέτρεπε να συνέρχεται από την τύρβη του κόσμου, να μελετά, να συγγράφει και να φροντίζει τις συλλογές που είχε καταρτίσει με πράγματα αμφισβητούμενης χρησιμότητας. Εξαφανιζόταν λοιπόν κατά διαστήματα από προσώπου γης, προφασιζόταν ασθένειες αδιάγνωστες και αναχωρούσε συχνά με συντροφιά την οξυμμένη φαντασία του σε πολυήμερα προσκυνηματικά ταξίδια σε τόπους αλαργινούς. Όλα αυτά τα μηχανευόταν για να αποτραβηχθεί σε μια γωνιά του ερημητηρίου του με ένα βιβλίο ανοιχτό στο χέρι. Έτσι στάθηκε εφ’ όρου ζωής ο τυπικός μονώτης και ιδιαστής.
Από την άλλη οι επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις (επιμελητής εκδόσεων χαλκέντερος, συγγραφέας πολυγραφότατος και οργανικός διανοούμενος του ευρύτερου χώρου) τον ανάγκαζαν και να συναγελάζεται και να συνεργάζεται με ανθρώπους απαιτητικούς και αγχωμένους, όπως είναι κατά κανόνα οι συγγραφείς, οι εκδότες, οι καλλιτέχνες και οι δημοσιολόγοι et hoc genus omne. Σε αυτό το αγωνιστικό πεδίο ακολουθούσε κατά γράμμα τη συμβουλή που είχε δώσει στον εαυτό του ο στωϊκός φιλόσοφος και για κακή του τύχη αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (1, 6): εὐόμιλος καὶ εὔχαρις οὐ κατακόρως.
Πάντως η πιο καλή και η πιο γλυκιά του ώρα ήταν τα λιτά δείπνα που παρέθετε από καιρού εις καιρόν σε απόμερα παραδοσιακά κουτουκάκια. Οι καλεσμένοι του, φίλοι και ομότεχνοι, ήσαν πάντοτε κατά τη σωτήρια σύσταση του φιλοσόφου της Κενιξβέργης πλείονες των Χαρίτων και ελάσσονες των Μουσών, σε απλά ελληνικά: πέντε με εφτά άτομα. Σε αυτά λοιπόν τα ήδιστα λογόδειπνα ο ποιητής επέτρεπε στον εαυτό του να είναι πια κατακόρως ευόμιλος και εύχαρις, τουτέστιν κοινωνικός, γλυκύθυμος, ευτράπελος, αν θεωρήσουμε την ευτραπελία ως πεπαιδευμένη ύβρη. Η βραδιά άρχιζε με τη βροντώδη προσταγή του Μάνου «Κεφάλια μέτρα, κάπελα, και φέρνε μαστραπάδες!». Ο κάπελας, που είχε δει και είχε δει πότες και συμπότες, καταλάβαινε με μια εταστική ματιά ότι ένας και μοναδικός μαστραπάς υπεραρκούσε. Φυσικά ημερήσια διάταξη δεν υπήρχε. Τα θέματα συζητήσεων τα πρόσφερε απλόχερα η καυτή επικαιρότητα.
Στο τέλος όμως, τη μερίδα του λέοντος την κέρδιζε επαξίως η ποίηση, και μάλιστα στην πιο ευφρόσυνη μορφή της, την άνευ ορίων άνευ όρων παρωδία. Εμείς συνεισφέραμε τα ελάχιστα, δηλαδή όσα είχαμε απομνημονεύσει από τυχαία ακούσματα και διαβάσματα: «Άξιον εστί το αφίλητο στόμα», «Θεά μεγάλη τον τρελό η Τρέλα προστατεύει», «Στην κουφάλα μιας ελιάς είδα μιαν κουφάλα κτλ». Ο οικοδεσπότης αντιθέτως κάρφωνε το ιοβόλο του κεντρί πρώτα στα δικά του δημιουργήματα: πόσες φορές δεν άλλαξε την ώρα αναχώρησης του τραίνου για την Κατερίνη! Πόσες φορές η Επιστολή από τον κύκλο Τραγούδια του αγώνα δεν άλλαξε το ψευδολόγο προοίμιό της!
Μετά βέβαια ακολουθούσαν οι οβιδιακές μεταμορφώσεις της σεμνολόγου ποιήσεως. Ύμνοι μεταμορφώνονταν σε παρακλαυσίθυρα, σπαραξικάρδια ελεγεία σε κωμικοτραγικά ειδύλλια, άσματα υψιπέτη σε ληρήματα. Ο Μάνος Ελευθερίου, ο αριστοτέχνης του à la manière de…, και γενικά της λεγόμενης «Δεύτερης γραφής», ήταν σε θέση εκεί επί τόπου, μεταξύ τυρού και αχλαδίου, να πραγματευθεί ταπεινά θέματα σε γλώσσα υψηλή και αντιστρόφως, να συρράψει κέντρωνες, να εκτυπώσει επακριβώς το ήθος και το ύφος οποιουδήποτε προτύπου, να μεταποιήσει σε εβδομηνταδυό τύπους σαν τον Σώπατρο από την Πάφο περιπόρφυρα χωρία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κεχηνότες μέναμε και από τις δεξιότητές του στη στιχουργική, στις ομοιοκαταληξίες, και στα στιχουργικά πάρεργα (Αλφαβητάρια, ακροστιχίδες, καλλιγραφήματα).
Καμιά φορά ωστόσο η συζήτηση λοξοδρομούσε προς την επικράτεια της απόλυτης αναρχίας, στην ερμηνεία ποιημάτων. Σε αυτήν την δυστοπία όλοι μας λογάδες και επαρίστερα γράμματα μαθόντες έχουμε γνώμη που την υπερασπιζόμαστε σθεναρά, ενώ νόμοι καταγεγραμμένοι και εψηφισμένοι δεν υπάρχουν. Έτσι αυτού του είδους οι αναζητήσεις γεννοβολούν έριδες και αντιπαραθέσεις, που θέτουν σε δεινή δοκιμασία φιλίες πολύχρονες, ιδεολογικές ταυτίσεις ή ακόμη και συζυγικές σχέσεις. Τη βραδιά λοιπόν εκείνη, σε καιρούς ζοφερούς, κάποιος απερίσκεπτος, έμπλεως εαυτού και οίνου απαίτησε από την ομήγυρη επαναξιολόγηση ενός από τα εμβληματικά ποιήματα της λογοτεχνίας μας το οποίον παραθέτω.

ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι,
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Ο αρχαιόπληκτος της συντροφιάς έσπευσε να υποστηρίξει ότι, μολονότι ο ποιητής κάπου είχε γράψει ότι οι κουρούνες χτυπούσαν τα τζάμια της κάμαράς του, η εισαγωγή με τις κάργιες, τις κουρούνες δηλαδή, ήταν και μια κρυπνομνησία του σπηλαίου της Καλυψούς στην ε΄ ραψωδία της Οδύσσειας. Εκ πρώτης όψεως, τόνισε, η ερωτική φωλιά της νύμφης, που όπως δηλώνει το όνομά της καλύπτει, φαίνεται ειδυλλιακή: κληματίδα φορτωμένη σταφύλια, τέσσερεις αείρροες κρήνες, λειμώνες με μενεξέδες και σέλινα. Από την άλλη όμως υπάρχει το πυκνό αλσύλιο με τα θεόρατα υδρόφιλα σκλήθρα, τα κυπαρίσσια και τις μαύρες λεύκες (οι αίγειροι), όπου κουρνιάζουν κουκουβάγιες, γεράκια και κουρούνες με τις μακριές φτερούγες (ή μήπως γλώσσες; – τανύγλωσσοι). Ποιος εραστής λοιπόν, αναρωτήθηκε ο αρχαιόπληκτος, θα άντεχε να ακούει μέρα και νύχτα πάνω από το κεφάλι του τους δυσηχεστάτους κρωγμούς των ορνέων; Αλλά και επί πλέον πώς ήταν δυνατόν ο κοινωνικότατος των ηρώων, ο πολύτροπος Οδυσσεύς, να υποκύψει στην απαίτηση της Καλυψούς να ζήσουν σ’ αυτήν την ερημιά εις τους αιώνες των αιώνων «τα δυο τους»;
Η ευειδής κυρία, που σπούδαζε τον καιρό εκείνο κοινωνική ανθρωπολογία (ή κάτι παρόμοιο) στο Παρίσι, αφού πρώτα επισήμανε την παρουσία του Gérard de Nerval (El Desdichado… le soleil noir de la Mélancolie), στο στίχο «ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους») έθεσε το πρόβλημα σε μια νέα βάση. Ολόκληρη η Θεσπρωτία και η ευρύτερη περιοχή ήταν πεισιθάνατος σαν τη διδασκαλία του φιλοσόφου Ηγησία. Εκεί δεν κυλούσε τα μελάντερα ζόφου νερά του ο Αχέρων, από εκεί δεν πήγαζαν ο Κωκυτός και ο Πυριφλεγέθων, εκεί δεν ήταν η λίμνη Αχερουσία με τους καλαμώνες της; Μήπως λοιπόν το Πνεύμα του τόπου (Genius Loci) σε αγαστή συνεργασία με τα προφανή αίτια παρώθησε στην αυτοκτονία τον Κλεόμβροτο τον Αμβρακιώτη, τη Δέσπω Μπότσαρη με τα γυναικόπαιδα της οικογένειάς της, τις Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο και τον Κώστα Καρυωτάκη; Μήπως το Πνεύμα, αυτό καταδίωξε μετά την Ναυμαχία στο Άκτιο το περιώνυμο ζεύγος των «Συναποθανουμένων» στην Αίγυπτο;
Σε κάθε συντροφιά διανοουμένων καί γενικά λεπτῶς μεριμνόντων αναφύεται πάντα και κάποιος Ηπειρώτης την καταγωγή. Ο ημέτερος, που έτυχε να έχει ιστοριοδιφικά ενδιαφέροντα διεκτραγώδησε τα όσα δεινά υπέστησαν οι Πρεβεζιάνοι κατά την Τουρκοκρατία και ιδίως κατά την περίοδο της σατραπείας του Αλή Πασά και αναρωτήθηκε μήπως όλα αυτά (Βάσις, φρουρά, Εξηκονταρχία, μπάντα, Σημαία, Νομάρχης) που εκφαυλίζει ο Κ. Καρυωτάκης ήταν στην πραγματικότητα τα απτά δείγματα της ελευθερίας, νοουμένης ως κρατικής παρουσίας, την οποία ονειρευόταν κατά τους αιώνες της δουλείας οι κάτοικοι της πόλης; Όσο για την πλήξη, ναι πράγματι, όπως μαρτυρούν επίσημα έγγραφα και ντοκουμέντα, και επί ενετοκρατίας κυριαρχούσε αυτή η επικατάρατη διάθεση, η οποία προέρχεται εκ της απραξίας. Φαίνεται ότι ο ιστοριοδίφης είχε δίκιο, γιατί έστω και μετά από τόσες δεκαετίες ερευνώντας στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού (λ. Πρέβεζα) ανέσυρα το ακόλουθο αποκαλυπτικό χωρίο: «Το ενετικόν κράτος παρακμάζον οσημέραι καθ’ όλην την διάρκειαν του ΙΗ΄ αιώνος […] μετά πολλής δυσκολίας συνετήρει και αυτό το κέντρον, την πόλιν Βενετίαν. Παρήκμασε δε εις τοιούτον βαθμόν, ώστε αι διάφοροι αυτού κτήσεις υφίσταντο πλέον σχεδόν καθ’ εαυτάς. Έφθασαν δε τα πράγματα εις τοιούτον σημείον εξευτελισμού ώστε εις την Πρέβεζαν επί παραδείγματι αι διάφοροι αρχαί υφίσταντο μόνον κατά τύπους. Εις την περίοδον ταύτην αναφέρεται και η κωμική παράδοσις ότι ο αξιωματικός της υπηρεσίας παρουσιαζόμενος ενώπιον του διοικητού απήντα εις της ερώτησιν: «εάν υπήρχε τι ανακοινώσιμον εκ της υπηρεσίας» στερεοτύπως: «niente, eccelente (ουδέν, εξοχώτατε) si grassan i caponi per la sua eccelenza» (παχύνομεν τα καπόνια διά την αυτού εξοχότητα).
Η αποκρυπτογράφηση του αινιγματικού ποιήματος βάδιζε μια οδό ανάντη και σκολιά με παλινωδίες και στρεπτοδικίες και προσθήκες. Η ευθύνη για την χρονοτριβή βάρυνε βέβαια και τον οικοδεσπότη-συντονιστή, γιατί λόγω των ακραίων δημοκρατικών του πεποιθήσεων μοίραζε τον χρόνο απροσωπολήπτως. Έτσι τα ερωτήματα και οι απορίες συσσωρεύονταν: Τι σημαίνει Εξηκονταρχία; Πλανώνται ανάμεσα στους στίχους τα φαντάσματα της Madame Bovary και του Άμλετ; Μήπως ο νεoλατινισμός Taediun vitae πρέπει να θεωρηθεί σημασιολογικό ισοδύναμο της λέξης «αηδία»; Ποια εφημερίδα διάβαζε ο δασκαλάκος; Είναι αξιόπιστο το Δοκίμιον Ιστορικόν του μητροπολίτου Άρτης και Πρεβέζης Σεραφείμ Ξενοπούλου του Βυζαντίου; Η ώρα όμως περνούσε, και αίφνης: Μεσάνυχτα. Τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε στην είσοδο το όργανον της τάξεως, προχώρησε στα ενδότερα με τον κάπελα για μερικά λεπτά και αποχώρησε. Την ανησυχία της ομήγυρης, γιατί βέβαια ο καθένας κάτι είχε (ή κολακευόταν να πιστεύει ότι είχε) να κρύψει, διασκέδασε ένα γέλιο νευρικό, επειδή ο οικοδεσπότης προφανώς για να μας εμψυχώσει, εκσφενδόνισε τον ακόλουθο δεκαπεντασύλλαβο: «Ο αστυνόμος έφυγε με τη λειψή μερίδα». Αποχωρήσαμε στιφηδόν, τα φώτα έσβηναν, ο λογαριασμός είχε πληρωθεί συν το φιλοδώρημα.
Σε αυτήν τη σύναξη το μόνο σχόλιο που ο οικοδεσπότης πρόλαβε να κάνει για την περίπτωση Καρυωτάκη ήταν η φράση «χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε», που όπως εξακρίβωσα αργότερα προερχόταν από το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο μαθητή του Βούδα». Τα επόμενα χρόνια το θέμα «Πρέβεζα και τα συνεπακόλουθα», εμφανίζεται με διάφορες αφορμές και στα ποιήματα και στα τραγούδια του Μάνου Ελευθερίου.

Μονώτης καὶ εὐόμιλος

ΙΙ –Άνθρωποι μεμονωμένοι ή και συλλογικότητες, τόποι, γεγονότα, ζώα ή ακόμα και αντικείμενα υψώνονται σε σύμβολα, όταν θεωρηθεί ότι εκφράζουν αφηρημένες έννοιες, κώδικες συμπεριφοράς, καλής ή κακής δεν έχει σημασία, και πνευματικές αξίες. Συντηρητικής αποκλίσεως στοχαστές υποστηρίζουν ότι ο Δυτικός πολιτισμός ερείδεται σε τρεις πόλεις, την Αθήνα, την Ιερουσαλήμ και τη Ρώμη, που συμβολίζουν αντιστοίχως το πνεύμα, τη θρησκεία και το δίκαιο. Συχνά στην καθιέρωση των συμβόλων συνεργούν σημαντικά ιστορικά γεγονότα και λογοτεχνικά έργα μεγάλης πνοής. Έτσι επί παραδείγματι το Μεσολόγγι υψώθηκε σε σύμβολο εξαιτίας της πολιορκίας του, αλλά στην καθιέρωση συνέβαλε αποφασιστικά και το ποίημα του Διονύσιου Σολωμού «Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι». Ο ποιητής Κώστας Γ. Καρυωτάκης για αδιευκρίνιστους λόγους την 21 Ιουλίου 1928 στον όρμο Βαθύ της Πρέβεζας αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην «Τρανή καρδιά». Από μόνο του το τραγικό αυτό περιστατικό δεν θα επαρκούσε για να καταστήσει την πόλη σύμβολο αρνητικό. Όμως ορισμένες επιστολές του και κυρίως το ποίημα Πρέβεζα που είδε το φως της δημοσιότητας το 1930 στιγμάτισε την πόλη ως τον θλιβερό εκείνο τόπο όπου συμβασιλεύουν η πλήξη και η ασημαντότητα.

Ο Στέλιος Θ. Μαφρέδας συνάθροισε στην ανθολογία του Η Πρέβεζα στη Νεοελληνική ποίηση 110 ποιήματα που εμπνέονται από την πόλη και τον Καρυωτάκη. Σε πολλά από τα ποιήματα αυτά, ιδίως τα πιο πρόσφατα, και άλλες πόλεις διεκδικούν τα πρωτεία της δυστοπίας από την Πρέβεζα. Δράμα, Κοζάνη ακόμη και η Αθήνα η ίδια, στο τέλος η χώρα ολόκληρη εμφανίζεται ως Πρέβεζα: «Αγκαλά και συντόμως Ελλάδα μου Πρέβεζα» (Παντελής Μπουκάλας, «Επιστροφή», από τη συλλογή Η εκδρομή της Ευδοκίας). Στην ποίηση του Ελευθερίου η Πρέβεζα εμφανίζεται για πρώτη φορά στο ακόλουθο ποίημα, που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Τα Ξόρκια.

ΕΙΣΑΙ Η ΠΡΕΒΕΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΙΛΚΙΣ

                                                                Στον Γιώργο Χειμωνά

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν
και ξαναγυρνούν,
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο κωνσταντίνος ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες,
παρά μονάχα ψεύτες
        και ρουφιάνοι,

ω! πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά, στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο,
είσαι η Πρέβεζα, τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι, ο Πόντος κ’ η Ερμούπολις

ω πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια

μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα σπίτια
μ’ αυτά τα βράχια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
θα ’ρθει ο καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.

Ο Δ. Λουκάτος στην Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία ορίζει τα ξόρκια ως «είδος εθιμογλωσσικό, που κινείται ανάμεσα στη μαγεία, στη θεραπευτική, στη δεισιδαιμονία και στη λατρεία». Τα ξόρκια λοιπόν έμμετρα ή σε ρυθμικό πεζό λόγο παρουσιάζουν ένα γλωσσικό πρωτογονισμό, δηλαδή λαλούν αλλοτριοτρόπως, με συνηχήσεις, παρηχήσεις, επαναλήψεις, παραλληλισμούς μελών, ακατάληπτες λέξεις ή φράσεις, στερεότυπα, λογοπαίγνια και συγκρητισμούς ειδωλολατρικών και χριστιανικών όρων. Και από την άποψη του περιεχομένου η ποικιλία εντυπωσιάζει. Ο Λουκάτος τα διαιρεί σε μαγικοθρησκευτικά και μαγικοφυσικά, που είναι φυσιοκρατικά και ειδωλολατρικότερα από τα πρώτα. Και στις δύο όμως αυτές κατηγορίες απαντά ένα είδος, που χαρακτηρίστηκε προσφυώς φυγαδευτικά, επί παραδείγματι «φεύγε, ποδάγρα, Περσεύς σε διώκει», «Αβασκαντήρα... να πας στ’ άγρια κλαριά, στ’ άγρια βουνά...». Ο γητευτής εξαναγκάζει σε φυγή κακοποιά πνεύματα, αρρώστειες, ακόμη και τον καπνό που δεν φεύγει από την καμινάδα. Δείχνει λοιπόν με το χέρι του την καμινάδα και λέει τρεις φορές:

Απάνω πήγαινε, καπνέ, κι η μάνα σου ποθαίνει
κι ο κύρης σου ψυχομαχεί και η αδερφή σου κλαίει.

Τον Ιούλιο του 1973 στοιχειοθετήθηκε στον εκδοτικό οίκο του Φίλιππου Βλάχου και τυπώθηκε σε 100 αντίτυπα εκτός εμπορίου μια ολιγοσέλιδη ποιητική συλλογή του Μάνου Ελευθερίου με τον τίτλο Ξόρκια. Το βιβλιαρίδιο αυτό δεν κυκλοφόρησε, γιατί σχεδόν σε κάθε σελίδα ο ποιητής διακωμωδεί, σαρκάζει, σκώπτει και σατιρίζει το δικτατορικό καθεστώς. Κατ’ ουσίαν αυτό που λαχταρούσε ο στρατευμένος στην υπόθεση των δημοκρατικών ελευθεριών ποιητής ήταν να σηκωθεί να φύγει η δικτατορία.
Πάλλεται από συναισθηματική φόρτιση το «ξόρκι» του Ελευθερίου, και την ένταση αυτή προκαλούν σε μορφολογικό επίπεδο η επανάληψη της δεικτικής αντωνυμίας «αυτός» (σε 19 μόλις στίχους απαντά 10 φορές), οι επαναλήψεις αυτούσιων ή ελαφρώς παραλλαγμένων στίχων, οι επαναδιπλώσεις, τα ασύνδετα και τα πολυσύνδετα. Ρήμα σε κύρια πρόταση εμφανίζεται μόνο στον προτελευταίο στίχο («θα ’ρθει καιρός». Πρβλ. το ομηρικό Ἔσσεται ποθ’ ἧμαρ...). Όπου αλλού απαντούν ρήματα βρίσκονται σε δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ανήκουν στον μαγικό «δέσμιον ὕμνον» που πειθαναγκάζει το Κακό.
Στους δυο στίχους καταλογικής ποίησης συνωθούνται έξι ονόματα επαρχιακών πόλεων –ακριβέστερα πέντε, γιατί ο Πόντος μέσα στη σύγχυση και ταραχή της έμπνευσης παρεισέφρησε καταχρηστικώς. Τα Γιάννενα ήταν πάντοτε πλούσια, το Μεσολόγγι ένδοξο, η Ερμούπολις κοσμοπολίτικη. Το 1973 ωστόσο, το έτος συνθέσεως του ποιήματος, οι πόλεις αυτές ήταν απλώς και μόνο αφανείς πόλεις της ελληνικής επαρχίας, που προκαλούσαν αίσθημα ασφυξίας. Το Κιλκίς μάλιστα ανέβηκε στον τίτλο του ποιήματος ως ισοδύναμο με την Πρέβεζα, επειδή ήταν η κατ’ εξοχήν στρατοκρατούμενη πόλη.
Το σκηνικό που στήνεται στην αρχή του ποιήματος με τα βράχια, τα πεύκα και την ακρογιαλιά μου θυμίζει έντονα το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μποτίλια στο πέλαγο» (Μυθιστόρημα ΙΒ΄).

Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη [...]
Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά [...]

Ίσως όμως κοινό πρότυπο και στον Σεφέρη και στον Ελευθερίου ήταν το ποίημα του T. S. Eliot «Μαρίνα» (1930), το οποίο είχε μεταφράσει ο Σεφέρης

ΜΑRINA

                                                                Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?

Ποια πέλαγα ποιοι γιαλοί ποια γκρίζα βράχια και ποια νησιά
Και ποιο νερό γλείφοντας την πλώρη
Και το άρωμα του πεύκου [...]

Ο ίδιος ο Έλιοτ ομολογούσε ότι η πηγή του για τη σύνθεση του χαρμόσυνου μονολόγου (-πράγμα σπάνιο για την ελιοτική ποίηση) ήταν το παραμυθόδραμα του Σαίξπηρ Περικλής. Ο Frank Kermode στη μελέτη του Όλος ο κόσμος μια σκηνή. Η εποχή του Σαίξπηρ σημειώνει «Ο μύθος ήταν δημοφιλής και πανάρχαιος. Ο Περικλής χάνει τη γυναίκα του και τη νεογέννητη κόρη του σε μια φοβερή θύελλα στη θάλασσα. Περιπλανιέται στον κόσμο για πολλά χρόνια βυθισμένος ολοένα και περισσότερο στη μελαγχολία, ώσπου ξανασμίγει, πρώτα με την κόρη του, νεαρή γυναίκα πια, κι ύστερα με τη σύζυγό του». Κι ακόμη «Εν τούτοις η μεγάλη στιγμή του έργου είναι η αναγνώριση της Μαρίνας από τον Περικλή (Ε, 1). Η σκηνή της αναγνώρισης παρατείνεται τόσο που θα έλεγε κανείς ότι αγγίζει τα όρια της γελοιότητας. Ο Περικλής έχει άφθονες αποδείξεις για την ταυτότητα της νέας αλλά εξακολουθεί να ζητάει κι άλλες. Και το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν είναι γελοίο αλλά ίσως θα άξιζε να το αποκαλέσουμε θεσπέσιο». Η επιγραφή (το μόττο) του ποιήματος προέρχεται από την τραγωδία του Σενέκα Ηρακλής μαινόμενος: Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga? Ποιός είναι αυτός ο τόπος, ποιά γης, ποιο μέρος του κόσμου; Ο πολύπαθος ήρωας έχει αρχίσει να συνέρχεται από την κρίση παραφροσύνης που τον οδήγησε στο φόνο των παιδιών και της συζύγου του. Δεν αναγνωρίζει ωστόσο καθώς ακόμη παραπαίει στο μεταίχμιο τρέλας και νηφαλιότητας τον τόπο που βρίσκεται. Οι ερμηνευτές (μύριοι τον αριθμό γιατί πράγματι η «Μαρίνα» είναι από τα ωραιότερα ποιήματα του Έλιοτ) υποστηρίζουν ότι και ο Ηρακλής της τραγωδίας και ο Περικλής κινούνται στα όρια ονείρου και πραγματικότητας, αλλά και μια διαφορά· ενώ ο πρώτος καθώς συνειδητοποιεί σιγά σιγά το ανοσιούργημα που διέπραξε βυθίζεται στη φρίκη, ο δεύτερος νιώθει ότι ανασταίνεται. Πάντως για τις περιορισμένες φιλοδοξίες του σχολιασμού μας αρκεί να υπογραμμίσουμε ότι ο τραγωδοποιός, που ήταν στωικός φιλόσοφος κατά κύριο λόγο, αναγκάζεται επί Νέρωνος να αυτοκτονήσει.
Με αδρές λοιπόν πινελιές ζωγραφίζει ο ποιητής τη χωρογραφική, και την ανθρωπολογική δυστοπία. Αινιγματικό πάντως φαίνεται το μοναδικό ανθρωπωνυμικό που απαντά στο ποίημα, το βαφτιστικό «Κωνσταντίνος» με το αρχικό του γράμμα σε πεζό. Υποθέτω λοιπόν ότι ο «Κωνσταντίνος» δεν αντιπροσώπευει μόνον τον φερώνυμο (ὅστις ποτ’ ἦν), αλλά συλλογικώς όλους εκείνους τους ψυχωμένους πολίτες, που πιάστηκαν στις μυλόπετρες της ιστορίας, δεν συμμορφώθηκαν προς τις υποδείξεις και πλήρωσαν τίμημα βαρύ, σωματικό και ψυχικό. – Τί δάκρυον εὗδον ἐγείρεις;


Διασχίζοντας «Τα ύδατα της Στυγός», του Joachim Petenier
Διασχίζοντας «Τα ύδατα της Στυγός», του Joachim Petenier


III – Κατά τα πρώτα έτη της Επαναστάσεως του 1821 η Σύρος, «η επισημοτάτη των Κυκλάδων νήσος», απολάμβανε κάποιου είδους προστασίας από τη Γαλλία και την Αυστροουγγαρία, επειδή οι κάτοικοι της ήταν μεν Έλληνες την καταγωγή αλλά καθολικοί το θρήσκευμα. Έτσι στη νήσο κατέφυγαν πρόσφυγες και από την επαναστατημένη Ελλάδα και από τα παράλια της Μικράς Ασίας για να προστατευθούν από τις θηριωδίες των Οθωμανών. Οι πάροικοι αυτοί συνοίκησαν μια πολίχνη, την Ερμούπολη, η οποία αναπτύχθηκε ταχύτατα σε διεθνές εμπορικό κέντρο. Η εκθετική όμως πρόοδος ανακόπηκε μετά το 1870 κυρίως λόγω της κατάπτωσης της ιστιοφόρου ναυτιλίας. Με την οικονομική ανάπτυξη που βασιζόταν σε αυστηρούς ηθικούς κανόνες (εντιμότητα, εμπιστοσύνη) συμβάδισε και η κοινωνική, όπως μαρτυρούν τα πολυπληθή ευαγή ιδρύματα με τα οποία κόσμησαν την πόλη τους γενναιόδωροι ευεργέτες.
Στην μικροσκοπική μεν, αλλά κοσμοπολίτικη και πεπαιδευμένη Σύρο κατέφυγαν και εψωμίσθησαν διακεκριμένοι λόγιοι και διδάσκαλοι του γένους, όπως ο Άνθιμος Γαζής, ο Νεόφυτος Δούκας, ο «αιρετικός» Θεόφιλος Καΐρης, ο Γεώργιος Γεννάδιος κ.ά. Την πολιτιστική δόξα, τα περασμένα μεγαλεία της αναστύλωσε ο Μάνος Ελευθερίου στο τετράτομο έργο του Το θέατρο στην Ερμούπολη τον εικοστό αιώνα (1901-1921), αλλά και σε άλλα ερευνητικά πονήματα, όπως το Νεοκλασική Ερμούπολη. Από πολύ νωρίς η γενέθλιος πόλη «αισθηματοποιήθηκε» ολόκληρη για τον συγγραφέα, γι’ αυτό και συχνότατα εμφανίζεται ρητά ή υπόρρητα στο έργο του. Ένα παράδειγμα της στενότατης (και συνεχώς τεταμένης) σχέσης συνιστά το ακόλουθο ποίημα

ΕΝ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΙ...

Σκιές του Άδη – ρούχα του νερού,
βομβαρδισμένο σκοτεινό τοπίο
μιας εποχής του κόσμου τ’ αλμυρού
και μιας Αποκριάς το προσωπείο.

Το πλοίο γι’ άλλους κήπους ξεκινά
μεγάφωνα σκορπούν την “Κομπαρσίτα”.
Το έξωμό σου φόρεμα πεινά.
Θα γίνουν όλα απόψε, αυτή τη νύχτα

Τρελή Σελήνη, μάγισσα γριά
σαν φάντασμα του Μάκβεθ τα λιβάδια
που τρώει τα σπασμένα τα γυαλιά
και τα σκυλιά χορταίνει με σμαράγδια.

Μητρόπολη, παρέλαση, φωνές
κι η μπάντα με τα χάλκινα στο χιόνι.
Αρχαίοι συγγραφείς, περγαμηνές
της τέχνης μου θα γίνουν οι δαιμόνοι.

Πικρά νησιά κοχύλια της ψυχής.
Αισθήματα που ζουν μες στη φορμόλη.
Μια πιστολιά στην άκρη της ζωής.
Γράμμα στερνό που αρχίζει: Εν Ερμουπόλει…

Το 1825 ο δημογέροντας Λουκάς Ράλλης πρότεινε να ονομαστεί το παραθαλάσσιο πόλισμα που μέχρι τότε παρέμεινε ανώνυμο Ερμούπολις και η πρότασή του έγινε ασμένως δεκτή ως αίσιος οιωνός. Ο Ερμής ως αγοραίος και κερδώος θα προστάτευε το εμπόριο, και τις συναλλαγές. Όμως ο θεός αυτός με τα φτερωτά πέδιλα, το κηρύκιο και τον πέτασο είχε και μια σκοτεινή πλευρά. Ως ψυχοπομπός οδηγούσε τις ψυχές των τεθνεώτων στον ασφοδελό λειμώνα. Στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, περιγράφεται η πορεία κατ’ εὐρώεντα κέλευθα. Όσα προτιμούμε να λησμονούμε όλοι μας, αυτά μας υπενθυμίζουν με υπαινιγμούς οι ποιητές. Ερμούπολις λοιπόν είναι η πόλη του εμπορίου, της λογιοσύνης και της ερμηνευτικής (Ερμής ο Λόγιος), αλλά και ένας τόπος ψυχαγωγίας, περάσματος στον άλλο κόσμο.

«Εν Ερμουπόλει», λοιπόν, όπως θα λέγαμε εν «Πρεβέζη». Με τον ίδιο λογοτυπικό τοπικό προσδιορισμό οικονομούνται ο τίτλος και το τέλος του ποιήματος, η κορύφωσή του. Ο προτελευταίος μάλιστα στίχος και ο τελευταίος συνοψίζουν την περίπτωση-πρότυπο: η «πιστολιά» και το περίπυστο σημείωμα που είχε αφήσει για τους οικείους του ο Κ. Γ. Καρυωτάκης. Μια παρένθεση εδώ καθίσταται αναγκαία. Από τα πάμπολλα είδη μιμήσεως, την δουλική, την παρωδική, τη θεματογραφική, την ανταγωνιστική, η δυσκολότερη και κατά συνέπεια η ανώτερη είναι ασφαλώς αυτή, που περιγράφεται αδρομερώς στη σύντομη πραγματεία Τέχνη Ρητορική, η οποία αποδίδεται στον Διονύσιο Αλικαρνασσέα: ΙΙ, 373, 16 (Radermacher) μίμησις γάρ οὐ χρῆσις ἐστι τῶν διανοημάτων, ἀλλ’ ὁμοία τῶν παλαιῶν ἔντεχνος μεταχείρισις. Καὶ μιμεῖται τὸν Δημοσθένη οὐχ ὁ τὸ <Δημοσθένους λέγων, ἀλλ’ ὁ> Δημοσθενικῶς, καὶ τὸν Πλάτωνα ὁμοίως καὶ τόν Ὅμηρον. Αυτήν την ανάντη οδό πορεύεται στη σύνθεση του κατατηξίτεχνου μιμήματός του ο Μ. Ελευθερίου εκτυπώνοντας πότε με έκδηλες και σαφείς αναφορές, πότε με ευανάγνωστους υπαινιγμούς πότε με κρυπτομνησίες, πότε με αναθεωρήσεις και ενστάσεις και το συνηθέστερο με ισοδυναμίες και αντιστοιχίες το καρυωτατικό σύμπαν.

Το ποίημα λοιπόν αρχίζει με την συμπλοκή «Σκιές του Άδη» και αμέσως μετά η μονή παύλα διακόπτει απότομα τη συνέχεια. Στην Οδύσσεια η Κίρκη (κ 493-5) πληροφορεί τον Οδυσσέα ότι κατ’ εξαίρεσιν η Περσεφόνη επέτρεψε στον μάντη Τειρεσία να διατηρήσει τις πνευματικές του ικανότητες και μετά θάνατον. Όλοι οι άλλοι νεκροί αναπηδούν εδώ κι εκεί σαν σκιές. Στην Νέκυια (λ ραψωδία) τρεις φορές ο Οδυσσέας επιχείρησε να αγκαλιάσει την ψυχή της μητέρα του, της Αντίκλειας, ματαίως, γιατί η ψυχή πέταξε μακριά σκιῇ εἴκελον ἢ καὶ ὀνείρῳ (λ 207). Πάνω σ’ αυτήν την ομηρική έκφραση ο Πίνδαρος έχει τεχνουργήσει την δείνωση σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος (Πυθιονίκος 8, 96), την οποία εν συνεχεία επεξηγεί ο Ιωάννης Δαμασκηνός στο πρώτο από τα ιδιόμελα του, που έχουν συμπεριληφθεί στη Νεκρώσιμον Ακολουθίαν: Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα Αυτήν την αναβατική κλίμακα δεινώσεων ακολουθεί ο στίχος του Καρυωτάκη («Υστεροφημία»):

Κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

«Η λεπτολόγος ανάλυσις δεν οδηγεί πάντοτε προς την αλήθεια» διατείνεται ο Κ. Γ. Καρυωτάκης σχολιάζοντας την παράσταση του Προμηθέως Δεσμώτου που άφησε εποχή. Εν τούτοις αν η ανάλυση αφορά τη σύγχρονη ποίηση κάποιος σχολαστικισμός καθίσταται αναπόφευκτος γιατί η ποίηση αυτή υπερορά τη σαφήνεια, τις χρονικο-αιτιολογικές ακολουθίες, τις έλλογες αλληλουχίες και αρκείται να μας προσφέρει δέσμες από συντετριμμένες εικόνες, κινδυνώδεις δυσείκαστες μεταφορές, συναισθήματα, διαθέσεις, ακουστικές πανδαισίες και κάπου κάπου γνώμες αποφθεγματικού κύρους.

«Αν δεν πεθάνεις, πως θ’ αναστηθείς;» διερωτάται ο Σεφέρης, γι’ αυτό και στα ευετηρικά δρώμενα, όπως είναι οι Αποκριές, ο θάνατος σε μύριες όσες μορφές έχει πάντοτε την τιμητική του. Ανάμεσα σε προσωπιδοφόρους μάλιστα μπορεί να είναι ιδιαιτέρως εύχαρις όπως μας δίδαξε με τους πίνακες του ο James Ensor.
Το θέμα της Αποκριάς και του καρναβαλιού απαντά σε δυο αινιγματικά πεζογραφήματα του Καρυωτάκη («Ονειροπόλος» «Φυγή») τα οποία έχει ερμηνεύσει ο Κ. Στεργιόπουλος στη μελέτη του «Το πεζό έργο του Καρυωτάκη» (Νέα Εστία, Αφιέρωμα). Φαίνεται πάντως ότι ο ποιητής συμμετείχε ολόψυχα κάθε χρόνο στο Καρναβάλι και μάλιστα ντυμένος πιερρότος. Αποκαλυπτικό είναι το ακόλουθο χωρίο από το σχόλιο του Χαρίλαου Χ. Σακελλαριάδη σε μια επιστολή του ποιητή (20.2.1928) από την Πάτρα: «Αυτές οι απόκριες του 1928 ήταν οι μόνες που πέρασε στην Αθήνα χωρίς να φορέση το ντόμινό του. Γιατί καθώς μνημονεύω στα Άπαντα (σ. ΧΧVII) συνήθιζε αυτή την εποχή ντυμένος πιερρότος να γυρίζει μόνος ή και με κανένα φίλο να γλεντάει με τον ιδιόρρυθμό του τρόπο». Videant doctiores, γιατί το θέμα αυτό με τα δορυφορήματα του (μοτίβο του «αντεστραμμένου κόσμου», dance macabre, διάχυτη λιβιδώ) και στον Καρυωτάκη και στον Ελευθερίου απαιτεί ονυχιστική πραγμάτευση.
Το πλοίο που ξεκινά στην δεύτερη στροφή φαίνεται να έχει κάποια συγγένεια με την άκατο της Αχερουσίας, της «Νήσου των νεκρών» του Α. Böcklin, και «Τα ύδατα της Στυγός» του Joachim Petenier. Και στη λαϊκή μας παράδοση πάντως ο θάνατος παρομοιάζεται συχνά με μακρινό θαλασσινό ταξίδι, και ο νεκρός, αν είναι ιδίως νέος, με καράβι

Καράβι πρωτοτάξιδο κι ασημαρματωμένο [...]
Πούθε θα ρίξεις σίδερο, θα δέσεις παλαμάρι;
Στην Κάτου Γης το σίδερο, στον Άδη παλαμάρι.

Η Αθηνά Βογιατζόγλου στη περισπούδαστη μελέτη της Οι κήποι του Κ. Γ. Καρυωτάκη διερωτάται: «Τι άλλο είναι, τελικά, οι κήποι του Καρυωτάκη, παρά κομψές μικρογραφίες της ψυχής του που, καλλιεργημένη κι αυτή, μαραίνεται σιωπηλά, αλλά σταθερά;» Επισημαίνει ακόμη εύστοχα ότι «τους κήπους του διατρέχει ένα υπόγειο ρίγος προδομένης ζωής». Εδώ όμως οι άλλοι κήποι, όπως λέμε ο «Άλλος κόσμος» είναι τα ομηρικά ἄλσεα Περσεφονείης (Κ 509) και ο χριστιανικός «Τόπος χλοερός».

La nave va, πλοίο της γραμμής, δεκαετία του 1950 και η «Κομπαρσίτα / La cumparsita» (: μικρή καρναβαλική παρέλαση) του ουρουγουανού Χεράρδο Μάτος Ροντρίγκος, το περιπαθές ταγκό, ήταν ακόμη τόσο δημοφιλές ώστε και κέντρα διασκεδάσεως στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, λειτουργούσαν μ’ αυτό το όνομα. (Βλ. Π. Μεθενίτης «Το διασημότερο τάνγκο και η Νέα Φιλαδέλφεια», Εφημερίδα των Συντακτών, 30 Νοεμ. – 1 Δεκ. 2019, «Νησίδες» 26). Δόξες, μεγάλες ώστόσο είχε γνωρίσει από το 1926 και τo «Valenzia» (για το τραγούδι ας αναζητήσει ο φιλομαθής πληροφορίες στους ιστότοπους) που εμφανίζεται αναπάντεχα στο ποίημα του Κ. Γ. Καρυωτάκη «Αποστροφή» όπου ο λόγος είναι για τα «προνομιούχα πλάσματα»

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές
αύριο Παναγίες όσο προχθές
ακούοντας τη «Valenzia» σκαμπρόζες

Το «έξωμο φόρεμα», κοινώς «βαθύ ντεκολτέ», εμψυχώνεται: πεινά. Γι’ αυτήν την τολμηρότατη αμφίεση σε κάπως παλαιότερες εποχές οι ποικιλώνυμοι ερωτογράφοι αναλύονταν σε λυρικές εξάρσεις. Ο Ανδρέας Μαρούλης στη λεξικογραφική του εγκυκλοπαίδεια Κῶδηξ ἐρωτολογίας σημειώνει: (λήμμα «έξωμος»)» έξωμος, ον, επίθ. décolleté, e, ένδυμα αφήνον ακαλύπτους τους βραχίονας, τους ώμους και τον λαιμόν. Η απογύμνωσις του τραχήλου και των βραχιόνων είναι τρόπος του ενδύεσθαι άνευ εγκαταλείψεως του στηθοδέσμου. Οι άνδρες εισί λαίμαργοι εκ της ημιγυμνότητος ταύτης ήτις τους θέλγει. Καταβάλλουσι κάθε προσπάθειαν, κάθε ύπουλον τέχνασμα, ίνα απλώσωσι το βλέμμα των εντός του καλάθου ένθα κείνται τα δύο πορτοκάλλια, τα δύο μήλα, ή οι δύο μηλοπέπονες της ωραίας κηπουρού [...]. Εν τη φαντασία αναπαρίσταται εκείνον όπερ είναι κρυμμένον, η μαργαρώδης αιχμή, η στρογγυλότητης και η ροδινή ρώγα εντός του λεπτού φωτοστεφάνου της κτλ. κτλ.»

Θα γίνουν πράγματι όλα αυτά τη νύχτα; Θα κορεσθεί η βουλιμία του έξωμου φορέματος, που θα πρέπει να κατανοηθεί συνεκδοχικώς, δηλαδή το αποκαλυπτόμενον αντί του αποκαλύπτοντος; Bεβαίως και θα γίνουν, γιατί παρά την αρρενωπότητα του χορού, όπου ηγείται το αρσενικό, εδώ όπως φαίνεται από την επόμενη στροφή κυριαρχεί το «αιώνιο θήλυ». Η Σελήνη, η μεγάλη μητέρα, η προστάτιδα των μαγισσών και η μαστρωπός του ουρανού εγγυάται την ανατροπή. Και οι τρεις μάγισσες και η Εκάτη και τα φαντάσματα στην πιο αιματοβαμένη τραγωδία του Σαίξπηρ είναι τρομερά. Εξίσου όμως τρομερά είναι και τα διαδραματιζόμενα στο ειδύλλιο του Θεοκρίτου Φαρμακεύτριαι (: οι μάγισσες), όπου το αφελέστατο αλλά εκδικητικό γυναικάριο η Σιμαίθα συνεπικουρούμενη από την υπηρέτρια της εκτελεί τις μαγγανείες της για να επαναφέρει στην αγκαλιά της τον άστατο εραστή, που έχει εξαφανισθεί αναιτιολογήτως. Οι επικλήσεις στην Πότνια Σελάνα φαίνεται ότι ευοδώνονται. Ήδη τα σκυλιά της Εκάτης, που είναι η υποχθόνια υπόσταση της Σελήνης, ωρύονται στα τρίστρατα. Υποψιάζομαι πάντως ότι το θαλασσινό ταξίδι του ποιήματός μας απηχεί την κατάβαση στον Άδη του Διόνυσου στους Βατράχους του Αριστοφάνη, που συντελείται με μουσικές, τραγούδια και χορούς μέσα σε πολυρρόδους λειμώνας ἀνθεμώδεις. Από τα χοροπηδήματα ωστόσο ξηλώθηκε το χιτώνιο μιας ευπρόσωπης παιδίσκης και πετάχθηκε έξω το τιτθίον της (στ. 408-412). Ο Κέρβερος έχει εξουδετερωθεί, αλλά οι περίδρομοι κύνες του Κωκυτού επαγρυπνούν.
Στην τέταρτη στροφή απηχούνται δύο από τους τέσσερεις κύκλους σάτιρας του Καρυωτάκη, τους οποίους είχε επισημάνει ο Τέλλος Άγρας, ο γραφειοκρατικός ρεαλισμός («μπάντα» και τα συμπαρομαρτούντα) και ο φιλολογικός. Στην τελευταία στροφή ακούγεται η εμβληματική «πιστολιά», αλλά πότε; — «στην άκρη της ζωής», τότε δηλαδή που ούτως ή άλλως ακόμη και ο τλησικάρδιος είναι φορές που σκέπτεται την εύλογο εξαγωγήν του βίου.
Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς επαινεί τον Λυσία, γιατί ο λογογράφος αυτός ήταν σε θέση να κατοπτεύσει την ανθρώπινη φύση και να συγγράψει λόγους ταιριαστούς με τα πάθη, τα ήθη και τα έργα των πελατών του. ΄Ετσι στον λόγο Υπέρ Αδυνάτου ο εναγόμενος εκφράζεται όπως ταιριάζει σε έναν άνθρωπο ανάπηρο, ταλαίπωρο, ταπεινό που αξίζει τη συμπάθειά μας. Όλοι μας, ακόμη και οι νεοφιλελεύθεροι συνομολογούμε. «Ας διατηρήσει τη συνταξούλα του ο ανθρωπάκος!». Η συγγραφική αυτή αρετή, που συνδέεται στενά με το αξίωμα του πρέποντος ονομαζόταν ηθοποιία (: μίμησις ἤθους ὑποκειμένου προσώπου), η οποία κατά τους χρόνους της Δεύτερης Σοφιστικής διδασκόταν από τους ρητοροδιδασκάλους με γυμνάσματα του τύπου: «Τίνας ἅν λόγους εἴποι νεανίσκος ἐρῶν, παρθένος θρυπτομένη, γέρων δυσωπῶν κ.τλ.»
Ποιος ηθοποιείται λοιπόν στο «Εν Ερμουπόλει...»; Ποιο μπορεί να είναι το ποιητικό υποκείμενο που μονολογεί και εξομολογείται; Μήπως κάποιος άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, γιατί αυτοί, ιδίως όταν πλησιάζει το γήρας, γίνονται αντιφατικοί, ερωτόληπτοι, ευερέθιστοι και μελαγχολικοί. Μήπως λοιπόν το ποίημα δεν είναι παρά μια λειτουργημένη ηθοποιία που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «Τίνας ἄν λόγους εἴποι φοιβόληπτος ποιητής τοῦ γήρατος ἐπερχομένου;».

Το «Εν Ερμουπόλει...», συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή Τα ομοιοκατάληκτα (που τυπώθηκε από το Μεταίχμιο το 2018, αλλά πρωτοδημοσιεύτηκε στη συλλογή το Νεκρό Καφενείο, που κυκλοφόρησε το 1997 από τις εκδόσεις Καστανιώτη) και μάλιστα πρόκειται για το προτελευταίο ποίημα της συλλογής, ενώ το τελευταίο φέρει τον εύγλωττο τίτλο «Παράπονα γέρου ερημικού ποιητή». Γενικά πάντως το θέμα του γήρατος επανέρχεται στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, της οποίας ο τίτλος παραπέμπει νομίζω, στα θλιβερά καφενεία του Καβάφη, όπου οι θαμώνες είναι ως επί το πλείστον γέροντες. Το 1997, που κυκλοφόρησε η συλλογή, ο ποιητής ήταν 59 ετών. Ο θρηνωδός των γηρατειών ο Μίμνερμος ευχόταν να πεθάνει χωρίς αρρώστειες και στενοχώριες στα εξήντα. Αντίθετα ο «Γέρων αιοδός ψάλλων το έαρ» του Ιωάννη Καρασούτσα (προαναγγέλοντας τα θαύματα της Γενετικής, που υπόσχεται την αειζωία) διακηρύττει εύελπις:

Της Ελλάδος γλαυκέ ουρανέ
ποταμοί και βουνά και κοιλάδες,
λίμναι λείαι, τερπναί πρασινάδες
και Ζεφύρων πνοαί σιγαναί!

Είμ’ εξήκοντα ήδη ετών
αλλ’ όταν εις σας ατενίσω,
επεθύμουν ακόμα να ζήσω
έτη άλλα, δις, τρις εκατόν


ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Μάνος Ελευθερίου, Τα ξόρκια, 1973 εκτός εμπορίου, Ύψιλον/Βιβλία 21980
Μάνος Ελευθερίου, Το νεκρό καφενείο, Καστανιώτης 1997, 21998

Μάνος Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια 1963-2013. Τα τραγούδια. Μεταίχμιο 2013
Μάνος Ελευθερίου, Τα ομοιοκατάληκτα, Μεταίχμιο 2018

Βογιατζόγλου Αθηνά, Συνομιλίες ποιητών. Μεταπλάσεις, παρωδίες και αντίλογοι στη νεοελληνική ποίηση του 20ού αιώνα, Gutenberg 2019.
Έλιοτ Θ. Σ., Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Εισαγωγή, σχόλια, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, Ίκαρος, σ. 112-115

Kermode Frank, Όλος ο κόσμος μια σκηνή. Η εποχή του Σαίξπηρ. Μτφρ. Λήδα Φιλιπποπούλου, ΜΙΕΤ 2011
Μαρούλης Ανδρέας Παντ., Κώδηξ Ερωτολογίας. Λεξικογραφική κοινωνιολογική εγκυκλοπαίδεια (μεθ’ ερμηνείας εις την γαλλικήν), Εν Αθήναις 1933, αντ. εκδ. Φρυδά 2003

Ξενοπούλου Σεραφείμ του Βυζαντίου, Δοκίμιον ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, Εν Αθήναις 1884, Γ΄ έκδοσις μουσικοφιλολογικού συλλόγου Άρτας «Σκουφάς», Άρτα 2003
Σαββίδης Γ. Π., «Ο σατιρικός Καρυωτάκης», στον τόμο Εφήμερον σπέρμα (1973-1978), Ερμής 1978

Σακελλαριάδης Χ. Γ., «Ανέκδοτες επιστολές του Καρυωτάκη», περ. Νέα Εστία (Αφιέρωμα στον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τχ. 1065, 1971, σ. 1525-1536
Σεφέρης Γιώργος, Ποιήματα, Ίκαρος 81972

Σκαρτσής Σ. Λ., Η επωδή, Ελληνικά Γράμματα 1994
Στέλιος Θ. Μαφρέδας, Η Πρέβεζα στη νεοελληνική ποίηση. Ανθολογία. Πρόλογος: Γιάννης Παπακώστας, Ίδρυμα Ακτία Νικόπολις, Πρέβεζα 2018

Στεργιόπουλος Κ., «Το πεζό έργο του Καρυωτάκη», Νέα Εστία, (Αφιέρωμα στον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τχ. 1065, 1971, σς. 1525-1536

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: