Έξι ποιήματα

_____________

Ο Αμερικανός ποιητής Μπερτ Μάιερς, γιος Ρουμανοεβραίων μεταναστών, γεννήθηκε το 1928 στο Λος Άντζελες. Έχοντας αποφασίσει να γίνει ποιητής, δεν ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση και έκανε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, ώσπου τελικά άρχισε να εργάζεται ως κορνιζοποιός και επιχρυσωτής. Το 1964, ωστόσο, έγινε δεκτός στο Claremont Graduate School, όπου ολοκλήρωσε και τις μεταπτυχιακές του σπουδές, και το 1967 ξεκίνησε η διδακτική ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία στο Pitzer College του Κλέρμοντ. Πέθανε το 1979. Κατά τη διάρκεια της ζωής του δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές Early Rain (1960), The Dark Birds (1968), Sunlight on the Wall (1978), Windowsills (1979) και The Wild Olive Tree (1979). Το 2007 κυκλοφόρησε η συλλογή των ποιημάτων του In a Dybbuk’s Raincoat (UNM Press), ενώ το 2023 ο εκδοτικός οίκος Pleiades Press εξέδωσε τον τόμο Bert Meyers: On the Life and Work of an American Master στη σειρά The Unsung Master Series.

Ο Μπερτ Μάιερς
Ο Μπερτ Μάιερς


Το σκόρδο

Ραβίνε των καρυκευμάτων,
που η ανάσα σου είναι ρήμα,
που φοράς λεπτή γενειάδα
και άσπρο ράσο·
εσύ που είσαι μικρός και χλωμός
και σχηματισμένος σαν γροθιά,
σαν μια συναγωγή,
ευλόγησε την πίκρα μας,
βγες από την κουζίνα
για να γλυκάνεις το θάνατο –
το κερί μας στη φλόγα
και το σπόρο μας στο ψωμί.

Τώρα οι γονείς μου προσεύχονται,
ο παππούς μου κάθεται,
οι θείοι μου γεμίζουν
το στόμα μου με στάχτη.


Επειδή η ταχύτητα είναι τόσο μεγάλη

Επειδή η ταχύτητα είναι τόσο μεγάλη
χωρίς να υπάρχει μέρος για να πας
και επειδή παρασυρμένοι, τυφλοί σαν φως,
τρέχουμε από πέτρα σε πέτρα
και πέφτουμε πάνω στον κόσμο,

εγώ προτιμώ το διακριτικό σαλιγκάρι:
τυλιγμένο με την ξύλινη ομίχλη του
σέρνεται στην αυλή μου·
και όπου πηγαίνει, ζωγραφίζει
μάταιους δρόμους στη γη.

Μέρα νύχτα, στον δικό του κόσμο,
τα φύλλα πέφτουν αθόρυβα·
και τα λουλούδια γίνονται ήλιοι
που τα ζουζούνια σαν μικροί πλανήτες
σε μια πράσινη αστρονομία
γυρίζουν και γυρίζουν γύρω γύρω.


Υπογραφή

Βγάζω τα προς το ζην
και έχω οικογένεια
μα για να είμαι ειλικρινής
είμαι μια αγριελιά

Μου αρέσει το κονιάκ
κι ένα περήφανο εβραϊκό τραγούδι
ζω οπουδήποτε
δεν ανήκω

Βλέπω τη σήψη του κόσμου
σε κάθε σελίδα σε κάθε πρόσωπο
είναι το θολωμένο μάτι ενός αρρώστου
που ταλαντεύεται στο διάστημα

Κι η εμμονή μου είναι ένας στίχος
που αδυνατώ να αναθεωρήσω
να είμαι κηπουρός
του παραδείσου


Βότσαλο

Θραύσμα
του πρώτου κομματιού
Ανώμαλο φεγγάρι
Σύννεφο παντοτινό
Της σκόνης τυφλό μάτι
Του ακάρεως
πρωτόγονος πλανήτης
Φίλος ανθεκτικός
ανάμεσα στα δάχτυλα
Καταστροφέας
γιγάντων
Κάτι που μέσα σε παπούτσι
γίνεται πελώριο
Του βράχου ψίχουλο
Της πέτρας
ήσυχο παιδί
Του άνθους
αγνός μαθητής
Έμβρυο άγονης γης
Γκρίζος σπόρος της απόγνωσης
Μέλος πιστό
της αδελφότητας
των στιλβωτών του νερού
Της σοφίας πετράδι
Του ζιζάνιου
αιώνιος καρπός
Τάφος για τη σταγόνα της βροχής


Απαλά, απαλά

Κι εμείς, επίσης, ξεκινήσαμε με χαρά.

Μετά, ήρθε η αρρώστια·
μετά, η φτώχεια.
Ήμασταν φτωχοί, τόσο φτωχοί,
τα παιδιά μας ήταν οι μοναδικοί μας φίλοι.

Απαλά, απαλά,
μέσα από το θυμό και την οδύνη,
η αγάπη δικαιώθηκε,
σαν τις πρόκες του σπιτιού
κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας.

Με κάποιον τρόπο δημιουργήσαμε ελπίδα,
αξιόπιστο τύμπανο
στον καρπό της σκιάς·
ένα διαπασών
στο πεζοδρόμιο των ονείρων.

Λένε

Λένε πως είσαι απλώς
ένας μαλακός υπολογιστής
σχεδιασμένος από τους καιρούς
και πως η μόνη σου επιλογή
είναι μια αναθεώρηση στιχουργική

Μα μην το πιστεύεις
είσαι η μαγική αστραπή
το πνεύμα του αέρα
αυτός που μετατρέπει έναν σταθμό
σε πανηγύρι επαρχιακό

Η δική σου φαντασία
νικά την εξουσία
παίρνεις τις πέτρες
που σου πέταξαν
και χτίζεις έναν πύργο

Δεν μπορείς να ταξινομηθείς
Το όνομά σου δεν υπάρχει
στον τηλεφωνικό κατάλογο της απόγνωσης
Είσαι ένας μεταμφιεσμένος Μποντισάτβα
Τα δάκρυα σου είναι ωκεανοί
στον νου σου περιέχονται οι ουρανοί

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: