Τιτάνες {Το ροζ και το μαύρο}

Στο μπαρόκ παρεκκλήσι της αδελφότητος των Brigittines, στο κέντρο των Βρυξελλών, η παράσταση Τιτάνες του Ευριπίδη Λασκαρίδη παρουσιάστηκε αφού ταξίδεψε πολύ σε Ευρώπη και Καναδά. Το έργο έρχεται σε συνέχεια του σόλο Relic, με το οποίο ο δημιουργός έκανε σαφή την πρόθεσή του για έργα που, ενώ σέβονται, δεν υπακούν χωρίς όρους τους κανόνες της αναπαράστασης και ακολουθούν μια προσωπική μυθολογία. Παιδί μιας τηλεοπτικής γενιάς που μεγάλωσε με τίτλους σειρών «μονολιθικούς», όπως Δυναστεία, στο έργο αυτό επέλεξε έναν τίτλο πολύ πυκνό, που να δίνει έδαφος στο στοιχείο της ειρωνείας. Σύμφωνα με τον ίδιο, «ο καθένας από εμάς είναι τιτάνας: θέλουμε να είμαστε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας, να είμαστε ισχυροί και να επιτύχουμε στη ζωή. Ωστόσο θα αλλάξουμε πολύ γρήγορα. Η ανθρωπινότητα είναι τόσο εύθραυστη. Η πραγματικότητα έρχεται, αργά ή γρήγορα, να χτυπήσει την πόρτα μας για να μας υπενθυμίσει ότι είμαστε μόνο ανθρώπινα όντα, με τα λάθη και τις αδυναμίες μας. Σύντομα, η ζωή θα συνεχιστεί χωρίς εμάς».

H αόρατη περίμετρος που  περικλείει το έργο του Ευριπίδη Λασκαρίδη συγκρατεί εντός της τις προσωπικές αναφορές, την αισθητική και τις εμμονές του. Σε αυτόν τον χώρο, που αποτελεί ξεκάθαρα την ελεύθερη περιοχή του, ένα τερέν που ο ίδιος φτιάχνει ώστε η φαντασία του να λειτουργήσει ανεμπόδιστα, αναπνέει δίχως φραγμούς ένα πλάσμα. Ανδρόγυνο στην όψη και, κατά τα φαινόμενα, θηλυκό στη συμπεριφορά, εντέλει όμως αδιάφορο τι, καθώς η υπερβολή που το διακρίνει ξεπερνά το φύλο. Το σημαντικό είναι ότι το πλάσμα υπάρχει. Είναι ροζ. Το ροζ που αναπαριστά το χρώμα του ανθρώπινου δέρματος σε παλιά παιδικά κόμικς, η απόχρωση εκείνη που ένα παιδί θα έβρισκε στην παλέτα του για να χρωματίσει το ανθρώπινο σώμα. Το ροζ πλάσμα έχει μια μικρή στρογγυλή κοιλιά. Βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης; Κατάπιε το φεγγάρι; Κάτι άλλο πιο μυθολογικό; Διάλεξε.

Όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά με πλήρη εξάρτυση στη σκηνή είναι ευπαρουσίαστο. Η περούκα του είναι στη θέση της, τα ματόκλαδά του λάμπουν. Είναι σαν να μπήκε στη σκηνή ποπ είδωλο με όλα τα σουσούμια του ή, έστω, η καρικατούρα του. Φυσικά γελάς. Κι αρχίζει να πράττει. Να μιλά. Σε μια ιδιότυπη μη γλώσσα που το κάνει ακόμη πιο αστείο. Γελάς κι άλλο. Από αμηχανία; Επειδή δεν καταλαβαίνεις; Επειδή σού φαίνεται πραγματικά αστείο; Διάλεξε πάλι. Σε κάθε περίπτωση, το ροζ θα ζήσει τον προσωπικό του μύθο, θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη και δεν έχει κανένα πρόβλημα να μοιραστεί την εμπειρία μαζί σου. Θα περάσει από καταστάσεις που δημιουργεί το ίδιο ή μέσα από τη σχέση του με δύο στοιχεία: τον χώρο του και την έτερη δύναμη που σιωπηλά υπάρχει μέσα σε αυτόν για να δημιουργεί εμπόδια, να υπηρετεί, να αντιδρά, να δέχεται, να προκαλεί. Ένα άλλο πλάσμα, μαύρο.

Υπάρχουν στιγμές που το μαύρο θα κάνει απλώς τα πράγματα να συμβούν, ή άλλες που θα κυριαρχήσει στη σκηνή, που θα κατατροπώσει το ροζ και θα σε φοβίσει.  Η σχέση τους, που ξετυλίγεται από εικόνα σε εικόνα, θα σε κάνει να αναρωτηθείς. Τι συμβολίζουν οι δύο χαρακτήρες; Αλληλοσυμπληρώνονται; Μπορεί ο ένας να υπάρξει χωρίς τον άλλον; Απέναντι στο ροζ, που στριφογυρίζει στη σκηνή ατίθασο, χωρίς ντροπή και με μια ελαφράδα, η οποία κάποιες φορές αγγίζει τη γελοιότητα, το μαύρο μοιάζει να έχει εμφανιστεί για να εκφράσει την πειθαρχία, την αυτοσυγκράτηση, την αφοσίωση στους κανόνες. Είναι η αντίθεση ανάμεσά τους που κρατά το ροζ και το μαύρο μαζί. Αν το ροζ αγνοεί, το μαύρο γνωρίζει. Αν το ροζ υπερβάλλει, το μαύρο κρατά το μέτρο, αν το ροζ κόβει, το μαύρο ράβει. Το ροζ, βέβαια, είναι πιο συμπαθητικό. Σε κάνει να γελάς.

Σε κάνει να γελάς όταν κάνει κούνια σαν ροκοκό παιδίσκη ή όταν περιφέρει την πραγματικότητά του σαν εύθραυστη μισότρελη ηρωίδα σε αμερικανικό μελόδραμα, σαν ινδική θεότητα, σαν Αφρικανή ιθαγενής λουόμενη, σαν Παρθένος Μαρία. Το κάνει κωμικά επειδή ο δημιουργός του αποφάσισε ότι θα το κάνει έτσι. Κατά συνέπεια γελάς.  Γελάς ακόμη κι όταν αυτό που ζει είναι τρομακτικό, όταν τσιρίζει φοβισμένο. Κι ας φοβάσαι κι εσύ μαζί του γιατί αυτό που παρακολουθείς είναι κανονικός παιδικός εφιάλτης. Με χτυπητά χρώματα και ζοφερή ατμόσφαιρα. Πολύ τηλεοπτικό, ναι, ώστε να ξέρεις ότι δεν συμβαίνει σ’ εσένα, αλλά πολύ άμεσο, ώστε ο φόβος να σε διαπερνά.

Το θέμα, όμως, δεν είναι αν γελάς ή αν φοβάσαι. Το θέμα είναι η ταχύτητα με την οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα μπρος σου και εξελίσσονται τα συναισθήματα μέσα σου. Ο τρόπος με τον οποίο ο δημιουργός διαχειρίζεται τα εξήντα λεπτά που του έχεις διαθέσει. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι ο Ευριπίδης Λασκαρίδης ποντάρει  πολύ στον ρυθμό που θα συγκροτήσουν οι εικόνες που δημιουργεί. Στο όνομα αυτού του ρυθμού, το έργο του αποκτά περισσότερο το χαρακτήρα ενός τοπίου παρά μιας προσωπογραφίας. Πρόκειται για ένα τοπίο στο οποίο όλα όσα υπάρχουν και όλα όσα συμβαίνουν στη σκηνή, από τα props και τα φώτα ώς τις περιστάσεις και τους χαρακτήρες, αποτελούν υλικά για τη δημιουργία του.

Ο δημιουργός παραδίδει μια παράσταση που δεν διεκδικεί τη θέση της ως θέαμα θεατρικό ή χορευτικό. Μήπως περφόρμανς; Ούτε μόνο. Οι αναφορές που διατρέχουν το έργο είναι τόσο πολλές και η ελευθερία στη χρήση των μέσων τόσο παρούσα, που η κατηγοριοποίηση δεν έχει νόημα. Ας πούμε ότι πρόκειται για μιαν άλλη, πιο προσωπική παραστασιακή πραγματικότητα. Είναι ένας κραδασμός. Ένα περιβάλλον.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο τίτλος Τιτάνες

σχεδόν χάνει τη μυθολογική του υπόσταση. Τα πλάσματα που το κατοικούν, παρότι εξωπραγματικά, μοιάζουν να έχουν έρθει απέναντί μας για να φωτίσουν την ανθρώπινη κατάσταση. Την ανθρώπινη κατάσταση, που, στην προκειμένη περίπτωση, είναι τόσο υπερβολική, ώστε να φαίνεται φανταστική. Είναι, όμως, η ανθρώπινη κατάσταση και οι Τιτάνες ένα παράθυρο σε αυτήν. Τι αξία θα είχε, άλλωστε, ένα παράθυρο χωρίς θέα;

φωτ. Julian Mommert φωτ. Elina Giounanli φωτ. Elina Giounanli «Τιτάνες»

 

 

Οι συντελεστές της παράστασης

Σκηνοθεσία, χορογραφία, σκηνογραφίαΕυριπίδης Λασκαρίδης / ΕρμηνευτέςΕυριπίδης Λασκαρίδης, Δημήτρης Ματσούκας / Κοστούμια: Άγγελος Μέντης / Μουσική σύνθεση, ηχητικός σχεδιασμός: Γιώργος Πούλιος / Προγραμματισμός, ηχητικός σχεδιασμός, ζωντανός χειρισμός μουσικής: Θεμιστοκλής Παντελόπουλος / Ηχητική εγκατάσταση, ζωντανός χειρισμός μουσικής: Νίκος Κόλλιας, Κωστής Παυλόπουλος / Σχεδιασμός φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου / Φωτιστική εγκατάσταση: Κωνσταντίνος Μαργκάς, Γιώργος Μελισσαρόπουλος / Σύμβουλος δραματουργίας: Αλέξανδρος Μιστριώτης / Καλλιτεχνικοί συνεργάτες: Δρόσος Σκώτης, Διογένης Σκαλτσάς, Θάνος Λέκκας, Νίκος Δραγώνας, Σίμος Πατεριάδης