Γιάννης Στεφανάκις «Η στιγμή»

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο˙ καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο˙ το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».
Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική, Salvatores Dei1



Στο εικαστικό βίντεο Η στιγμή,2 ο Γιάννης Στεφανάκις ξεναγεί ο ίδιος προσωπικά τους θεατές στο φαντασιακό, ζωγραφικό βασίλειο του. Όπως ο αγαπημένος του καλλιτέχνης, ο κορυφαίος William Kentridge κάνει χρήση των δικών του σχεδίων από κάρβουνο ως πρώτη ύλη για τις ταινίες του, έτσι και ο Στεφανάκις ενεργοποιεί τους πίνακες και τα μαυρόασπρα σκίτσα του για να κατασκευάσει αφηγήματα σε μια σειρά βίντεο που πρωτοξεκίνησε το 2007. Εμφυσά στις στατικές εικόνες κίνηση, πνοή, ζωή και ροή στον χρόνο. Οι ιστορίες των ζωγραφικών έργων από τις ενότητες «Εικόνες περιπλάνησης» (2008) και «Παλίμψηστα εννοιών» (2018) ενσωματώνονται στο Η στιγμή, σε εφήμερα κινητικά πλάνα δημιουργώντας μια νέα αφήγηση που ξεδιπλώνεται εν ροή. Το σενάριο εμπλουτίζεται με φρέσκο οπτικό υλικό, με καινούργιες ζωγραφιές που λειτουργούν ως κρίκοι αλληλουχίας ή ένθετα χορευτικά περάσματα. Μια «ζωντανεμένη» έγχρωμη φωτογραφία του Στεφανάκι μεταμορφώνει με χιούμορ τον καλλιτέχνη σε πρωταγωνιστή της Περιπατητικής Σχολής, δίνοντας ταυτόχρονα χροιά ιδιόρρυθμου ρεαλισμού.

H οικεία σκάλα που μαγικά οδηγεί στο φεγγάρι αποτελεί την εναρκτήρια σκηνή. Πρόκειται για φευγαλέα αλληγορία, αναφορά στην ανάγκη φυγής από τα γήινα και την επακόλουθη αίσθηση ανάτασης. Σε αυτό το σκηνικό –που κωδικοποιημένα αναπαράγει «το φωτεινό διάστημα» που λέγεται Ζωή– εισέρχεται ο καλλιτέχνης, βαδίζοντας αργά και ρυθμικά, κρατώντας ένα άδειο, λευκό τελάρο στα χέρια του. Οι επαναλαμβανόμενοι ήχοι των βημάτων του καλλιτέχνη-περιπατητή συγχρονίζονται με την υπέροχη σύνθεση «The Temperature of the Air on the Bow of the Kaleetan» του Chris Zabriskie. Η μουσική επένδυση επικαλύπτεται μερικώς, ανά διαστήματα, από αναπάντεχους ήχους που ξαφνιάζουν και διακόπτουν τη μουσική αρμονία. Εκκωφαντικά φτερουγίσματα πουλιών, μια αστεία κουτσουλιά που προσγειώνεται με φόρα στο παρμπρίζ αυτοκινήτου, μουγκρητά, γρυλίσματα και ανάσες ζώων, ενοχλητικοί θόρυβοι οχημάτων και ρυπογόνων αεροπλάνων, σπασμένα γυαλιά ή ο ήχος μιας κυλιόμενης σφαίρας που σκοινοβατεί. Η απότομη εμβολή των ηχητικών σημάτων, μαγνητοφωνημένων από την πραγματική ζωή, επιφέρει μια ένταση ανησυχίας στο κινούμενο ζωγραφικό πεδίο. Σε αυτό το παράδοξο περιβάλλον, κατοικημένο από ολόγυμνους ζωγραφισμένους συμπρωταγωνιστές, ακόμα και οι απαλοί ήχοι της βροχής αναδύουν μια αίσθηση επισφάλειας. «Κρεμασμένος στην άκρη του σύννεφου / κεντάω στίχους / βγάζοντας γλώσσα / στη βροχή που μ’ απειλεί», γράφει ο καλλιτέχνης στην ποιητική του συλλογή Ο Κόσμος των Πραγμάτων (εκδ. Καστανιώτη 2018).

Εξωπραγματικά συμβάντα διαδραματίζονται σε αυτόν τον εικαστικό περίπατο. Ένας απροσδιόριστος εικονικός χώρος, μια ατμόσφαιρα ονειρική με στοιχεία εφιάλτη. Οι κάτοικοι αυτής της παράξενης πολιτείας κρατούν σύννεφα και λαμπτήρες από σκοινιά, φέρουν κρυφές προσφορές στα χέρια τους, ζουν πάνω σε νήματα, ακίδες και στέγες πολυκατοικιών. Ακροβατούν επικίνδυνα. Άλλοτε πάλι κείτονται ερωτικά στο μεταφυσικό τοπίο, αιωρούνται στο κενό καταργώντας επιδεικτικά τους νόμους της βαρύτητας ή αναποδογυρίζονται όπως στους πίνακες του Georg Baselitz, ανακαλώντας συνειρμικά την ιδέα της πτώσης.3 Σπανιότερα κυκλοφορούν ως σκιές, ως άυλες παρουσίες ή σκοτεινά φαντάσματα. Καμία επικοινωνία δεν συντελείται μεταξύ τους αλλά ούτε και με τον καλλιτέχνη που αγέρωχα διασχίζει το ζωγραφικό πεδίο των ίδιων του των έργων, βυθισμένος στο προσωπικό του όραμα. Οι απροστάτευτοι και έκθετοι θνητοί συγκατοικούν σε χώρο απόλυτης ανθρώπινης μοναξιάς, μαζί με τετράποδα, πουλιά και ερπετά˙ με ελάχιστα δέντρα σε ολόκληρο το τοπίο, κάποια από τα οποία γεμίζουν φύλλα χάρη στην νοητική παρέμβαση του καλλιτέχνη. Οι τσιμεντένιες πολυκατοικίες μοιάζουν να πάλλονται σεισμικά. Στις προσόψεις τους αναγράφονται λέξεις και συνθήματα που ο καλλιτέχνης έχει αντιγράψει από υπαρκτούς τοίχους της Αθήνας: «Ελευθερία», «Πάλι σου τάζουν», «λάθως» (sic). Λέξεις γραμμένες σε κόκκινο φόντο ή με κόκκινο χρώμα, παραπέμποντας έμμεσα στη φωτιά και το αίμα.

«Κάθε στιγμή πεθαίνουμε…κάθε στιγμή γεννιούμαστε», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στο βιβλίο του Ασκητική απ΄ όπου ο Στεφανάκις αντλεί το τελικό πλάνο του βίντεο, μνημονεύοντας το απόσπασμα που παρατίθεται στην αρχή του κειμένου. Στο Ασκητική, ο Καζαντζάκης ξορκίζει τον θάνατο με τη δημιουργία. «Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν…», γράφει προφητεύοντας παράλληλα την καταστροφική πορεία του οικοσυστήματος και του πλανήτη.

Η στιγμή, όπως ο Καζαντζάκης, ξορκίζει τον θάνατο μέσα από την πράξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Στον εικαστικό του περίπατο ο Στεφανάκις δεν επιδεικνύει μόνο τα μονταρισμένα θραύσματα των ζωγραφικών έργων του. Επιδεικνύει επιπρόσθετα, πάντα με ευρηματικό τρόπο, τη διαδικασία γέννησης ενός έργου τέχνης. Ο άδειος καμβάς σταδιακά γεμίζει σχήματα και χρώματα καθώς ο καλλιτέχνης διασχίζει το ζωγραφικό τοπίο της παραδοξότητας. Ξεφεύγουν από τον περίγυρο που συμβολίζει τη Ζωή και εισχωρούν στο τελάρο, ρουφηγμένα από ένα αόρατο ενεργειακό πεδίο. Πρώτα, ένας σκύλος, ο πιστότερος σύντροφος του ανθρώπου, ύστερα ένα ζευγάρι δένδρων, ένα κοφτερό μισοφέγγαρο, μια γυμνή γυναίκα, πολυκατοικίες. Και χρώματα! Στο τέλος η γνωστή σκάλα, μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε όλη τη διάρκεια του βίντεο και αποτυπώνεται επιπλέον ως αχνό χνάρι στο αμφιλεγόμενο φόντο που άλλοτε φαντάζει ως τοίχος και άλλοτε ως ουρανός.

Στη μαγική πορεία του, ο καλλιτέχνης συνοδεύεται από ένα σύννεφο-άγγελο, μια μούσα που φαίνεται να επικροτεί την ιδέα της δημιουργίας ως πράξη αντίστασης στην πεπερασμένη ύπαρξη και την ασχήμια του πραγματικού κόσμου.

«Η πράξη είναι η πλατύτερη θύρα της λύτρωσης», γράφει ο Καζαντζάκης (Ασκητική).

Να σημειωθεί εδώ ότι οι αυτοσχέδιοι ήχοι που ακούγονται κατά τη διάρκεια της ταινίας είναι από τον δημιουργό και τον Δημήτρη Στεφανάκη, ενώ το editing είναι του Βαγγέλη Σιγάλα.



1. Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική, Salvatores Dei, εκδ. Καζαντζάκη 2014. Πρωτοδημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1927 στο περιοδικό Αναγέννηση, δίχως το κεφάλαιο «Η Σιγή» το οποίο γράφτηκε στο Μπέκοβο τον επόμενο χρόνο, σσ. 106-107.
2. Η στιγμή του 2018, διάρκειας 9.21’, έλαβε ιδιαίτερη μνεία στο διαγωνισμό του 14ου Φεστιβάλ Αθηνών Animfest το 2019
3. Η πτώση, είναι ο τίτλος του εικαστικού βίντεο του Στεφανάκι του 2016, διάρκειας 1.58’ https://www.youtube.com/watch?v=RMxWtC2DdT8