Σονέτα για ένα τέλος του αιώνα

Μετάφραση: Ελένη Καραφύλλη




Γεννημένος στην Οδησσό, ο Alain Bosquet (1919-1998) πέρασε τα πρώτα είκοσι της ζωής του εξόριστος ανάμεσα στη Ρωσία, τη Βουλγαρία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, τις ΗΠΑ και την Αγγλία. Κατά τον Β´ Παγκόσμιο πόλεμο κατατάχθηκε εθελοντικά στον αμερικανικό στρατό κι έτσι συμμετείχε στην απελευθέρωση του γερμανικού στρατοπέδου συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ. Μετά τον πόλεμο εργάστηκε για λίγο ως διερμηνέας στο κατεχόμενο Βερολίνο, για να εγκατασταθεί οριστικά στο Παρίσι και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη συγγραφή. Έγραψε ποίηση, μυθιστορήματα, δοκίμια, κριτικές, θέατρο, χρονογραφήματα. Το 1981 ίδρυσε το διεθνές λογοτεχνικό περιοδικό Nota Bene. Το 1989 τιμήθηκε με το Βραβείο Goncourt ποίησης.
Τα επιλεγμένα ποιήματα που αποδίδονται εδώ προέρχονται από τη συλλογή Sonnets pour une fin de siècle [Σονέτα για ένα τέλος του αιώνα] (1980). Όπως σημειώνει ο ποιητής στις πρώτες της σελίδες, τα σονέτα του είναι γραμμένα «χωρίς ρίμα, ούτε λόγο»:

«Μοιράζομαι το βάρος του αιώνα με τον πρώτο τυχόντα [...] Τα σονέτα μου ανοίγονται στο πεζοδρόμιο, στον καιρό μου, στην κατάστασή μας, στη λερωμένη διαύγεια, στο ωμό αυταπόδεικτο, στη γδυτή επικοινωνία».


Σονέτα για ένα τέλος του αιώνα



Άντρας και γυναίκα

Θα αρκούσαν λίγες λέξεις, η άγνωστη εσείς,
κι εγώ ο άγνωστος, για να αποκτήσουμε άξαφνα μορφή.
Ο αγέρας θα ’λεγε «έρωτας» και η βροχή «μιζέρια»,
και θα χτυπούσε ήδη σαν καχύποπτη καρδιά,

ήδη σαν σώμα θα ριχνόταν στο ρυθμό.
Βγαλμένοι απ’ το αίνιγμά μας και για τη γέννηση έτοιμοι,
χάρη σε ποιο ρήμα γυμνό, σε ποια συλλαβή;
θα κάναμε στον κόσμο μια είσοδο ευτυχίας,

και θα ’μασταν αληθινοί χωρίς να πρέπει να υπάρχουμε,
και θα ’μασταν ζωηροί χωρίς να πρέπει να είμαστε εν ζωή.
Θα τόλμαγε τότε κανείς να μας προσβάλει, σύμφωνα;

Θα τόλμαγε, φωνήεντα, κανείς να μας διαγράψει;
Θα ήμασταν κι οι δυο συγκοινωνούσα σάρκα,
σύζυγη θέρμη, δέρμα που αφηγείται τον εαυτό του.


Ορισμός του ποιητή

Για να γίνεις ποιητής, πρέπει να είσαι βλάκας,
όπως βλαμμένη είναι η αυγή που περνιέται για φως,
κι όπως ολότελα χαζό είναι το γηραιό χαλίκι
που νόμισε πως φρέναρε τον καλπασμό του αλόγου.

Για να γίνεις ποιητής, αχ! τι εξυπνάδα 
που απαιτείται: πιο πολλή απ’ της αυγής που υπολογίζει
ποια στιγμή πρέπει να βγει, ή του περήφανου πυρόλιθου
που προστάζει το πουλάρι να σκοντάψει μπρος του.

Για να γίνεις ποιητής, πρέπει πρώτα να αγαπάς
– με μια αγάπη καλλιεργημένη αλλά πού και πού τελείως κουτή –
το πουλάρι και την πέτρα, την ημέρα, την ομίχλη,

το φεγγάρι και το άπειρο, το πλήθος, τη σιγή,
κι έπειτα, όπως εδώ, να το λες με απλότητα,
αναγνωρίζοντας πως κάθε λέξη είναι ένα ψέμα.


Αισθησιασμός

Αγαπώ τη γυναίκα: ένα γέλιο, ένας αγκώνας, ένα στήθος πανούργο.
Κι έπειτα, τι ωφελεί, η πρόσκρουση δυο σκελετών;
Αγαπώ τη γυναίκα: ένα βλέμμα γλυκό και ιδρώτας.
Κι έπειτα, τι ωφελεί, το σάλιο ανάμεικτο;

Αγαπώ τη γυναίκα: ένας τρόπος μετάφρασης
του ολόλεπτου δέρματος του κενού, της απαλής του κοιλιάς
που ανοίγει και κλείνει. Κι έπειτα, τι ωφελεί
να ’σαι μονάχα ένα πράγμα που επιπλέει στην έμμηνο;

Αγαπώ τη γυναίκα: πρέπει να θρέψω, για να σκοτώσω,
ό,τι μέσα μου γίνεται πολύξερη μαϊμού.
Κι έπειτα, ωφελεί στο να με διογκώνει σαν ψέμα

που ξάφνου αλλάζει σε αλήθεια τρελή.
Αγαπώ τη γυναίκα: μια οδύνη, ένας συμβιβασμός
σαν δέντρο που δέχτηκε να ’ναι κοράκι χωρίς τα φτερά του.



Σάρκα

Έλα! Θα σου κάνω έρωτα όπως σταυρωνόμαστε:
αρκεί ένα καρφί για να ενωθεί η σάρκα σου κι η μαλακή δική μου σάρκα
αρκεί μια αγχόνη για να υψώνει τους σκελετούς μας,
τον δικό σου κουρνιασμένο σαν αυγό∙ τον δικό μου, ερπετό

που ονειρεύεται τον αυτοδηλητηριασμό του. Βγαίνω από σένα,
μπαίνω σ’ εσένα: είμαι ιερέας που ανακτά
την παλιά του εκκλησία μετά από δυο νύχτες στα βάθη μιας τρώγλης
και, βλέποντας νεκρό τον θεό του, τον παίρνει

για αλήτη. Γιατί κάθε αγκαλιά είναι αγωνία θανάτου,
και κάθε επιθυμία αποστροφή του εαυτού. Μόνο κάτω απ’ το δέρμα σου
γίνεται το σύμπαν μνήμα ευμενές.

Ας ξεθάψουμε o ένας τον άλλον, ω τρυφερή εξόδιος!
Δέχομαι το σώμα σου για τοπίο μου γλυκό,
το ολάνοιχτο φύλο σου για πιο εκλεκτή μου κόλαση.


Κρυφές αρετές

Απόψε, πάει τόσος έρωτας στράφι!
Η πόλη πονάει στην κοιλιά, και οι απογοητευμένοι
δεν ξέρουν αν πρέπει να μπουν στα σινεμά
όπως θα ’μπαιναν κλαίγοντας σε ένα αιδοίο. Και οι γυναίκες

απορούν γιατί ασύστολα σκίζονται
κάτω από ένα άγνωστο σώμα που μυρίζει σα βάλτος.
Όλες οι γιορτές είναι υγρές, όλοι οι δρόμοι
πλαδαροί από μιζέρια. Οι περαστικοί

καρατομούν τη σκιά τους: για να μείνουνε άραγε μόνοι
εκείνοι και το άγχος που μοιάζει με μέλισσα
που μπήκε απ’ τη μύτη και βγήκε απ’ το στόμα;

Η πόλη γυρίζει ενώ φτύνει σπονδύλους της
στους κούφιους λοφίσκους και στα άδεια αστέρια.
Απόψε, πάει τόσος θάνατος στράφι!


Διαύγεια

                            στον Γιάννη Ρίτσο

Ποια αγνότερη χαρά απ’ το να διερωτάσαι
για τον αβέβαιο αιώνα σου, στο στριμωξίδι εδώ
μεταξύ μηδενός και κενού; Ποιος έρως
πιο ανόητος απ’ το να ξέρεις πού πάει ο χώρος,

το γαλάζιο, η αμφιβολία και η παλιά απελπισία;
Με το κεφάλι σου κάτω απ’ τα χέρια, ποια ανάγκη πιο μεθυσμένη
απ’ την ψύχραιμη ανάλυση και την υπερανάλυση
που όλο λάθος θα βγουν; Ποιος μύθος γλυκύτερος

από εκείνη την ευφυία, με τα μολυβένια λουλούδια της,
που πάει από λέξη σε λέξη να χαθεί μες στην άμμο;
Ποια μοίρα δικαιότερη, ανάμεσα σε τόσα και τόσα μυστήρια,

απ’ το να κάνεις στον εαυτό σου, σαν σε ένα φίδι,
νεκροψία της ευτυχίας, αντί να γίνεσαι εξίσου
το όνειρο του πραγματικού και πραγματικό του ονείρου;


Συναντιόμαστε

                                στον Ζαν Κλοντ Ρενάρ

Όπως χρίζουν ένα άλογο∙ όπως εκλέγουν ένα ποτάμι
στη θέση του βασιλιά∙ όπως ορμούν στους κομήτες
για να βγάλουν απ’τα πλευρά τους κρασί απ’το άγνωστο ∙
όπως υμνούνε το βότσαλο που επέζησε απ’ το άγχος,

τον πόνο και την επιδημία αμφιβολίας∙
όπως εγείρουν ένα άγαλμα στον ροδώνα∙
όπως μιλούν στον αφρό σε γλώσσα ναυτική
φτιαγμένη από ονειροπόλα χταπόδια και κεντρόνια που ξεπηδούν∙

όπως φυτεύουν το σφενδάμι στην καρδιά της αθωότητας∙
όπως γίνονται πουλιά προς τιμήν του πουλιού
που στέρεψε από τραγούδι και ίλιγγο∙ όπως λένε

το ανάλεκτο που απλώνεται εν μέσω παλιών ομιχλών∙
όπως βρίσκουν την αυγή κάτω από την παλάμη ένα νησί
— έτσι πάω κι εγώ, ευτυχής και τρελός, στο ραντεβού μου.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: