Πεσόα και Καβάφης: Tι να μας πει ένα όνομα…

Μετάφραση: Μιχάλης Μουλάκης
Πεσόα και Καβάφης: Tι να μας πει ένα όνομα…


Μερικές φορές, παρότι γνωρίζουμε πως κάτι δεν είναι αληθές, παίρνουμε αυθαίρετα και συνειδητά την απόφαση να το πιστέψουμε. Πολλά μπορεί να συνηγορούν στην πεποίθησή μας, όπως ενδείξεις και στοιχεία που ίσως οδηγούν σε κάποια αποκάλυψη. Έπειτα, όμως, ξεπροβάλλει μια μικρή ανακολουθία, και όλη η εικασία μας καταρρίπτεται ως εξαρχής απίθανη και εξωφρενική. Εμείς, παρ’ όλα αυτά, παραμένουμε πιστοί στην ιδέα μας, διότι, έστω και σ’ ένα αποκλειστικά αισθητικό επίπεδο, εξακολουθεί να μας σαγηνεύει.

Έτσι έχουν τα πράγματα με τον δικό μου ισχυρισμό ότι ο ποιητής Πεσόα (1888-1935) και ο ποιητής Καβάφης (1863-1933) ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ανακάλυψα το έργο αυτών των δύο εξαιρετικών προσωπικοτήτων σχετικά αργά στη ζωή μου. Πρώτος ήταν ο Πεσόα. Πολλές ήταν οι εξορμήσεις μου στη Λισαβόνα, πολλές οι φορές που είδα το άγαλμά του έξω από το αγαπημένο του στέκι, πολλά τα εγκώμια που άκουσα να του πλέκουν λάτρεις της υψηλής λογοτεχνίας. Κατόπιν άρχισα να τον διαβάζω, και βρήκα στα γραπτά του μιαν αξιοθαύμαστη φωνή, ένα ιδιαίτερα γνήσιο ταλέντο.

Ο Καβάφης ήρθε μετέπειτα να μου πολιορκήσει τη συνείδηση. Τ’ όνομά του ξεφύτρωνε εδώ κι εκεί στο θαυμάσιο Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (1957-60) του Λόρενς Ντάρελ, και το μάτι μου έπεσε πάνω σε ένα αντίτυπο μιας συλλογής ποιημάτων του σε ένα περίεργο βιβλιοπωλείο σε ένα παράξενο χωριό σε ένα απόμακρο μέρος μιας μυστήριας περιοχής της αγγλικής επαρχίας. Παρόλο που νιωσα την επιθυμία ν’ αποκτήσω το βιβλίο, τελικά παρέλειψα να το αγοράσω. Μόνον αφότου εντόπισα το ποίημά του «Η πόλις» σ’ ένα ανάτυπο που περιείχε μόνο αυτό, μόνο τότε συνειδητοποίησα την ανυπέρβλητη δύναμη της γραφής του.

Έτσι, λοιπόν, άρχισα να διαβάζω αυτούς τους δύο λαμπρούς, λόγιους ποιητές που με τόση διακριτική μαεστρία διατυπώνουν τα μεγαλειώδη και μελαγχολικά οράματά τους στον σύγχρονο κόσμο. Είναι δύο από τους καλύτερους ποιητές που έχω διαβάσει ποτέ μου. Με τον καιρό, όμως, άρχισα να παρατηρώ και μια παράξενη μεταξύ τους σχέση. Μέσα στο μυαλό μου, άρχισαν να ταυτίζονται. Στοιχεία της ζωής τους, καθώς οι μέθοδοι της γραφής τους, ταίριαζαν σε τέτοιο απίστευτο, σχεδόν απόλυτο βαθμό, ώστε κάποια στιγμή έφτασα ν’ αναρωτιέμαι: μήπως αυτοί οι δυο ήταν ο ίδιος άνθρωπος; Είναι ποτέ δυνατόν;

Είναι, αν και όχι πολύ εύκολα. Στην ιστορία της λογοτεχνίας υπάρχουν άφθονα, εξίσου αξιοπερίεργα παραδείγματα. Ο συγγραφέας Λούθερ Μπλίσετ είναι μια τέτοια περίπτωση. Πρόκειται για ένα αμάλγαμα ή, μάλλον, για μια μάζα ανθρώπων και, ως εκ τούτου, για ένα σχεδόν ανύπαρκτο άτομο. Ακόμα συχνότερα προκύπτει το φαινόμενο δύο ή τρεις συγγραφείς να ήταν τελικά ένας. Οι Κουρμπάν Σαΐντ και Εσάντ Μπέη ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία: είναι οι δύο πτυχές, ή πλευρές, ή προσωπεία, του κυριολεκτικά αινιγματικού προσώπου που ονομαζόταν Λεβ Νούσινμπαουμ (1905-1942).

Και οι δύο παραπάνω παραλλαγές της πλαστοπροσωπίας έχουν το ίδιο κίνητρο: τη γέννηση ενός μυστηρίου που διαρκώς θα παραπλανά τους επίδοξους ερευνητές του, προσφέροντάς τους την απόλαυση του τεχνάσματος και την εκτροπή της αντικειμενικής αλήθειας που προξενεί η απουσία μιας έγκυρης ταυτότητας. Συχνά, τα ψευδώνυμα πληθαίνουν με τόσο ταχείς ρυθμούς, ώστε μας είναι αδύνατον να τα καταγράψουμε όλα στη συνείδησή μας, κι όσο εμείς πασχίζουμε να προσδιορίσουμε ποιος είναι ποιος, το πρόσωπο που βρίσκεται πίσω απ’ όλους αυτούς τους χαρακτήρες καταλαμβάνει μια θέση που θυμίζει αυτήν του κορμού ενός θαυμαστού δέντρου. Τα άνθη και τα φύλλα στα κλαδιά τραβούν επάνω τους όλη την προσοχή, ενώ ο κορμός, διατηρώντας σεμνά τις αποστάσεις του, παραμένει ανενόχλητος, ενίοτε και πλήρως ξεχασμένος. Αναμφίβολα, ορισμένοι κορμοί και ορισμένοι συγγραφείς αυτό ακριβώς επιζητούν.

Ερευνώντας, έστω και πρόχειρα, τη ζωή του Φερνάντο Πεσόα και του Κωσταντίνου Καβάφη παρατηρούμε πολλούς συναρπαστικούς παραλληλισμούς και διάφορες ιδιόμορφες συμμετρίες. Ο Πεσόα γεννήθηκε το 1888 και πέθανε το 1935, σε ηλικία 47 ετών· δηλαδή, σχετικά νέος. Ο Καβάφης γεννήθηκε το 1863 και πέθανε το 1933, σε ηλικία 70 ετών. Οι ημερομηνίες μάς καθιστούν απολύτως σαφές ότι επ’ ουδενί αυτοί οι δύο ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Ο Πεσόα κατοικούσε στη Λισαβόνα, στο δυτικό άκρο της μεγαλούτσικης αυτής θάλασσας που ονομάζεται Μεσόγειος. Ο Καβάφης ζούσε στην Αλεξάνδρεια, δηλαδή στο ανατολικό άκρο της ίδιας θάλασσας – και μάλιστα, στην απέναντι όχθη.

Ζούσαν, λοιπόν, πολύ μακριά ο ένας απ’ τον άλλον. Μοιάζει σχεδόν σαν να ’θελαν να διαψεύσουν προκαταβολικά όποιον τυχόν ανέφερε την εντυπωσιακή μεταξύ τους ομοιότητα ή τις κοινές τους ιδιορρυθμίες. Αν τραβήξουμε μοα ευθεία γραμμή από τη Λισαβόνα ώς την Αλεξάνδρεια και ορίσουμε το μέσο σημείο, πέφτουμε ακριβώς πάνω στην Τυνησία. Ζούσαν άραγε σπουδαίοι ποιητές στην Τυνησία, τον καιρό του Πεσόα και του Καβάφη; Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τον Μαχμούντ Ασλάν και τον Αμπούλ Κάσεμ Εχέμπι. Τι σχέση έχει αυτό με το θέμα μας; Καμία, μάλλον. Πάντως, αν κάποιος που είχε δύο διαφορετικές ταυτότητες έπρεπε να βρίσκεται πότε στη Λισαβόνα και πότε στην Αλεξάνδρεια, το να εγκατασταθεί ακριβώς ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο πόλεις θα ’ταν μια σοφή επιλογή.

Όλα αυτά μπορεί να είναι άσκοπες, ανόητες εικασίες. Και όμως, τόσο ο Πεσόα όσο και ο Καβάφης ενσάρκωναν με την ίδια τους τη ζωή την έννοια του αινίγματος. Κανένας απ’ τους δύο δεν έστειλε ποτέ τα ποιήματά του σε εκδότη. Προτιμούσαν να τα παραδίδουν στα χέρια λιγοστών φίλων ή στο σκοτάδι κάποιου μεγάλου, ξύλινου μπαούλου. Ο Πεσόα χρησιμοποιούσε πάρα πολλά ψευδώνυμα, που τα ονόμαζε «ετερώνυμά» του. Ένας παλιός συμμαθητής του τον είχε περιγράψει ως εξής: «Ήταν χλομός και καχεκτικός. Είχε πολύ μικρό θώρακα. Είχε επίσης την τάση να καμπουριάζει. Το βάδισμά του ήταν πολύ παράξενο και, λόγω ενός προβλήματος στην όρασή του, τα μάτια του είχαν πολύ περίεργη όψη. Τα βλέφαρα έμοιαζαν να κρέμονται από πάνω τους». Έκανε διπλωματικές σπουδές, αλλά δεν ήταν προικισμένος φοιτητής. Λίγο μετά, μια αξιοπρεπέστατη κληρονομιά από τη γιαγιά του του επέτρεψε να ιδρύσει τον δικό του εκδοτικό οίκο, τον οποίο ονόμασε Ibis (Ίβις).

Το γεγονός ότι η ονομασία της επιχείρησης προήλθε απ’ αυτό το συγκεκριμένο πτηνό της Αιγύπτου είναι ένα στοιχείο στο οποίο μπορεί και να στηρίζομαι σε υπερβολικό βαθμό. Η Αλεξάνδρεια, βέβαια, είναι στην Αίγυπτο, και ο Καβάφης εργαζόταν όλη του τη ζωή σ’ ένα γραφείο, όπως ακριβώς σκόπευε να κάνει και ο Πεσόα. Και οι δύο ποιητές ταξίδεψαν στα νεανικά τους χρόνια, λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων. Ο Πεσόα πήγε στην Αφρική και ο Καβάφης στην Αγγλία, αλλά, επιστρέφοντας, επέλεξαν και οι δύο να παραμείνουν στον τόπο τους και να μην ξαναταξιδέψουν ποτέ. Ο Πεσόα μετακόμιζε συνεχώς από το ένα φτηνό ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στο άλλο. Ο Καβάφης έμεινε πάντα στο ίδιο φτηνό ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Καθένας απ’ τους δύο προσποιούνταν ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα περί της ύπαρξης του άλλου, ίσως επειδή θα ’ταν πολύ δύσκολη η πρόσβαση του ενός στα ποιήματα του άλλου, αλλά ίσως και για να διατηρηθεί η ψευδής εντύπωση ότι ήταν διαφορετικοί άνθρωποι. Ξέρω ότι κρέμομαι από μια κλωστή, αλλά οι κλωστές υφαίνουν ρούχα, και τα ρούχα μάς προστατεύουν από τα στοιχεία της φύσης.

Ο Πεσόα απολάμβανε τους γρίφους που έδινε στους αναγνώστες του, βουτηγμένος ο ίδιος σε μια ομιχλώδη αφάνεια, κρυμμένος στους διαδρόμους ενός λαβυρίνθου. Αντιθέτως, ο Καβάφης μοιάζει λιγότερο άτακτος εκ πρώτης όψεως, αλλά σίγουρα τον ενδιέφεραν εξίσου οι μεταμορφώσεις, ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος στο παρόν είναι ικανός ν’ αφομοιώσει τη ζωή, τη στάση, ακόμα και τη σοφία όσων έχουν πεθάνει προ πολλού. Και οι δύο ποιητές θεωρούνται μοναχικά πλάσματα, αλλά, μέσα στο έργο τους, ποθούν την επαφή. Μήπως η απομόνωση ήταν απλώς αναγκαία για τη διατήρηση της περίτεχνης απάτης;

Όχι, φυσικά όχι, αλλά πόσο, μα πόσο το εύχομαι! Αν ο Καβάφης ήταν πράγματι ένα από τα ετερώνυμα του Πεσόα, θα εκτιμούσα αυτό το κόλπο ως το αδιαφιλονίκητα σπουδαιότερο σε όλη την ιστορία της λογοτεχνίας. Όμως ο Πεσόα πέθανε πρώτος. Επομένως, μήπως θα μπορούσε το «Πεσόα» να ’ναι ένα αντεστραμμένο ετερώνυμο του γηραιότερου, αλλά και μακροβιότερου, Καβάφη; Έχουμε την τάση να πιστεύουμε πως πάντα υπάρχει κάποιο υποσύνολο μέσα σ’ ένα σύνολο. Ίσως το «Καβάφης» ήταν ένα ετερώνυμο τόσο αληθοφανές, ώστε κάποια στιγμή ζωντάνεψε και ξεπήδησε από τη σελίδα για να πορευτεί μέσα στον κόσμο. Ίσως ήταν μια τούλπα, απ’ αυτές τις μυθικές οντότητες που αποκτούν αληθινή και ζωντανή υπόσταση, με τη δύναμη της σκέψης· μία πραγματοποιημένη ευχή.

Τίποτα απ’ όσα γράφω εδώ δεν έχει θέση σε σοβαρές ποιητικές μελέτες, αλλά δεν προσπαθώ εδώ να γράψω σοβαρά. Προσπαθώ στα σοβαρά να ξύσω μια σκέψη που μου τρώει το μυαλό. Δύο διαφορετικοί άνθρωποι θα μπορούσε εύκολα να ’χαν τις ίδιες συνήθειες, ακόμα και το ίδιο ταλέντο. Ωστόσο, εξετάζοντας προσεκτικά φωτογραφίες του Πεσόα και του Καβάφη, εντοπίζουμε ένα ολόιδιο απροσδιόριστο χαρακτηριστικό στο βλέμμα τους, ένα κράμα πένθους και σθένους, εσωστρέφεια δίχως μικροπρέπεια, μια βαθύτατα ειρωνική σοφία. Είναι δύο μορφές που υπάρχουν έξω από το χρόνο της ζωής τους· δύο σχεδόν πανόμοιες μορφές στις δύο πλευρές ενός λοξού καθρέφτη· δύο ποιητές που έζησαν χωρίς την ευρεία αναγνώριση των συγχρόνων τους, αλλά με την προοπτική της μετέπειτα παντοτινής δόξας. Η δόξα αυτή, βέβαια, ήρθε με τρόπο κατακλυσμιαίο, εξυψώνοντάς τους στο σημείο όπου τους αναγνωρίζουμε πλέον ως καταφανέστατα μεγαλοφυείς και θεωρούμε αδιανόητο το πώς ήταν δυνατόν να τους υποτιμήσει κανείς.

Ο Πεσόα χρησιμοποιούσε τουλάχιστον εβδομήντα δύο ετερώνυμα, πλασματικές προσωπικότητες που είχαν όχι μόνο το ξεχωριστό τους όνομα, αλλά και τις αντίστοιχες υπογραφές, ιδιοσυγκρασίες, βιογραφίες, φιλοδοξίες και μοίρες. Κι αν το «Καβάφης» ήταν το κρυφό του, εβδομηκοστό τρίτο ετερώνυμο; Υπάρχει πουθενά κάποια ένδειξη που θα στήριζε αυτή την απίθανη θεωρία; Ας ρίξουμε μια ματιά στο ποίημα του Καβάφη «Η διορία του Νέρωνος» και στον κρίσιμο ρόλο που παίζει στο κείμενο ο συγκεκριμένος αριθμός εβδομήντα τρία:

Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.

Τώρα στην Ρώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξίδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια…
Των πόλεων της Αχαΐας εσπέρες…
Α των γυμνών σωμάτων η ηδονή προπάντων…

Αυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.


Η Πορτογαλία δεν είναι Ισπανία, αλλά όμορή της. Ο Καβάφης δεν ήταν αρχαίος Ρωμαίος, αλλά συγγενικός τύπος: σύγχρονος Έλληνας. Είναι πολύ αμφίβολο να ήταν ετερώνυμο, αλλά, κι αν ήταν, θα τολμούσε ποτέ να το παραδεχτεί; Κανένα απ’ όλα τ’ άλλα ετερώνυμα του Πεσόα δεν έδειξαν ποτέ καμία προθυμία ν’ αποκαλυφθούν ως πλαστά. Ο Νέρων νόμιζε πως ο χρησμός αναφερόταν σ’ αυτόν και στη δική του ηλικία. Στην πραγματικότητα, αφορούσε τα χρόνια εκείνου που σύντομα επρόκειτο να τον διαδεχθεί.

Και γιατί, λοιπόν, το εβδομήντα τρία είναι μαγικός αριθμός; Κατ’ αρχάς, είναι πρώτος αριθμός, και ο Πεσόα, όπως αναφέραμε, πέθανε πρώτος. Στο δυαδικό σύστημα αναγράφεται ως 1001001, με την κομψή συμμετρία μιας ευθείας γραμμής που έχει στη μία άκρη τη Λισαβόνα, στην άλλη άκρη την Αλεξάνδρεια, και στη μέση την Τυνησία. Στο οκταδικό σύστημα αρίθμησης γράφεται 111. Άραγε αναπαριστά τρεις άνδρες ή τον ίδιο άνδρα σε τρία διαφορετικά σημεία; Είναι ένας αστεροειδής αριθμός, συμμετρικός, έμμορφος, που σχηματίζει κανονικό εξάγραμμο, και τόσο ο Πεσόα όσο και ο Καβάφης ήταν αστέρια. Είναι σοτώρπ αριθμός, που σημαίνει ότι, ακόμα κι αν διαβαστεί ανάποδα, παραμένει πρώτος. Οι ασυρματιστές τον χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο του μηνύματος «φιλικοί χαιρετισμοί», καθώς στον Κώδικα Mορς λειτουργεί παλινδρομικά, εκπέμποντας τον ίδιο ήχο απ’ όποια μεριά κι αν διαβαστεί· μ’ άλλα λόγια, ένας ακόμα αντικατοπτρισμός.

Να συνεχίσω σ’ αυτό το μοτίβο; Δε νομίζω πως είναι απαραίτητο.
Θα ολοκληρώσω επισημαίνοντας ότι το 73 είναι ο ατομικός αριθμός του στοιχείου που ονομάζεται “ταντάλιο”, το οποίο, ως ηχητικός αναγραμματισμός, μας λέει ξεκάθαρα πως το ένα πρόσωπο «ήταν τ’ άλλο».
Σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω πραγματικά ότι ο Πεσόα και ο Καβάφης ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Ωστόσο, υπάρχει κάτι πολύ ευφρόσυνο στην ιδέα.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: