Τέλος

Μετάφραση: Ασπασία Καμπύλη
Τέλος


Ο Έντγκαρ Νέβιλ (Edgar Neville Romrée, Μαδρίτη, 1899-1967), Δ' κόμης Μπερλάνγκα δε Δουέρο, γιος Άγγλου μηχανικού και Ισπανίδας αριστοκράτισσας, δεν συμπεριλαμβάνεται στη επονομαζόμενη Γενιά του ’27 κυρίως λόγω πολιτικών φρονημάτων ή για να είμαστε πιο ακριβείς λόγω ελλείψεως πολιτικών φρονημάτων. Κοσμικός και πολυτάλαντος (συγγραφέας, δραματουργός, σκηνοθέτης και ζωγράφος την ίδια στιγμή), ανήσυχος και με αντικομφορμιστικό χιούμορ, διετέλεσε ανάμεσα σε άλλα πολεμικός ανταποκριτής στην υπηρεσία των φρανκικών στρατευμάτων (ήταν παρών στις μάχες του μετώπου της Μαδρίτης) το 1937, διπλωμάτης, σκηνοθέτης και περσόνα στην ανερχόμενη κινηματογραφική βιομηχανία του Χόλυγουντ (έγινε φίλος με τον Τσάρλι Τσάπλιν και προσκάλεσε τον Μπουνιουέλ, όπως και άλλους πολλούς Ισπανούς διανοούμενους, να δουλέψει εκεί). Έζησε όσο μπορούσε πιο έντονα ό,τι μπορούσε να του προσφέρει η εποχή του, προστατευμένος από τα προνόμια του και κρατώντας απόσταση τόσο από τους πολιτικοποιημένους και στρατευμένους στον αντιφρανκικό αγώνα Ισπανούς λογοτέχνες της εποχής του, όσο και από τον ρηχό κόσμο της μπουρζουαζίας την οποία αδιάκοπα στηλιτεύει για ανοησία και κακογουστιά. Ίσως ενδεικτικό της πληθωρικής του προσωπικότητας ήταν η αδιάκοπη πάλη του με την παχυσαρκία η οποία κατέστρεψε τελικά την υγεία του.


Γκουίντο Ρένι, «Η Σωσάννα» (λεπτομέρεια)
Γκουίντο Ρένι, «Η Σωσάννα» (λεπτομέρεια)

Είχαν αρχίσει να το λένε εδώ και κάμποσο καιρό: όλο και πιο πολλοί ήταν αυτοί που πέθαιναν, ενώ όλο και πιο λίγοι ήταν εκείνοι που έπλεκαν ζιπουνάκια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ξέσπασαν και δυο πόλεμοι, με τις επιδημίες στο κατόπι τους. Τον θάνατο τον είχαμε για ψωμοτύρι. Ακόμα και οι εκατοντάχρονοι, που θα ’πρεπε να δίνουν το καλό παράδειγμα, πέθαιναν το ίδιο. Ήταν τρομερό, πέθαιναν ακόμα και οι Πορτογάλοι…
Η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη, γι’ αυτό ο κόσμος την είχε αποδεχτεί δίχως υστερίες. Η ζωή, όμως είχε αλλάξει τόνο, είχε προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Τώρα πια δεν κανονίζονταν ραντεβού, κανείς πια δεν έλεγε: «ες αύριον τα σπουδαία». Ο κόσμος ζούσε μερα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, και η μοναδική έγνοια όλων ήταν να πεθάνουν όσο το δυνατόν καλύτερα: να πεθάνουν ξαπλωμένοι με το δεξί.
Ήταν η στιγμή που δεν είχε μείνει σχεδόν κανένας και οι λιγοστοί που υπήρχαν, όταν διασταυρώνονταν στους δρόμους, γελούσαν, όλο στωικότητα μπροστά στο αναπόφευκτο.

«Κι εσείς, πότε πεθαίνετε;» άκουγες να λένε πού και πού.

Η Γη έγινε νευρική και ταρακουνήθηκε αρκετές φορές. Η Ιταλία έπαψε να έχει σχήμα μπότας.
Και μια ωραία πρωία δεν είχε απομείνει κανείς για να ετοιμάσει το πρωινό, είχε πεθάνει όλος κόσμος, βλέπετε.
Ήταν μια σιωπή τόσο μεγάλη, που έμοιαζε λες και κάποιος στεκόταν με την μπαγκέτα του υψωμένη μπροστά στο αναλόγιο, όμως, τίποτα, ούτε ένα σφύριγμα, ούτε μια προσταγή, μια σιωπή τρομερή. Αφού άκουγες για τα καλά τη σιωπή, διέκρινες πια το αμυδρό σσσ από μια σπασμένη σωλήνα νερού, που έκανε τη σιωπή ακόμα πιο επιβλητική.
Τα πράγματα περίμεναν τον άνθρωπο, όπως κάθε πρωί. Τον περίμεναν γεμάτα ανυπομονησία, δεν καταλάβαιναν τι συμβαίνει κι άρχιζαν να μην νιώθουν στα καλά τους. Μηχανές, σπίτια, δρόμοι, πόλεις, όλα περίμεναν έτοιμα να μπήξουν τα κλάματα.
Στους δρόμους πετούσαν τα τελευταία λόγια γυρεύοντας κάποιο αυτί και σκιές με σάρκα και οστά, δίχως αφέντη, έτρεχαν ξοπίσω μέχρι να συναντήσουν το θάνατο μεσημεριάτικα. Οι υπόνομοι άφηναν τον τελευταίο αναστεναγμό της πόλης.
Ο πύργος του Άιφελ, ακουμπώντας το δάχτυλο κάθετα στα χείλη του Παρισιού, επέβαλε τη σιωπή της Δύσης. Ο Σηκουάνας έτρεχε στις μύτες των ποδιών. Από τους σταθμούς είχαν φύγει όλα τα τρένα. Ήταν η Πρωτομαγιά του θανάτου. Οι νεκροί κοιμούνταν.
Οι διαφημιστικές αφίσες έκαναν τα πράγματα ακόμα από πιο δραματικά, υποσχόμενες κάτι που ήταν πια αδύνατο: πορτρέτα ηθοποιών, ανδρών και γυναικών, εξαφανισμένων πλέον. Και τα «100 girls, 100!» του Μουλέν Ρουζ, που είχαν πέσει το ένα πίσω απ’ το άλλο, σαν μολυβένια στρατιωτάκια.
Ζωή υπήρχε μόνο στα ρολόγια που ήταν κουρδισμένα για πολλά χρόνια, το τικ-τακ τους ήταν τα αποσιωπητικά μετά τη λέξη ζωή. Σήμαιναν τις ώρες ανόητα, θυμίζοντας τι ώρα είναι στον κανένα, στέλνοντας τα δικά τους σινιάλα για να ζητήσουν βοήθεια. Τα δευτερόλεπτα ήταν ο σφυγμός της Γης.
Ένα ξυπνητήρι που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να κάνει πλάκα, ξέσπασε τόσο απότομα μες στο δωμάτιο της Σουσάνα, που η κοπέλα πετάχτηκε απ’ τον ύπνο της.

Η Σουσάνα δεν είχε πεθάνει, γιατί κάποιος έπρεπε να μείνει για να πεθάνει τελευταίος, και αυτή ακριβώς ήταν η δική της περίπτωση. Είχε συνεχίσει τη ζωή της ως συνήθως καθ’ όλη τη διάρκεια της καταστροφής. Τις νύχτες χόρευε κι έπινε στο ίδιο πάντα καμπαρέ και σχεδόν πάντοτε γύριζε σπίτι συντροφιά με έναν κύριο, διαφορετικό κάθε βράδυ, ο οποίος την εγκατέλειπε το επόμενο πρωί, αφήνοντάς της πενήντα φράγκα στο κομοδίνο. Καμιά φορά και λιγότερα.
Δεν διάβαζε εφημερίδες και ξυπνούσε μόνο για να πάει στο καμπαρέ της. Ο κόσμος της τελείωνε εκεί, στην πόρτα που οδηγούσε στις κουζίνες.
Την προηγούμενη νύχτα είχαν φανεί μόνο έξι-εφτά. Το αφεντικό και δυο-τρεις από τους θαμώνες έλειπαν. Τη Σουσάνα δεν την ένοιαξε που θα γύριζε μόνη της σπίτι, έτσι κι αλλιώς ήθελε να ξυπνήσει νωρίς την επόμενη μέρα και να πάει να ψωνίσει παπούτσια.
Το ξυπνητήρι συνέχισε να σκούζει στο πάτωμα, προσπαθώντας να ανασηκωθεί, κι αυτό έκανε τη Σουσάνα να ξυπνήσει εντελώς. Έριξε μια ματιά στο πλάι της, να δει αν υπήρχε κανένας εκεί, και μετά σηκώθηκε.
Η Σουσάνα σκεφτόταν πως ήταν η πρώτη μέρα που θα έβγαινε έξω νωρίς, πως θα βολτάριζε σε δρόμους και μαγαζιά, γι’ αυτό φρόντισε επιμελώς την εμφάνισή της, διάλεξε τις καλύτερές της ζαρτιέρες κι έφαγε μια ολόκληρη ώρα μπροστά στον καθρέφτη για να μακιγιαριστεί.
Στο μεταξύ, τα χορτάρια που είχε συνθλίψει η πόλη, μόλις πήραν είδηση τι συνέβαινε, πάλευαν να ανασηκώσουν την ταφόπλακά τους.
Η Σουσάνα βγήκε στο δρόμο. Λες κι είναι Κυριακή, σκέφτηκε μόλις πρόσεξε την ησυχία.
Περπατούσε δίχως να συνειδητοποιεί την τραγωδία. Κοιτούσε δεξιά κι αριστερά προτού διασχίσει το δρόμο. Δε συνειδητοποιούσε τη μοναξιά της επειδή η αντανάκλαση στις βιτρίνες πολλαπλασίαζε την εικόνα της και δημιουργούσε την εντύπωση πολυκοσμίας. Λες και είχε μια φίλη μαζί της. Μπήκε στο πολυκατάστημα. Οι ψηλοί θόλοι, φουσκωμένοι από τη σιωπή, έμοιαζαν έτοιμοι να σηκωθούν στον αέρα.
Στους πάγκους ήταν τα τελευταία ρετάλια, με το ύστατο ανθρώπινο πασπάτεμα πάνω τους. Τα καρτελάκια με τις τιμές ήταν τα κηδειόσημα των πραγμάτων. Η Σουσάνα άρχισε να νιώθει φόβο και προσπάθησε να τον κατανικήσει παριστάνοντας την αφηρημένη, στρέφοντας το ενδιαφέρον της στα εκτεθειμένα αντικείμενα.
Διέσχισε το κεντρικό αίθριο αγγίζοντας τα πάντα, τα τακούνια της όμως έκαναν τόσο θόρυβο που ήταν λες και την είχαν πάρει στο κατόπι. Ξεφεύγοντας από τον ίδιο της τον εαυτό, περπατώντας στις μύτες των ποδιών, έφτασε στο τμήμα με τα γυναικεία. Εκεί υπήρχαν δεκάδες κέρινες κούκλες και ανάσανε πιο ήρεμα, γιατί της φαινόταν ότι είχε μπει σε ένα σπίτι που είχε γιορτή.
Η Σουσάνα κάθισε σε μια πολυθρόνα και άρχισε να μιλάει. Έλεγε διάφορα στις κούκλες, προσέχοντας πολύ να μην τους κάνει ερωτήσεις. Ωστόσο, στις σιωπές ο φόβος επέστρεφε και οι κούκλες έμοιαζαν ακόμα πιο άψυχες, λες και ο θάνατος τις είχε αιφνιδιάσει σε μια άβολη στάση.
Το γεγονός ότι δεν της απαντούσε κανείς, την έκανε να φοβηθεί και βγήκε στον δρόμο ουρλιάζοντας. Έτρεχε ψάχνοντας κάποιον να του μιλήσει, ζητούσε βοήθεια στα σταυροδρόμια, τηλεφωνούσε σε κάθε τηλέφωνο για κλήση ανάγκης, αλλά πάντα η μαύρη σιωπή.
Κάθισε σε ένα παγκάκι στον καθαρό αέρα, ένιωθε λιγότερο φόβο έτσι. Συλλογίστηκε όμως τότε τη νύχτα και κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να την περάσει στην πόλη, κυρίως ήταν οι γωνιές, που την έκαναν να νοσταλγεί ακόμα περισσότερο το ανθρώπινο είδος. Εκείνες οι γωνιές, δίχως κανέναν πίσω τους, δίχως τη δυνατότητα να κρύψουν κανέναν.
Η Σουσάνα πήρε ένα εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο και έφυγε ψάχνοντας να βρει κάποιον. Στην αρχή, εξακολουθούσε να πατάει την κόρνα στις διασταυρώσεις και να βγάζει το χέρι της στις στροφές. Μόλις όμως το συνειδητοποιούσε, γινόταν έξαλλη με τον εαυτό της και η κακή της διάθεση έδιωχνε το φόβο μακριά.
Έσπασε τον μπροστινό καθρέφτη, πέταξε το καπέλο της στο δρόμο, έβγαλε τα ρούχα της. Ήταν η απάντησή της στην κατάσταση των πραγμάτων. Στην πλατεία της Όπερας, έμεινε εντελώς γυμνή. «Αν έχει μείνει κανείς, τώρα θα εμφανιστεί σίγουρα», σκέφτηκε. Κανείς, όμως, δεν έσπευσε να επωφεληθεί και, αφού δεν την ήθελαν γυμνή, μπήκε στο καλύτερο μαγαζί με γούνες και φόρεσε το ακριβότερο παλτό. Αλλά, τίποτα. Δραπετεύοντας από τη νύχτα της πόλης, απομακρύνθηκε απ’ αυτήν με το αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως σώριασε κάτω ένα περίπτερο με εφημερίδες, γεμάτες ειδήσεις που δεν ενδιέφεραν πλέον κανέναν.
Τρέχοντας με εκατό, επέστρεφε στην Ανατολή ό,τι είχε απομείνει από την ανθρωπότητα, ό,τι είχε απομείνει από την μετανάστευση του ανθρώπινου είδους προς την αντίθετη κατεύθυνση χιλιάδες χρόνια πριν. Ήταν μια επιστροφή στην εστία. Κι εκείνο το ύστατο απομεινάρι της ανθρώπινης φυλής είχε κατεβάσει το καλσόν κάτω από τα γόνατα για να μην το σκίσει.

Μόναχο, Βιέννη, Βουδαπέστη. Μεγάλωναν τα γένια στις νεκρές πόλεις, το αυτοκίνητο της Σουσάνα τρόμαζε τις πέρδικες σε κάθε πλατεία Όπερας.
Τα ερείπια φέρνουν το φθινόπωρο και τα πουλιά κελαηδούσαν πάνω από την πόλη όπως κελαηδούν μονάχα έναν βροχερό Οκτώβρη.
Στα σπίτια είχαν ξεμείνει φυλακισμένες οι μύγες και οι κουτουλιές τους πάνω στα τζάμια ήταν θαρρείς ένα ρολόι που δεν είχε ξεκουρδιστεί.
Στα καμπαναριά οι καμπάνες έμοιαζαν με απαγχονισμένες μπαλαρίνες.
Η Γη είχε πια απαλλαγεί από τον πυρετό και ξεκουραζόταν ήρεμη. Γεννήθηκαν δέντρα και γεννήθηκαν πέτρες. Κινήθηκαν τα άψυχα και οι ήπειροι, διαπιστώνοντας πως δεν υπήρχε κανείς πια για να τις διορθώσει, άλλαξαν σχήμα.
Οι χάρτες, στα έρημα σχολεία, απέκτησαν μια πατίνα παλιάς γκραβούρας. Ένα αστέρι κατέβηκε να βρέξει τα άκρα του στη θάλασσα.
Τότε η Αγγλία μπροστά στο χάος κοκκίνισε, δεν άντεξε και βυθίστηκε στο νερό.

Η Σουσάνα έβγαλε το σουτιέν στη Βουδαπέστη και το άφησε έκθετο στη δημοσιά.
Σιγά, σιγά της είχε φύγει ο φόβος και τώρα διασκέδαζε το γοργό φευγιό της τραγουδώντας κουπλέ του μπουλβάρ.
Έτσι, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τα σκυλιά είχαν πεθάνει πάνω στους τάφους των Τούρκων λες και είχαν αποκοιμηθεί: σε σχήμα μισοφέγγαρου.
Στο δρόμο αυτό, που αναμφίβολα βγάζει στην Ασία, οδήγησε η Σουσάνα το αυτοκίνητό της. Στα μισά της γέφυρας αναγκάστηκε να σταματήσει. Ένα ποδήλατο ήταν πεσμένο καταμεσής του δρόμου. Ένας άντρας φούσκωνε το λάστιχο.

«Στην ηλικία σας θα ’πρεπε να το ξέρετε πως δεν κάνει να εμποδίζουμε την κυκλοφορία» είπε η Σουσάνα θυμωμένη. Ο άντρας σταμάτησε τη δουλειά του και κοίταξε την κοπέλα που ξέσπασε σε κλάματα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του.

Συνέχισαν μαζί το ταξίδι. Η έρημος χαμογελούσε, σαν κάποιος που τα έχει δει όλα.
Ο άντρας, ένας καθηγητής Ιστορίας, έκανε αόριστες χειρονομίες. Ανέφερε μεγάλα, αθάνατα ονόματα, που ηχούσαν αλλόκοτα μες σε κείνη την ερημιά. Εξήγησε στη Σουσάνα τον κύκλο των πολιτισμών και είπε διάφορες εγκωμιαστικές φράσεις για τους Έλληνες.
Η Σουσάνα είχε μια πολύ πιο στενή αντίληψη για την ανθρωπότητα. Το μεγάλο της είδωλο ήταν μια ξαδέρφη της, παντρεμένη με έναν άντρα που μεθοκοπούσε συνέχεια, ήταν, όμως, υπάλληλος στο Κτηματολόγιο. Εκείνη η ξαδέρφη έκανε κάτι κεντήματα που όμοιά τους δεν έβρισκες σε όλο το Παρίσι, κι αν πεις για να μαντάρει τους πόντους στα καλσόν, εκεί πια δεν την έπιανε καμιά… Οι κουβέντες των δυο τελευταίων ανθρώπων έμεναν πίσω από το αυτοκίνητο, πάλλονταν προς στιγμήν, πριν πέσουν τελικά κάτω και ανακατευτούν με την άμμο.
Το λεπτό τούλι κολλούσε πάνω στο σώμα της Σουσάνα από τον αέρα.

«Δεν σας θλίβει» συνέχισε εκείνη «να σκέφτεστε ότι είμαστε οι τελευταίοι;»
«Ίσως να υπάρχει λύση» απάντησε ως αβρός καρδιοκατακτητής ο άντρας.
«Εξάλλου», πρόσθεσε με νόημα, «οι έσχατοι έσονται πρώτοι».

Έπεσε μια αμήχανη σιωπή φτάνοντας στη συμβολή του Τίγρη και του Ευφράτη. Εκεί έμειναν από βενζίνη.
Κάθισαν κατάχαμα ψάχνοντας θέματα για συζήτηση, τα οποία ο άντρας έβρισκε με μεγαλύτερη ευκολία, λέγοντας κάπου, κάπου:

«Έτσι, που λέτε, αν είμαστε οι τελευταίοι, είναι επειδή το θέλουμε, δεσποινίς…».

Ίσως επειδή η Σουσάνα είχε αφήσει το παλτό της στο αυτοκίνητο.
Και πάνω στην ώρα, ήρθε ένας κύριος με μακριά γενειάδα και καλοσυνάτο πρόσωπο κι ένας άγγελος με πύρινη ρομφαία από κοντά Του. Έρχονταν από τον επίγειο Παράδεισο, που βρίσκεται εκεί ακριβώς.
Η Σουσάνα δεν τον αναγνώρισε αμέσως.

«Ποιος είστε εσείς;» ήταν το πρώτο που του είπε.

Ο Κύριος ήταν χαμογελαστός, γεμάτος αγαθή θέληση.

«Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε, και η φωνή του δημιούργησε αντίλαλο εκεί που δεν υπήρχε.
«Κύριε» τραύλισε ο άντρας «εγώ είμαι Γερμανός, λουθηρανός. Η δεσποινίς είναι Γαλλίδα και καθολική. Εμείς…»

Ο Θεός τον διέκοψε ευγενικά:

«Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ αυτά. Θέλω να μάθω τι γυρεύετε εσείς έξω από τον Παράδεισο, όπου είναι πιο όμορφα και πιο ευχάριστα απ’ ό,τι στο ύπαιθρο».

Ο άγγελος μπήκε στη μέση:

«Κύριε, τους εκδιώξατε επειδή έφαγαν το μήλο».

Θεός: «Ποιο μήλο;»

Κι ο άγγελος, με ένα γρύλισμα: «Το μήλο!»
Ο Θεός γέλασε καλοκάγαθα και τους έσπρωξε μαλακά, λέγοντάς τους:

«Καλά, καλά… Βλέπω ότι ερμηνεύσατε πολύ αυστηρά τον κανονισμό. Μπείτε πάλι, παιδιά μου, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά».

Ένα καινούργιο αεράκι φύσηξε αναζωογονητικά στον πλανήτη την ώρα που η Εύα μπήκε ψάχνοντας φρούτα.

————————————————
Προδημοσίευση από τον τόμο συλλογικής μετάφρασης με τίτλο Το διήγημα σε χαλεπούς καιρούς: Διηγήματα της  Πρώιμης Φρανκικής Περιόδου που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδ. Carnívora» .

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: