Η Λου και η μουσική

Auguste Renoir, «Κορίτσια στο πιάνο» (1892) 900 X1160 εκ.m
Auguste Renoir, «Κορίτσια στο πιάνο» (1892) 900 X1160 εκ.m

Η Λου μεγάλωσε σε ένα χωριουδάκι στις παρυφές του βουνού. Λέγανε πως φύτρωσε, γιατί οι γονείς της ήταν εξαφανισμένοι, και μια γειτόνισσα οδηγήθηκε στο σπίτι από τα κλάματά της. Tην πήρε χωρίς δεύτερη σκέψη στα χέρια της κι αφού περίμενε μέρες και μήνες να φανούν οι δικοί της, τη βάφτισε εγγονή της κι έγινε η γιαγιά της. Όταν την είδε ο άντρας της με το μωρό, γούρλωσε τα μάτια και πλησίασε όλο περιέργεια. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή που κράτησε λίγο παραπάνω από τις υπόλοιπες.
Στο σπίτι υπήρχε ένα παλιό πιάνο κι ο παππούς έπαιζε συνήθως μετά το βραδυνό. Πότε κλασική, πότε τζαζ και πότε κάτι άλλες μελωδίες που της έλιωναν την καρδιά. Δεν τραγουδούσε ο παππούς, δεν είχε καλή φωνή και ντρεπόταν. Κι η γιαγιά παράφωνη ήταν, αλλά εκείνη δε μάσαγε. Η Λου τους κοίταζε με λατρεία. Περίμενε πώς και πώς το βράδυ· εκείνο της έφερνε τη μουσική.
Κάποτε όμως ο παππούς σταμάτησε να παίζει. Ξεχνούσε τις μελωδίες και μπερδευόταν. Το πιάνο έπιασε σκόνη. Η Λου δεν τολμούσε να το πειράξει. Εξάλλου είχε μεγαλώσει και είχε τις παρέες της. Κατέβαιναν στην πόλη κι αλώνιζαν στα μπαρ, τα λαϊβάδικα και τα φεστιβάλ. Τα αυτιά της ρουφούσαν αχόρταγα τις μουσικές κι η ψυχή της γέμιζε μνήμες πραγμάτων που δεν είχε ζήσει ποτέ. Χοροπηδούσε στις συναυλίες κι έκλαιγε στα ρεμπετάδικα. Μόνο την όπερα δε χώνεψε ποτέ, και τα σκυλάδικα.
Γυρνούσε σπίτι τα ξημερώματα. Διάλεγε τυχαία ένα βιβλίο απ’ αυτά που στοιβάζονταν στο πάτωμα του δωματίου της και κουλουριαζόταν στην πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι του παππού. Πού και πού, ο παππούς άνοιγε τα μάτια και την κοιτούσε. Του χαμογελούσε. Της χαμογελούσε κι εκείνος μακάρια, ξέγνοιαστα. Είναι ευτυχισμένος ο παππούς; ρωτούσε τη γιαγιά. Γιατί δε μου μιλάει; Δε σε θυμάται, Λου. Δε θυμάται τίποτα. Έλα να μας παίξεις τίποτα στο πιάνο. Και τραγούδα να σ’ ακούει.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: