Μονόχρωμη παραξενιά

Σχέδιο του Λουίτζι Σεραφίνι από τον «Σεραφινιανό Κώδικα»
Σχέδιο του Λουίτζι Σεραφίνι από τον «Σεραφινιανό Κώδικα»

Τους τελευταίους μήνες άρχισε να βλέπει με δυσφορία το μαύρο χρώμα που υπήρχε γύρω του. Παρατηρούσε τον κόσμο που περίμενε στο δρόμο. Όλοι φορούσαν μαύρα. Από τα παπούτσια ως τα καπέλα, τις τσάντες, τα κινητά, το μακιγιάζ. Και όταν έμαθε ότι το μαύρο δεν ήταν κανονικό χρώμα, πέρασε από την αντιπάθεια στην απέχθεια. Για αρχή, πέταξε όλα τα μαύρα παντελόνια και σακάκια. Μα όσο δεν το ήθελε, τόσο το έβρισκε μπροστά του. Από τα ντουλάπια της κουζίνας του έως τα ράφια της βιβλιοθήκης του. Μαύρο ρύζι, μαύρο πιπέρι, μαύρη τρούφα, μαυρομάτικα φασόλια. Με μαύρο μελάνι ήταν τυπωμένα όλα τα βιβλία και οι παρτιτούρες του, λες και οι τυπογράφοι ήταν εραστές της μαυρίλας. Αρνήθηκε να διαβάζει ή να παίζει μουσική. Η οθόνη του υπολογιστή ήταν και αυτή κατάμαυρη. Σταμάτησε να τον χρησιμοποιεί. Ούτε έξω έβγαινε πια, γιατί έπρεπε να πατά τα μαύρα κουμπιά του ασανσέρ. Το μαύρο, που κανονικά δεν χρωμάτιζε τίποτα, είχε βάψει τη ζωή του, την καρδιά του, ακόμη και τις σακούλες γύρω από τα μάτια του.

Αποφάσισε να ξεγράψει το σκοτεινό χρώμα. Ξεκίνησε να κοιμάται με το φως και την τηλεόραση ανοιχτή. Έβαψε τα μαλλιά του ξανθά και φόρεσε γαλάζιους φακούς. Έβαλε στα ντουλάπια λευκό ρύζι, κόκκινο πιπέρι, πράσινη φάβα, κίτρινο κουρκουμά, ροζ αλάτι, πορτοκαλί ζυμαρικά. Στο πιάνο άρχισε να παίζει, τα κομμάτια που θυμόταν απ’ έξω. Είχε βάψει άσπρα όλα τα πλήκτρα. Ανεβοκατέβαινε τέσσερις ορόφους με τα πόδια χαρούμενος. Τα σκαλοπάτια ήταν από κατάλευκο μάρμαρο Διονύσου. Αγόρασε βιβλία αποκλειστικά με τη μέθοδο Μπράιγ γιατί οι σελίδες τους δεν είχαν μελάνι, παρά μόνο τρυπούλες στο λευκό χαρτί. Στο τέλος, το αποφάσισε. Παραιτήθηκε από το φωτοτυπείο όπου νυχθημερόν έβγαζε ασπρόμαυρες φωτοτυπίες. Άνοιξε ανθοπωλείο.

Στον ελεύθερο χρόνο του, κυνηγά με τη μηχανή του ουράνια τόξα.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: