Σαββατοκύριακο / Μια νύχτα, δυο άσχημοι

Λίγοι συγγραφείς υπήρξαν τόσο πιστοί μάρτυρες της ευμετάβλητης πραγματικότητας της πατρίδας του και της Λατινικής Αμερικής όσο ο Μάριο Μπενεντέτι (Πάσο ντε λος Τόρες Ουρουγουάη, 1920 -Μοντεβιδέο 2009). Δεκάδες βιβλία ποίησης, νουβέλας, διηγήματος, λογοτεχνικού και πολιτικού δοκίμιου, δημοσιογραφία, χιούμορ, μέχρι και τραγούδια είναι το μεγάλο έργο του Μπενεντέτι.
Σημεία καμπής στη ζωή του ήταν το ταξίδι του στις ΗΠΑ το 1959 και η Κουβανική επανάσταση την ίδια χρονιά. Εζησε στην εξορία για δέκα χρόνια κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη (1973-1985). Η έκδοση των βιβλίων του τότε σε Ισπανία και Μεξικό χάρισαν στον Μπενεντέτι μεγάλη επιτυχία και φήμη. Οι μετακινήσεις του σε Ισπανία, Αργεντινή, Περού, Κούβα, Μεξικό και άλλες χώρες άφησαν τα ίχνη τους στο έργο του και την πολιτική του στράτευση.
Η λογοτεχνική ζωή του διήρκεσε περίπου εξήντα χρόνια και πέρασε από πολλές φάσεις. Όμως, μία σταθερά τον ακολουθούσε πάντα: να παρουσιάσει τη ζωή του καθημερινού ανθρώπου, της μεσαίας τάξης. Κάποιες φορές ενσωματωμένος σε αυτή και κάποιες αποστασιοποιημένος ανοιχτά. Δίκαια θεωρείται από τους κριτικούς ο χρονικογράφος της μεσαίας τάξ
ης.

 

Ο Μάριο Μπενεντέτι (φωτ. Mayer)
Ο Μάριο Μπενεντέτι (φωτ. Mayer)

Σαββατοκύριακο

Περίμενε τον πατέρα του στην πόρτα του σχολείου. Όπως κάθε Παρασκευή. Μετά το διαζύγιο, ο Φερνάντο ζούσε με την μητέρα του, αλλά τα Σαββατοκύριακα τα πέρναγε με τον πατέρα του. Αυτό το είχαν λύσει φιλικά πριν από οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, πάνω από όλα για να μην πληγώσουν το γιο τους με άσκοπες εχθροπραξίες.
Ποτέ δεν ερχόταν στην ώρα του, αλλά αυτή τη φορά καθυστέρησε παραπάνω απ’ το συνηθισμένο. Περίμενε με τα άλλα παιδιά και ο Φερνάντο δεν ανησυχούσε, αλλά σιγά σιγά φεύγαν αυτά ένα ένα με τους γονείς τους. Στο τέλος έμειναν μόνο αυτός και ο θυρωρός, ένα τύπος που καθόλου δε χώνευε τους μαθητές.
Ο Μαρθέλο κατέφθασε επιτέλους, σχεδόν τρέχοντας. Ο Φερνάντο φίλησε απρόθυμα το ιδρωμένο μάγουλο του πατέρα του. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου, ο ιδρώτας έμενε στα χείλη του και του είχαν πει ότι δεν ήταν και σωστό να τον σκουπίζει με το χέρι.

– Αγχώθηκες;
– Όχι.
– Σε παρακαλώ, μην πεις στη μητέρα σου τίποτα για αυτή την καθυστέρηση. Το λέω, για να μην ανησυχεί. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσα να ξεφορτωθώ έναν ανυπόφορο πελάτη.

Μην το πεις στη μητέρα σου. Ο Φερνάντο δεν καταλάβαινε γιατί δεν είπε: Μην το πεις στη Λουίζα.
Πήραν ένα ταξί για το καθιερωμένο ρεστοράν της Παρασκευής. Ο Φερνάντο δεν μπήκε καν στον κόπο να διαβάσει το μενού. Ήταν πάντα πιστός στην μπριζόλα με σαλάτα.

– Δεν θέλεις να παραγγείλεις κάτι άλλο;
– Όχι.
– Εγώ θα βαριόμουν να παίρνω συνέχεια το ίδιο.
– Εμένα μου αρέσει. Γι' αυτό δε το βαριέμαι.

Ο Μαρθέλο εκπλήρωσε το πατρικό του ενδιαφέρον με ερωτήσεις σχετικές με τα μαθήματα του γιού του, τις δασκάλες του και τους συμμαθητές του. Ήταν οι γνωστές ερωτήσεις ρουτίνας και έτσι ο Φερνάντο κατέφευγε με τη σειρά του στις απαντήσεις ρουτίνας.

– Και απ’ όλα αυτά που μαθαίνεις, ποιο σου αρέσει πιο πολύ;
– Η Ιστορία και οι ιστορίες.

Το πρώτο χαμόγελο αυτής της Παρασκευής σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Φερνάντο εξαιτίας αυτού του τόσο απλοϊκού χιούμορ του, αλλά και ο πατέρας του δεν έκρυψε και αυτός ένα γέλιο. Ούτε το γλυκό είχε κάποια πρωτοτυπία: παγωτό βανίλια.

– Και η μητέρα σου, πως είναι;
– Μόνη. Είναι μόνη.
– Ε καλά, όχι τόσο μόνη. Έχει εσένα.
– Ε, ναι, βέβαια.

Έφτασαν σε ένα όμορφο διαμέρισμα πάνω στη Ράμπλα και ο Φερνάντο κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Ο Μαρσέλο του είχε κρατήσει αυτό το χώρο, όπου, εκτός από το κρεβάτι και τα άλλα έπιπλα, υπήρχαν παιχνίδια (σετ με συναρμολογούμενες κατασκευές και ένα ηλεκτρικό τρενάκι) για προσωπική του διασκέδαση. Είχε ακόμα μια μικρή τηλεόραση. Και στο σπίτι της μητέρας του ο Φερνάντο είχε το δικό του χώρο, με άλλα φυσικά παιχνίδια. Του άρεσε πολύ αυτή η εκ περιτροπής συγκατοίκηση με τη μάνα και τον πατέρα του. Ήταν σα να πέταγε από μια χώρα σε άλλη και αντίστροφα.
Έπαιξε λίγο με το συναρμολογούμενο (έφτιαξε κάτι, που με λίγη καλή θέληση, έμοιαζε με μύλο), είδε στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για τους σκίουρους και κοιμήθηκε λίγο, όταν ο Μαρθέλο τον φώναξε από τη βεράντα.
Εκεί τον περίμενε μια έκπληξη: μια κοπέλα, ψηλή, ξανθιά με μακριά λυτά μαλλιά, με τζιν. Ο Φερνάντο διαπίστωσε ότι ήταν όμορφη και συμπαθητική.

– Φερνάντο, είπε ο πατέρας του. Από δω η Ινές, μια καλή μου φίλη, που θα γίνει και δική σου φίλη.

Η καλή φίλη είπε μόνο «γειά!» Τον πήρε όμως από το χέρι και τον πλησίασε στην κουνιστή πολυθρόνα της. Τον φίλησε απαλά και ο Φερνάντο διαπίστωσε με ανακούφιση ότι το μάγουλο της δεν ήταν ιδρωμένο. Του άρεσε που η Ινές δεν τον ρώτησε για το σχολείο, τα μαθήματα, τις δασκάλες και τους άλλους μαθητές. Αντίθετα, του κουβέντιασε για ταινίες και ποδόσφαιρο. Του φάνηκε περίεργο πως μια γυναίκα ξέρει τόσα για το ποδόσφαιρο. Στην κουβέντα πάνω, είπε ότι ήταν οπαδός της Νασιονάλ. Και αυτός Νασιονάλ ήταν. Μια καλή αρχή!
Ο Μαρθέλο αντίθετα ήταν Περανιόλ, αλλά απολάμβανε εκείνη την πρεμιέρα, σαν τον παράνομο συγγραφέα ενός καλού σεναρίου.
Η Ινές είχε φέρει μερικά πακέτα με φαγητό κι έτσι έφαγαν στο σπίτι. Μετά, είδαν λίγο τηλεόραση (για λoιμοκτονίες, πλημμύρες και τρομοκρατικές επιθέσεις), αλλά μιας και του Φερνάντο του κλείνανε τα μάτια, ο πατέρας του τον έστειλε στο κρεβάτι, αφού πρώτα του του ζήτησε να πλύνει τα δόντια.

Τα μεσάνυχτα τον ξύπνησε ένας θόρυβος που ερχόταν απ’ το μπάνιο. Κάποιος είχε τραβήξει το καζανάκι. Ο Φερνάντο κατασκόπευσε απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου του την Ινές με το νυχτικό, που βγήκε από το μπάνιο και μπήκε στο δωμάτιο του Μαρθέλο.
Ο Φερνάντο επέστρεψε στο κρεβάτι του και έμεινε για λίγο ξάγρυπνος. Η Ινές ήταν όμορφη, συμπαθητική και επιπλέον Νασιονάλ. Αλλά λίγο πριν ξανακοιμηθεί, ο Φερνάντο αποφάσισε να ενισχύσει την πίστη του προς την Λουίζα. Τη μητέρα του δεν την ενδιέφερε το ποδόσφαιρο, αλλά ακόμα κι έτσι αυτουνού του φαινόταν πιο όμορφη και πιο συμπαθητική.
Το Σάββατο και την Κυριακή, ο Φερνάντο απόλαυσε την συντροφιά του πατέρα του και εκείνος του Φερνάντο. Δεν ήταν καιρός ακόμα για να σταθμίσει την κατάσταση. Και σα να είχε τελειώσει το σενάριο της ταινίας, η Ινές δεν ξαναμίλησε για ποδόσφαιρο. Παρέμενε τόσο σιωπηλή που το βράδυ της Κυριακής ο Μαρθέλο την πλησίασε, χάιδεψε το όμορφο κεφάλι της και τι ρώτησε τι της συνέβαινε.

– Τίποτα σπουδαίο, είπε εκείνη. Μόνο που πρέπει να το συνηθίσω.

Το είπε ψιθυριστά, μόνο για το Μαρθέλο, αλλά ο Φερνάντο την άκουσε ( η γιαγιά πάντα έλεγε: «αυτό το παιδί έχει φανταστική ακοή») και συμπέρανε ότι και αυτός έπρεπε να συνηθίσει. Θα συνήθιζε;
Το βράδυ της Κυριακής, ο Μαρθέλο παρέδωσε τον Φερνάντο στο σπίτι της μητέρας του. Χτύπησε από κάτω και όταν άκουσε κάτι σαν τη φωνή της πρώην γυναίκας του, είπε: «Λουίζα, σου αφήνω τον Φερνάντο. Γειά». «Ευχαριστώ. Γειά», είπε το θυροτηλέφωνο, πιο βραχνό απ’ ότι συνήθως.
Ο Φερνάντο ανέβηκε με το ασανσέρ μέχρι τον έκτο όροφο. Εκεί τον περίμενε η Λουίζα. Τον φίλησε, είχε στο πρόσωπο λίγο κέικ, αλλά αυτόν δεν τον πείραξε.
Λίγο μετά, του έκανε ένα χυμό πορτοκάλι. Ξαφνικά κοίταξε τον Φερνάντο με περιέργεια. Σκέφτηκε ότι ήταν παράλογο, αλλά της φάνηκε ότι ο γιος της είχε μεγαλώσει σε μόνο 48 ώρες.
Και μόνο για να πει κάτι, η Λουίζα ρώτησε:

– Και ο πατέρας σου, πως είναι;

Ο Φερνάντο σκέφτηκε: ούτε αυτή λέει «Μαρθέλο» αλλά «ο πατέρας σου». Ξεροκατάπιε πριν απαντήσει:

– Μόνος. Είναι μόνος.


[ Από τη συλλογή Εl Buzón del tiempo ] 

Μια νύχτα, δυο άσχημοι

1.

Και οι δύο είμαστε άσχημοι. Όχι απλά συνηθισμένοι άσχημοι. Αυτή έχει ένα βαθουλωμένο μάγουλο. Από οκτώ χρονών, από τότε που την χειρούργησαν. Το δικό μου αηδιαστικό σημάδι δίπλα από το στόμα, προέρχεται από ένα βαρύ έγκαυμα, που έπαθα στην αρχή της εφηβείας μου.
Ούτε μπορεί κανείς να πει ότι έχουμε καλοσυνάτα μάτια, αυτά τα φαναράκια της δικαίωσης με τα οποία κάποιοι τυχεροί τερατόμορφοι καταφέρνουν να αγγίξουν την ομορφιά. Μπα, με τίποτα.
Τόσο τα μάτια της όσο και τα δικά μου, είναι μάτια γεμάτα απωθημένα, που το μόνο που αντικατοπτρίζουν είναι η λίγη η η ανύπαρκτη ανοχή με την οποία αντιμετωπίζουμε την κακοτυχία μας. Ίσως αυτό ήταν που μας ένωσε. Ίσως η λέξη “ένωσε” να μην είναι η πιο κατάλληλη λέξη. Αναφέρομαι στο βαθύ μίσος που νιώθει ο καθένας μας για το πρόσωπό του.
Γνωριστήκαμε στην είσοδο ενός κινηματογράφου, στην ουρά, για να δούμε στην οθόνη δύο όμορφους, δύο οποιουσδήποτε όμορφους. Εκεί ήταν που εντοπίσαμε ο ένας τον άλλον, χωρίς συμπάθεια, αλλά με μια ερεβώδη αλληλεγγύη. Εκεί ήταν που καταγράψαμε, ήδη με την πρώτη ματιά, τις προσωπικές μας μοναξιές. Στην ουρά ήταν όλοι αληθινά ζευγάρια: σύζυγοι, αρραβωνιασμένοι, ερωτευμένοι, ηλικιωμένοι, ένας θεός ξέρει τι. Όλοι –χεράκι χεράκι ή α λα μπρατσέτα– είχαν κάποιον. Μόνο εκείνη και εγώ είχαμε τα χέρια σφιγμένα και κρεμασμένα.

Εξετάσαμε τις ασχήμιες μας, με προσοχή, με θράσος αλλά χωρίς περιέργεια. Περιεργάστηκα το βαθούλωμα στο ζυγωματικό της με την αναίδεια που μου πρόσφερε το δικό μου συρρικνωμένο μάγουλο. Αυτή δεν ενοχλήθηκε. Μου άρεσε που ήταν σκληρή, που μου επέστρεψε την αδιακρισία με το βλέμμα της, με έναν ενδελεχή έλεγχο στην λεία, γυαλιστερή και άτριχη περιοχή της παλιάς μου ουλής.
Επιτέλους μπήκαμε. Καθίσαμε σε διαφορετικές σειρές, αλλά συνεχόμενες. Αυτή δεν μπορούσε να με δει, αλλά εγώ, ακόμα και στο μισοσκόταδο, μπορούσα να διακρίνω το λαιμό με τα ξανθά μαλλιά, το νεανικό και καλοφτιαγμένο αυτί της. Ήταν το αυτί της καλής της μεριάς.
Για μια ώρα και σαράντα λεπτά, απολαμβάναμε την ομορφιά του σκληρού ήρωα και της γλυκειάς ηρωίδας. Εγώ τουλάχιστον πάντα ήμουν ικανός να θαυμάζω το ωραίο. Την απέχθειά μου την κρατάω για το πρόσωπό μου και καμμιά φορά για το Θεό. Και για το πρόσωπο άλλων κακάσχημων, άλλων φρικιών. Ίσως θα έπρεπε να νιώθω οίκτο, αλλά δεν μπορώ. Η αλήθεια είναι ότι αυτοί είναι σαν τον καθρέφτη μου. Κάποιες φορές αναρωτιέμαι τι θα είχε γίνει με το μύθο του Νάρκισσου αν αυτός είχε ένα ζυγωματικό βαθουλωμένο, η αν ένα οξύ του είχε κάψει το μάγουλο, η αν του έλειπε η μισή μύτη η είχε ένα σημάδι από ράψιμο στο μέτωπο.

Την περίμενα στην έξοδο. Περπάτησα κάποια μέτρα δίπλα της και μετά της μίλησα. Μόλις σταμάτησε και με κοίταξε, μου έδωσε την εντύπωση ότι αμφιταλαντεύονταν. Την κάλεσα να μιλήσουμε σε μια καφετέρια η ένα ζαχαροπλαστείο. Δέχτηκε αμέσως.
Η καφετέρια ήταν γεμάτη, αλλά εκείνη τη στιγμή άδειασε ένα τραπέζι. Καθώς περνάγαμε ανάμεσα στον κόσμο, ένιωθα γύρω μας κινήσεις και χειρονομίες έκπληξης. Οι κεραίες μου είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στο να πιάνω εύκολα αυτή την αρρωστημένη περιέργεια, αυτό τον υποσυνείδητο σαδισμό όλων αυτών που έχουν ένα εξαιρετικά συμμετρικό και κανονικό πρόσωπο,. Αλλά αυτή τη φορά δε χρειάστηκε καν η άριστη διαίσθησή μου, μιας και στα αυτιά μου φτάνανε σιγοψιθυρίσματα και ξερόβηχες. Ένα μόνο του πρόσωπο τρομακτικό έχει προφανώς το ενδιαφέρον του, αλλά δυο ασχήμιες μαζί αποτελούν από μόνες τους ένα θέαμα σπουδαίο, είναι σχεδόν ένα οργανωμένο θέαμα. Κάτι που πρέπει να το βλέπει κανείς με παρέα, μαζί με κάποιον η κάποια από αυτούς τους καλοφτιαγμένους με τους οποίους αξίζει να μοιραστείς τον κόσμο.
Καθίσαμε, παραγγείλαμε δύο παγωτά και αυτή τόλμησε να βγάλει απ’ την τσάντα της (και αυτό μου άρεσε) το καθρεφτάκι της και να φτιάξει τα μαλλιά της. Τα ωραία μαλλιά της.

– Τι σκέφτεστε; ρώτησα.

Κοίταξε τον καθρέφτη και χαμογέλασε. Το βαθούλωμα στο μάγουλο άλλαξε σχήμα.

– Πολλά κοινά, είπε. Ο ένας για τον άλλον.

Μιλήσαμε πολύ. Μετά από μιάμιση ώρα πια έπρεπε να παραγγείλουμε δυο καφέδες για να δικαιολογήσουμε κι άλλο την παραμονή μας εκεί. Ξαφνικά κατάλαβα ότι τόσο εκείνη όσο κι εγώ μιλάγαμε με μια ωμότητα τόσο δηκτική που κινδύνευε να περάσει τα όρια της ειλικρίνειας και να μετατραπεί σε υποκρισία. Αποφάσισα να φτάσω στα άκρα.

– Εσείς, αλήθεια, νιώθετε αποκλεισμένη από τον κόσμο;
– Ναι, είπε, ακόμα και όταν κοιτιέμαι.
–Εσείς θαυμάζετε τους όμορφους, τους κανονικούς. Εσείς θα θέλατε να έχετε ένα πρόσωπο τόσο κανονικό όσο η κοπελίτσα στα αριστερά σας, παρά το ότι εσείς είστε έξυπνη και αυτή, αν κρίνω από το γέλιο της, αθεράπευτα ανόητη;

– Ναι.

Για πρώτη φορά δεν μπόρεσε να αντέξει το βλέμμα μου.

– Και εγώ αυτό θα ήθελα. Αλλά μπορεί να γίνει κάτι, ξέρετε;
– Κάτι, σαν τι;
– Να αγαπηθούμε, διάολε! Η απλά να τα βρούμε. Λέγε με όπως θέλεις, αλλά υπάρχει ένα θέμα.

Αυτή σούφρωσε τα φρύδια. Δεν ήθελε να μου δώσει ελπίδες.

– Υποσχέσου ότι δε θα με περάσεις για τρελό.
– Υπόσχομαι.
– Η ιδέα είναι να περάσουμε μαζί τη νύχτα. Τη νύχτα ολόκληρη. Στο απόλυτο σκοτάδι. Με καταλαβαίνεις;
– Όχι.
– Πρέπει να με καταλάβεις! Στο απόλυτο σκοτάδι. Εκεί που εσύ δε θα με βλέπεις, ούτε εγώ θα σε βλέπω. Το κορμί σου είναι εξαίσιο, δεν το ήξερες:

Αυτή κοκκίνησε και το βαθούλωμα στο μάγουλο έγινε κατακόκκινο.

– Μένω μόνος, σε ένα διαμέρισμα εδώ κοντά.

Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε με απορία, με διερευνητική ματιά, ψάχνοντας απεγνωσμένα να βγάλει ένα συμπέρασμα.

– Πάμε, είπε.

2.

Όχι μόνο έσβησα το φως, αλλά επιπλέον τράβηξα και τη διπλή κουρτίνα.
Δίπλα μου αυτή ανάσαινε. Και δεν ανάσαινε βαριά. Δε θέλησε καν να τη βοηθήσω να γδυθεί.
Δεν έβλεπα τίποτα μα τίποτα. Αλλά διαπίστωσα ότι τώρα ήταν ακίνητη, περιμένοντας κάτι. Άπλωσα προσεκτικά το χέρι, μέχρι να βρω το στήθος της. Αυτό το άγγιγμα μου έφερε μια αίσθηση δύναμης και διέγερσης. Έτσι έφτασα στην κοιλιά της, στο αιδοίο της. Τα «είδα»! Και τα δικά της χέρια επίσης με «είδαν».
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι έπρεπε να κρατηθώ (και να την κρατήσω) από αυτό το ψέμα που εγώ ο ίδιος κατασκεύασα. Έμοιαζε σαν αστραπή. Δεν είμασταν αυτό. Δεν είμασταν αυτό.
Έπρεπε τώρα να επιστρατεύσω όλα τα αποθέματα θάρρους και όντως το έκανα. Το χέρι μου ανέβηκε αργά στο πρόσωπό της, συνάντησε το βαθούλωμα της φρίκης και άρχισε αργά, αποφασιστικά και απολαυστικά να το χαϊδεύει. Στην πραγματικότητα, τα δάχτυλά μου (στην αρχή λίγο τρεμάμενα, μετά σιγά σιγά ψύχραιμα) πέρασαν πολλές φορές πάνω απ’ τα δάκρυα της.
Τότε, και ενώ καθόλου δεν το περίμενα, το χέρι της άγγιξε το πρόσωπό μου και χάιδεψε πολλές φορές την ουλή και το άτριχο δέρμα, αυτή τη γυμνή νησίδα της τραγικής μου ρετσινιάς.
Κλάψαμε μέχρι το πρωί. Κακότυχοι, ευτυχισμένοι. Σε λίγο σηκώθηκα και τράβηξα τη διπλή κουρτίνα.


[ Από το βιβλίο La muerte y otras sorpresas ]

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: