Η Λου και τα τραγούδια που έχουν ονόματα

Η Λου και τα τραγούδια που έχουν ονόματα


Την πρώτη φορά που βρέθηκε πάνω στη σκηνή, σε ένα μικρό ροκάδικο στο κέντρο, κάποιος της φώναξε να κατέβει. Την εμφάνιση με το γκρουπ είχε κανονίσει μια φίλη, που τη φιλοξενούσε τότε στην πόλη. Γύρισε στο σπίτι και σωριάστηκε στον καναπέ. Τα ρούχα της μύριζαν ιδρώτα και καπνό. Αυτό είναι για τον Παύλο – όχι, τώρα, αυτό, αυτό είναι για τον Παύλο, πες το! Δεν είπε τίποτα. Το επόμενο πρωί ξύπνησε με μια πικρή γεύση στο στόμα. Μάζεψε τα πράγματά της και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Βγαίνοντας στην αυλή πέτυχε τη σπιτονοικοκυρά, μια μικροσκοπική ογδοντάρα που έμενε στο ισόγειο. Στεκόταν αναψοκοκκινισμένη με μια σκούπα στο χέρι κι όταν είδε τη Λου, έπιασε μια γλάστρα με σκέτο χώμα και την εκσφενδόνισε σε μια γωνιά. «Κι εγώ χάρηκα που σε είδα», της είπε η Λου. «Πώς είσαι έτσι, τρομάρα σου;» την καλημέρισε η γριά, στρώνοντας τα μαλλιά της. «Άσε μας ρε Φωτεινή, σκατά». «Σώπα μωρέ, τράβα να δεις αν το πέτυχα το άτιμο κι έλα μέσα να σου κάνω έναν καφέ». Η Λου πήγε ως τη γωνία. Ένας αρουραίος, μάλλον ψόφιος.

Στην αρχή δεν την πήγαινε καθόλου τη Φωτεινή. Μια γριά που κατασκόπευε από το πρωί μέχρι το βράδυ ποιος πηγαινοερχόταν στη γειτονιά. Παλιοκουτσομπόλα. Ένα καλοκαιρινό βράδυ είχε αφήσει ορθάνοιχτο το παράθυρο του σαλονιού και η Λου τη χάζευε, καπνίζοντας στην αυλή. Κάποια στιγμή, σήκωσε μια κορνίζα που στεκόταν πάνω στην τηλεόραση και τη φίλησε. Ενστικτωδώς η Λου έπεσε κάτω. Την άλλη μέρα την πλησίασε διστακτικά. Της πέταξε μια εξυπνάδα για την παρακολούθηση της γειτονιάς και η άλλη έβαλε τα γέλια. Σε λίγο η Λου ξεθάρρεψε κι άρχισε να τη ρωτάει διάφορα. Η γιαγιά ήταν στα νιάτα της άγριο θηλυκό και ύστερα από λίγο, έμοιαζε στα μάτια της Λου να είναι ακόμα.

Ήπιε τον καφέ κι έριξε μια ματιά στα πράγματά της. «Φωτεινή, το βράδυ θα σε βγάλω έξω». Μπήκαν στο ταξί και φτάνοντας στο χθεσινό μαγαζί, της είπε: «Τραγουδάω». «Ώχου και δεν έφερα ωτασπίδες», απάντησε η άλλη και τα μάτια της έλαμψαν. «Θα κάτσεις να δεις την πρόβα και μετά θα σε κεράσω ό,τι θες». Κάποια στιγμή, μπήκε μια παρέα και κάθισε μπροστά, απέναντι από τη γριά. «Πω ρε φίλε, η χθεσινή είναι πάλι», είπε ο ένας και σηκώθηκε για να της φωνάξει ξανά να κατέβει, αλλά στην πρώτη συλλαβή, ένα μπουκάλι πέρασε ξυστά δίπλα απ’ το κεφάλι του. «Κοπελιά», φώναξε η Φωτεινή στη σερβιτόρα, «μια μπύρα στο παλικάρι. Κερασμένη».

Πάνω στη σκηνή η μπάντα έπαιζε την εισαγωγή για το επόμενο κομμάτι. «Αυτό είναι για τη Φωτεινή», είπε η Λου κι έκλεισε το μάτι στο κορίτσι με τα άσπρα μαλλιά.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: