Το δράμα της ζωής

Το δράμα της ζωής

Δήμητρα Μήττα, «Φαίδρα (Ά)τοπος, εκδ. Ρώμη 2023





Υπό το φως της σύγχρονης αισθητικής του θεάτρου, στο πλαίσιο των εκρηκτικών τομών που επιτρέπει ή επιτάσσει η άνευ περιορισμών δραματουργική γραφή, θα κάνω μια μικρή εισαγωγή, η οποία θα βοηθήσει να γίνει κατανοητή η προσέγγισή μου της Φαίδρας, που έγραψε η Δήμητρα Μήττα. Θα αναφερθώ σε μια μοντέρνα δραματουργία, όπου εκτίθενται ταυτόχρονα όλα τα ενδεχόμενα της ζωής, πραγματικά ή φαντασιακά, μια δραματουργία ελεύθερη είτε πρόκειται για τη μορφή είτε για το περιεχόμενο. Πρόκειται για την έννοια του δράματος της ζωής, με στόχο την οικοδόμηση του περιβάλλοντος της νέας κατάστασης, όπου οι θεατές γίνονται θεατές της δικής τους ζωής, στο επίκεντρο μιας ευρύτερης κρίσης του δράματος: κρίση του μύθου, κρίση του προσώπου, κρίση του διαλόγου, κρίση της σχέσης σκηνής-πλατείας. Εντοπίζοντας μάλιστα την πυρηνική του λειτουργία, διαπιστώνουμε ότι παίρνει τη μορφή ενεργητικού θεάτρου, δηλαδή θεάτρου των δυνάμεων, των εντάσεων, των ενορμήσεων.
Μέσα σ’ αυτό το γενικό πλαίσιο, θα ήθελα να θέσω πιο συγκεκριμένα τους τρεις άξονες, γύρω από τους οποίους περιστρέφεται το μοντέρνο θέατρο:

→ Πρώτον, την έννοια του μύχιου, ως δραματικής κατάδυσης στο πλέον βαθύτατο σημείο της ψυχής, με στόχο τη συνάντηση του Εγώ με τον Άλλον, με τον Κόσμο.

→ Στη συνέχεια, την έννοια του τραγικού, πάντα σύμφωνα με τους όρους του μοντέρνου θεάτρου, που εμφανίζουν το τραγικό στοιχείο, όχι ως μεγαλειώδες, αλλά ως ισόβιο. Πρόκειται για νέα εγγραφή του τραγικού, ως μόνου ικανού να υπογραμμίσει την αστοχία, αλλά και να επιτρέψει να γίνει αποδεκτή η αστοχία στον άνθρωπο. Θα πρόσθετα, επίσης, την αεί παρούσα πολλαπλότητα του ανθρώπου, στην οποία προσβλέπει το θέατρο γενικότερα στον 21ο αιώνα.

→ Τέλος, τον επαναπροσδιορισμό της κάθαρσης, και ως εκ τούτου της θέσης του θεατή σήμερα, όχι να λύσει ένα αίνιγμα, αλλά, αντίθετα, να ενισχύσει, να αυξήσει αυτό το αίνιγμα μέχρις ότου το λάβει υπόψη. Είτε πρόκειται για το τερατώδες της ανθρώπινης φύσης, είτε για την έσω κραυγή της, το τραγικό επικοινωνείται, και έτσι αντιλαμβάνονται και οι δραματουργοί την κάθαρση σήμερα, ως αφύπνιση, ως πρόσκληση στη συνειδητότητα, ως επαγρύπνηση - επιτήρηση του θεατή, έτοιμου να μετατρέψει την τέχνη σε εμπειρία. Πρόκειται, δηλαδή, για τον θεατή που είναι μέσα και έξω από τη σκηνική πράξη, αριστοτελικός και μπρεχτικός.

    Ας φανταστούμε τον χώρο του μοντέρνου θεάτρου ως ένα τρίγωνο, του οποίου οι τρεις κορυφές συμβολίζουν το Εγώ, την Οικία και τον Κόσμο. Πρόκειται για το σύμπαν του προαναφερόμενου μύχιου. Η εσωτερική αυτή περιπέτεια ξεκινά από μια κατάσταση του ανθρώπου, που είναι και η σημερινή τραγωδία του: αυτή του χωρισμένου ανθρώπου. Χωρισμένου από τους άλλους, από το κοινωνικό σώμα, από τον ίδιο τον εαυτό του, διαχωρισμένου, διασπασμένου, κομματιασμένου. Σε πείσμα αυτής της τραγικής συνθήκης, το θέατρο αναλαμβάνει το εγχείρημα της ένωσης του ανθρώπου με τον άνθρωπο.
    Και αυτό ακριβώς κάνει το έργο της Μήττα, στο πλαίσιο των ελεύθερων περασμάτων που ανοίγει η δραματουργία του 21ου αιώνα. Δημιουργεί ένα πρόσωπο πέραν του μύθου, μια Γυναίκα που κουβαλάει το Πάθος (με την έννοια του πάσχειν) ως ανθρώπινο στίγμα, ως οδύνη, μετατοπίζοντας εαυτόν από το πρώτο πρόσωπο στο πρώτο πληθυντικό κι ενώνοντας τη μοίρα της με αυτήν των ανθρώπων.

    Ακούστε τι λέει:

    Ο μύθος μου, η ζωή μου, ό,τι απέμεινε απ’ αυτήν. Οι γενικές γραμμές, τα γεγονότα, οι συνέπειες... Το ίδιο θα μείνει σε όλους μας, ένα βιογραφικό σημείωμα που θα μας περικλείει στα εξής γεγονότα: γεννηθήκαμε, παντρευτήκαμε, τεκνοποιήσαμε, πεθάναμε. Αυτά θα αναγράφονται στο επιτύμβιο επίγραμμά μας.

    Με άλλα λόγια, ευθύς εξαρχής, η Φαίδρα της Μήττα απεκδύεται τη βασιλική της περιβολή με το υψιπετές τραγικό της και τοποθετείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ανθρώπινης τραγωδίας, έτσι όπως ορίζει το σύγχρονο τραγικό, το εγγενές και αιώνιο: ένα οικουμενικό δράμα της ζωής, δηλαδή, που αναπαριστά το Πάθος του Ανθρώπου.
    Η συγγραφέας έπλασε μια Γυναίκα, έναν Άνθρωπο που «κινδυνεύει από έρωτα», καταδιώκεται από ερωτικό συγκλονισμό, ένα συνηθισμένο τραγικό που είναι πολύ πιο αληθινό, πολύ πιο βαθύ και πιο προσαρμοσμένο στην ανθρώπινη ύπαρξη από την τραγωδία του αρχαίου μεγαλειώδους. Πρόκειται για τη διαρκή μάχη της ψυχής που δεν μένει ποτέ αδρανής. Και αυτή η εσωτερική δράση χαρακτηρίζεται ως δράση της κατάστασης που ανήκει στο βασίλειο των επιθυμιών και δεν έχει καμία σχέση με τη δράση των γεγονότων που χαρακτηρίζουν το θέατρο της παράδοσης.
    Έχοντας, λοιπόν, ως κέντρο βάρος το Πάθος με τη δυναμική του πάσχειν, η Φαίδρα της Μήττα είναι «μάρτυρας» και με τις δύο σημασίες της λέξης: αυτής που καταθέτει τη μαρτυρία του Πάθους της και αυτής που υφίσταται το μαρτύριο του σώματος και της ψυχής. Έτσι, ο μονόλογος αυτός, παραμερίζοντας τη δράση των γεγονότων, δίνει χρόνο στην ηρωίδα αλλά και στον θεατή να εστιάσει στην κατάσταση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Φαίδρα αποκαλύπτεται ως πρόσωπο αυτοβιογραφικό με τη συγγραφέα πιο «παρούσα» από ποτέ.
    Θα έλεγα ότι αυτή η μαρτυρία μοιάζει σαν προσκύνημα στην ανθρώπινη ζωή, σαν ταξίδι σε ένα προγενέστερο δράμα, με στάσεις που οδηγούν στον δρόμο της λύτρωσης και της εξολόθρευσης ταυτόχρονα. Από στάση σε στάση, στον χρόνο και τον τόπο, η Φαίδρα βγάζει την εσωτερική της κραυγή, σε αντιπαράθεση αλλά και σε επικοινωνία με τον κόσμο που την περιβάλλει, αυξάνοντας δραματικά την αγωνία της ως γυναίκα και ως μητέρα.
    Κάνοντας τον απολογισμό της θηλυκής της περιπέτειας, ενώνεται με τη Γυναίκα όλων των αιώνων και καταλήγει, τελικά, θεατής της ίδιας της ζωής της. Επιστρέφοντας στην οδύνη της νεκρής επιθυμίας, την καθιστά πάραυτα πυρήνα της εσωτερικής δράσης της. Η ομολογία της παίρνει το απελευθερωτικό μέγεθος του δράματος της ζωής και μετατρέπεται σε ένα διαλογικό και πολύπλευρο τελετουργικό της γυναικείας ψυχής.

    Όμως, το Πάθος της Φαίδρας δεν χαρακτηρίζεται μόνο από ήττα, αλλά είναι ανοικτό στην εσωτερική επανάσταση, σε μια θέληση να αναλάβει η ηρωίδα την οδύνη και τις συνέπειες της. Η καταδίκη μοιάζει να κυλάει στις φλέβες της μαζί με το αίμα της από τη στιγμή της γέννησής της. Πόσο ταιριάζουν στο σημείο αυτό τα λόγια του Μπέκετ στο δοκίμιο του για τον Προυστ: «το αμάρτημα να έχεις γεννηθεί». Εκφράζουν τον πυρήνα του αιώνιου σύγχρονου τραγικού της ανθρωπότητας, με κέντρο βάρους το πάσχον σώμα, άρρωστο κυριολεκτικά ή μεταφορικά, ωραίο στον τρόμο του, ή τρομερό στην ωραιότητά του. Πρόκειται για ακόμη ένα εμβληματικό στοιχείο του μοντέρνου θεάτρου, το οποίο παραβιάζει ασταμάτητα το κατώφλι του πόνου για να ξαναθυμίσει τη διάσπαση του σώματος από τον λόγο και να επαναγράψει ασταμάτητα την οδυνηρή σωματικότητα στον χώρο του πνεύματος – τη φωνή και τον λόγο.
    Στο κείμενο της Μήττα υπάρχει η δραματική εστία της βίας και του παροξυσμού, με τον σωματικό λόγο να ακολουθεί το πεπρωμένο του και το μεταδραματικό σώμα να διαμορφώνει την εικόνα της αγωνίας του. Τα συμπτώματα αυτής της αγωνίας είναι αποκαλύψεις για όλους και για τον καθένα χωριστά.
    Όσον αφορά τον Χρόνο και τον Τόπο του κειμένου, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Χρόνος που ζει η Φαίδρα της Μήττα δεν αντιστοιχεί στον χρόνο της πράξης της. Είναι ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου αποκαλύπτεται η πιο μύχια ύπαρξή της, είναι θέατρο του παρόντος. Και στο σημείο αυτό θα υπογραμμίσω τη θεατρική αρετή της συγγραφέως, η οποία έχει το ταλέντο να καταδύεται προοδευτικά στα άδυτα των αδύτων, δημιουργώντας ένα οικοδόμημα διαδοχικών συναισθημάτων και αισθήσεων και προσκαλώντας τους θεατές να κοιτάξουν πάνω από τον ώμο του δραματικού προσώπου. Είναι η παραβιασμένη σχέση σκηνής-πλατείας που καταργεί μεταφορικά την απόσταση ανάμεσα στον ηθοποιό-αφηγητή και τον θεατή. Η άμεση και προσωπική απεύθυνση-ομολογία της Φαίδρας στον κάθε θεατή να στοχαστεί τη στιγμή είναι που καθιστά το κείμενο δράμα της ζωής, περικλείοντας με αυτόν τον τρόπο την ολότητα της ύπαρξης. Εξάλλου, το προνόμιο αυτού του κειμένου είναι πώς μετουσιώνει η δραματουργός το ιδιωτικό πάθος σε συλλογικό.
    Όσον αφορά τον Τόπο, είναι ο άτοπος/τόπος, ο οποίος αντί να είναι τόπος ζωής μετατρέπεται σε τόπο μη-ζωής, τόπο θανάτου, αόρατη φυλακή. Στο έργο αυτό ο χρόνος εγγράφει τον τόπο, μετατρέπει τη ζωή σε τοπίο, με άλλα λόγια σε ένα σταυροδρόμι, όπου συναντιούνται όλοι οι χρόνοι της ηρωίδας αλλά και του ανθρώπινου είδους. Δημιουργείται ένας μη τόπος για έναν ζωντανό-νεκρό που στοχάζεται, βλέπει τον εαυτό του αλλά δεν ζει. Και δεν πρόκειται απλώς και μόνο για τον τόπο του θεατρικού προσώπου, αλλά για μια συνθήκη κοινωνική που προσκαλεί-προκαλεί τη συμμετοχή των θεατών στην ίδια κατάσταση με την ηρωίδα.
    Με άλλα λόγια, ο χωροχρόνος αυτού του μονολόγου είναι δημιουργία του τριπτύχου «χρόνος-χώρος-σώμα», στοχεύοντας στην άμεση συνύπαρξη με τη φαντασία του θεατή, ο οποίος πειραματίζεται με τη σειρά του εντός αυτού του χωροχρόνου. Έτσι, βρίσκεται ο θεατής στο εσωτερικό ενός κειμένου-τοπίου ανθρωποκεντρικού πέρα από τη δράση, που αποτελεί μια αχώριστη πραγματικότητα σωματική και πνευματική με την εμπειρία του χρόνου: ένα αμάλγαμα, δηλαδή, που έχει την τάση να λιώνει παλιές ετερογενείς ιστορίες σε ένα μοναδικό χρόνο, αυτόν του θεατρικού παρόντος.

    Το έργο της Μήττα συγκινεί με την έκθεση του σώματος στην οδυνηρή του αντιμετώπιση με το «μη τέλειο». Γίνεται μια χώρα, από όπου αναδύονται συνεχώς τα σύνορα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Το έλεος και ο φόβος μεταφράζονται πλέον σε ρίγη τρόμου, ενώπιον του σώματος-μνήμης-οδύνης της Φαίδρας. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Εξάλλου, το σύγχρονο θέατρο δεν κρύβει το σώμα που προορίζεται για τον θάνατο, σηματοδοτώντας το τέλος. Το αντίθετο. Το υπογραμμίζει, παραβιάζοντας συνεχώς το κατώφλι της θνητότητας. Ως εκ τούτου, ο θάνατος της Φαίδρας στο κείμενο της Μήττα ξεθωριάζει εντελώς ενώπιον του δράματος της ζωής της, της χαμένης ζωής του κάθε ανθρώπου.

     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: