«Άνοιξη. Τα κορίτσια της Εξόδου»

«Άνοιξη. Τα κορίτσια της Εξόδου»
Μελέτη για δύο παραστάσεις (Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, Αθήνα 2022 / «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», Μεσολόγγι 2025) και ένα βιβλίο-κόμικ (της Γιούλας Μπούνταλη και του Κώστα Μανιατόπουλου, Διασπορά 2025)

Το βιβλίο-κόμικ Άνοιξη. Τα κορίτσια της Εξόδου της Γιούλας Μπούνταλη και του Κώστα Μανιατόπουλου (Διασπορά, 2025) είναι η τελευταία ζωή της Άνοιξης που άρχισε ως θεατρικό έργο. Συμβαίνει να την ξέρω από τότε που δεν είχε τίτλο και ήταν μια απλή αφήγηση για ένα συμβάν. Μου το αφηγήθηκε η Γιούλα και είναι το εξής: Μεσολόγγι, 1959.[1] Μια παρέα μαθητριών της 7ης μυρίστηκε ότι μια υπουργική εγκύκλιος που είχε φτάσει στο γυμνάσιο αρρένων όριζε την έναρξη μαθημάτων θετικής κατεύθυνσης από την άνοιξη εκείνης της χρονιάς. Τα κορίτσια πληγώθηκαν που η ρύθμιση δεν αφορούσε και το γυμνάσιο θηλέων και οργάνωσαν αυθόρμητα μια διαμαρτυρία. Το Σάββατο του Λαζάρου, ημέρα της επετειακής γιορτής για την Έξοδο του Μεσολογγίου και παράλληλα μαγική στιγμή της άνοιξης, ξεσηκώθηκαν για αποχή από τις εορταστικές εκδηλώσεις και πήραν τους δρόμους καταλήγοντας στον γυμνασιάρχη και ζητώντας να διδαχθούν κι αυτές φυσική και χημεία. Φυσικά, συνάντησαν την άρνησή του, αλλά δεν κρίθηκε αναγκαία η αναχαίτισή τους, ούτε καν η καταγραφή του περιστατικού στο αρχείο των σχολικών συμβάντων, στο κάτω κάτω λίγα κορίτσια ήταν. Εν τέλει, το ελάχιστο αυτό συμβάν, καθώς δεν προκάλεσε καμία ανησυχία, ξεχάστηκε. Κι όμως, συνέβη. Είναι αληθινή ιστορία που τη μάθαμε τυχαία ως βιωματική μαρτυρία της κυρίας Ελένης Ντινιά-Μπούνταλη (μητέρας της Γιούλας) και των συμμαθητριών της, δηλαδή της παρέας κοριτσιών που το έζησε.
Ως παρατηρήτριες και γνωρίζοντας τις ηρωίδες, μπορούσαμε να σκεφτούμε το συμβάν συγκριτικά προς τις μελλοντικές εξελίξεις στις ζωές τους. Λοιπόν, εκείνα τα κορίτσια, όταν τελείωσαν το σχολείο, πήγαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, κάνανε τα φροντιστήριά τους ιδίοις αναλώμασι και όπως μπορούσαν: δουλεύοντας, μένοντας σε άθλια οικοτροφεία, υποφέροντας σε συνθήκες φτώχειας και γκρίζας ζωής. Και τελικά σπουδάσανε.

Αλλά πώς οδηγείς το υλικό μιας προφορικής μαρτυρίας στη θεατρική σκηνή; Η Γιούλα Μπούνταλη δούλεψε με τέτοια επιμονή και αφοσίωση στο καλλιτεχνικό της όραμα, ώστε κάποια στιγμή έφτασε να ενσαρκώνει το μοντέλο της σύγχρονης δημιουργού που γράφει, σκηνοθετεί και ερμηνεύει διεκδικώντας αθόρυβα το δικαίωμα σε μια ολιστική δημιουργική έκφραση, καλλιεργημένη σε πολλαπλά πεδία. Το καλοκαίρι του 2022, η Άνοιξη ήταν θεατρικό έργο και γινόταν παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου. Κείμενο-Σκηνοθεσία: Γιούλα Μπούνταλη.
Τους ρόλους των νεαρών κοριτσιών ερμήνευσαν έξοχα νέες ηθοποιοί (Εριέττα Κέλλη, Χριστίνα Κυπραίου, Αθηνά Μπαλτά, Μαριάννα Μποζαντζόγλου και Ζωή Σιγαλού), όλες στον πρώτο τους μεγάλο ρόλο και σε πολύ κοντινή στιγμή με το τέλος των σπουδών τους στην υποκριτική. Είναι η τυχερή γενιά που μπόρεσε πιο εύκολα να σπουδάσει υποκριτική, χωρίς να ζητάει άδεια από κηδεμόνες και χωρίς να χρειάζεται πρώτα να εξασφαλίσει ένα πανεπιστημιακό πτυχίο. Η έξοδος στο επάγγελμα τις έφερνε κατευθείαν στην Άνοιξη, παρότι η πορεία τους θα έχει σίγουρα εναλλαγές και περάσματα από πιο σκληρές εποχές. Κι εκείνες όμως, τίμησαν την Άνοιξη, βάζοντας τα δυνατά τους και με όλο τον νεανικό ενθουσιασμό και το ταλέντο τους. Και μετά, στο κλείσιμο της τελευταίας παράστασης, τις έβλεπα να ζουν τη βραδιά συνεπαρμένες σα να ήταν αγαπημένες συμμαθήτριες που χαιρετιόντουσαν με το τέλος του σχολείου και άνοιγαν τα φτερά τους. Ήμουν στο κοινό της παράστασης και αισθανόμουν ήδη ότι έχω να αφηγηθώ μια ιστορία. Μας άλλαζε η Άνοιξη, καθώς αποκτούσε κι αυτή τις δικές της ζωές.
Στη σκηνή είδα την αφήγηση του συμβάντος εμπλουτισμένη με στοιχεία για τον κόσμο του σχολείου και για το Μεσολόγγι της εποχής. Θέατρο τεκμηρίωσης, όπως λένε οι ειδικοί.[2] Δηλαδή, ένα είδος θεάτρου που διαμεσολαβεί για να παρουσιαστούν εκ νέου ζητήματα ιστορίας, αξιοποιώντας στοιχεία αρχειακής έρευνας και φυσικά με τους όρους της καλλιτεχνικής επιτέλεσης. Για τη Γιούλα η καταβύθιση στην αρχειακή έρευνα είναι μια δεξιότητα αποκτημένη μαζί με τη σκευή της θεατρολόγου, τα χρόνια που οι αναζητήσεις της την οδήγησαν, από άλλους δρόμους διαμόρφωσης, στο Πανεπιστήμιο. Αυθεντική ερευνητική δουλειά –εκπονημένη στα σχολικά αρχεία, στα Γ.Α.Κ. Μεσολογγίου και στον Τύπο της εποχής– εμπλουτίζει το έργο (χωρίς να το βαραίνει) αναδεικνύοντας την ιστορική στιγμή με τις ιδιαιτερότητές της. Συντηρητικό περιβάλλον στο σχολείο, δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα –ελάχιστα τροφοδοτικά–, δύσκολος ο κλειστός ορίζοντας της λιμνοθάλασσας, όχι τόσο εξαιτίας της γεωγραφίας, όσο εξαιτίας εκείνης της διαχρονικά αμήχανης διάθεσης της ελληνικής πολιτείας να αξιοποιήσει παραγωγικά τις γεωφυσικές ιδιαιτερότητες, συνήθως καταστρέφοντάς τις πολύ αποτελεσματικά.
Σε μια προοπτική ανασυγκρότησης της ιστορικής μνήμης διά της θεατρικής επιτέλεσης, το έργο προτείνει μια ιδιαίτερη προσέγγιση της επετειακής θεματολογίας. Εστιάζοντας στις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της Εξόδου, αξιοποιεί τον υψηλό συμβολισμό επικύρωσης της εθνικής ταυτότητας και συνείδησης και ανασυστήνει ζωντανό τον μηχανισμό συνειδησιακής διαμόρφωσης, αναδεικνύοντας ένα συμβάν που δεν καταγράφεται στα αρχεία απ’ όπου αντλεί υλικά η θεσμική ιστορία.
Από όσα συμβαίνουν σε επίπεδο μυθοπλασίας, θα αναφερθώ στις γυναίκες που εκπροσωπούν την προηγούμενη γενιά από τις μαθήτριες. Από τους δασκάλους των κοριτσιών, η μόνη που τις καταλαβαίνει, είναι η καθηγήτρια των γαλλικών, μια γυναίκα με κινητικές δυσκολίες που από την αρχή του έργου φεύγει στο Παρίσι για θεραπεία. Αυτή είναι η πιο κινητική κι αυτή που κινεί τη φαντασία και το όραμα των κοριτσιών. Και στις δύο παραστάσεις, τον ρόλο ερμηνεύει έξοχα η Έλη Δρίβα. Το πρόσωπο αναφοράς πίσω από τον χαρακτήρα του έργου, είναι η Μεσολογγίτισσα συγγραφέας Ακακία Κορδόση (1940-2015).[3] Μια ακόμη γυναίκα εμπνέει τα κορίτσια: μια ζωγράφος, παρουσιασμένη σε πολύ αδρές γραμμές, αλλά ως όαση στη μοναχική ζωή της. Υπάρχει και γι’ αυτήν ένα πρόσωπο αναφοράς: η Μεσολογγίτισσα ζωγράφος Ιφιγένεια Λαγάνα (1915-2004). Οι μαθήτριες του 1959 την έβλεπαν να απλώνει το καβαλέτο της, να ζωγραφίζει στις εξοχές του Μεσολογγίου τις αέρινες ακουαρέλες της και κυρίως να είναι μια γυναίκα διαφορετική από τις μανάδες τους.
Η συντηρητική καθηγήτρια, δεν είναι καμιά κακιά μάγισσα. Κι αυτή φροντίζει τα κορίτσια, αλλά οδηγώντας τα σε μια αναπαραγωγή του μοντέλου της δικής της ζωής, που ορίζεται ως πετυχημένη εκ του αποτελέσματος της επιβίωσης: εσωτερική σε σχολή Α.Μ.Ο.Σ.,[4] με εκπαίδευση στα οικοκυρικά και δουλειά στο σχολείο, έχει διανύσει μια πορεία που αποτελεί αδιαμφισβήτητη αναβάθμιση του προδιαγεγραμμένου για εκείνη μέλλοντος. Δεν της είναι εύκολο να κατανοήσει ότι ένα τέτοιο μοντέλο προστατευμένης ζωής δεν προσφέρει την ίδια διέξοδο στα πιο ανήσυχα κορίτσια της νέας γενιάς. Τέλος, η μάνα του ενός κοριτσιού, όταν η κόρη της εξομολογείται: «θέλω να σπουδάσω», χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της απ’ τη ραπτομηχανή και χωρίς να κοιτάξει την κόρη της, απαντά: «το είπες στον πατέρα σου;». Δεν έχει συνηθίσει να σηκώνει το βλέμμα πέρα από τον καθιερωμένο της ρόλο, ούτε αντιλαμβάνεται τη δυνατότητα μιας αυτόφωτης ζωής, ανεξάρτητης από τον προσδιορισμό αρρένων κηδεμόνων.
Δεν υπάρχει πουθενά στο έργο ούτε μια πινελιά κινηματικής συνείδησης. Όσα συμβαίνουν, δηλαδή, δεν λειτουργούν ως προ-στάδια ενός είδους φεμινιστικής δράσης, παρότι φυσικά το θέμα είναι η γυναικεία χειραφέτηση. Άλλο όμως είναι το συγκινητικό εδώ: το συμβάν είναι από εκείνα που μας κάνουν να σκεφτόμαστε μια ρωγμή. Όπως όταν η δύναμη μιας επιθυμίας σπάει ένα κέλυφος και μας δείχνει ότι μέσα από το κέλυφος υπήρχε ζωή ακόμη κι αν δεν το είχαμε υποψιαστεί. Οι νεανικές επιθυμίες είναι τόσο αγνές! Σκάνε εκεί που δεν το περιμένεις, ακόμη κι αν τα υποκείμενα-φορείς δεν είναι δασκαλεμένα να τις καλλιεργούν, το αντίθετο μάλιστα. Ακόμη κι εκεί που καμιά συνθήκη όχι απλώς δεν τις ευνοεί, αλλά επί της ουσίας δεν τις επιτρέπει, οι νεανικές επιθυμίες μπορούν κάποτε να γιγαντωθούν τόσο που να βρουν το δρόμο προς την εκδήλωση. Απλή, καθαρή μαγεία της ζωής.
Η πιο συγκινητική στιγμή του έργου για μένα ήταν το τέλος: όταν τα κορίτσια επιστρέφουν στον τόπο τους, φοιτήτριες πια. Όχι για να πάρουν το αίμα τους πίσω και παρότι όσοι τους είχαν κλείσει τον δρόμο τις υποδέχονται αναγνωρίζοντάς τες. Ωστόσο, δεν υπάρχει ηρωισμός στο happy ending. Οι ηρωίδες της Εξόδου, είναι κουρασμένες από τον αγώνα που υπήρξε γι’ αυτές διπλός και τρίδιπλος. Ικανοποιημένες, αλλά κουρασμένες και σε αγωνία για το μέλλον. Τίποτα στο έργο δεν οδηγεί στην αφελή πίστη ότι μια φορά νικητής πάντα νικητής ή ότι το να παλέψεις μια φορά στα νιάτα σου για τις επιθυμίες σου είναι αρκετό για να βγει η ζωή. Κάθε μέρα πρέπει. Και τα κορίτσια, που σήκωσαν μόνες τους το βάρος της δικής τους Εξόδου, δείχνουν να το γνωρίζουν τόσο καλά αυτό που δεν μεγαλοπιάνονται.

«Τα κορίτσια της Εξόδου» «Τα κορίτσια της Εξόδου» «Τα κορίτσια της Εξόδου» «Τα κορίτσια της Εξόδου» «Τα κορίτσια της Εξόδου» «Τα κορίτσια της Εξόδου»

 

 

Τον Αύγουστο του 2025, πήγα στο Μεσολόγγι για να δω την Άνοιξη σε μια νέα παράσταση, δημιουργημένη στο πλαίσιο του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» και στον φυσικό της χώρο. Ήταν παράξενο και ωραίο εκείνο το μεσημέρι στην ιερή πόλη. Ντάλα ήλιος, καύσωνας ελληνικός, ανελέητος. Η απουσία κίνησης της μεσημεριανής ώρας στην επαρχία, ενισχυμένη από τη συνθήκη της αυγουστιάτικης ερήμωσης σε μη τουριστική περιοχή. Τα πάντα θεόκλειστα, δεν κυκλοφορούσε άνθρωπος. Κάτι τεράστια πανό προμήνυαν ήδη, σ’ αυτήν την ερημιά, τους μεγάλους επετειακούς εορτασμούς του 2026 για τα 200 χρόνια από την Έξοδο. Ήταν όντως ιερή πόλη, ιερή σαν έρημη χώρα μετά την Έξοδο. Και η λιμνοθάλασσα! Ντυμένη για μένα με τον απόηχο του παλαμικού: στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη / στη θάλασσα εκεί την πλατιά τη μεγάλη.

Το βράδυ είδαμε τη νέα παράσταση. Στον προαύλιο χώρο του Ξενοκράτειου Αρχαιολογικού Μουσείου η σκηνική δράση εκτυλισσόταν χωρίς απόσταση από το κοινό, οπότε έβλεπες τα κορίτσια σχεδόν δίπλα σου. Ήταν καταπληκτικές οι ερμηνείες των ηθοποιών (με ανανεωμένη διανομή των ρόλων για δύο από τα κορίτσια που υποδύονταν τώρα η Μαρία Γκιώνη και η Νάνσυ Σιδέρη). Ας μου επιτραπεί να αναφέρω ξεχωριστά τη Νάνσυ Σιδέρη. Είχε ιδιαίτερη ζωντάνια και εσωτερικότητα το παίξιμό της.
Η νέα παράσταση αύξησε σημαντικά τον συσχετισμό του έργου με το είδος του θεάτρου τεκμηρίων, σε βαθμό που να αισθάνεται κανείς ότι ηθοποιοί, κοινό, σκηνικός και πραγματικός χώρος δημιούργησαν ένα νέο οικοσύστημα. Δεν ήταν μόνο το Μεσολόγγι που έκανε έντονη την αίσθηση του φυσικού χώρου ως σκηνικού. Κοινό και ηθοποιοί βρισκόμασταν στην κυριολεξία εκεί που έγιναν όλα. Το κτίριο του Μουσείου ήταν το παλιό σχολείο. «Χαρακτηριστικό δείγμα σχολικού κτηρίου του τέλους του 19ου αιώνα και ιστορικό τεκμήριο αρχιτεκτονικής που συνέβαλε στην […] πολεοδομική εξέλιξη της ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου».[5] Το βίντεο στην αρχή της παράστασης παρουσίαζε σχολικά ντοκουμέντα πολύ διεγερτικά για το ντόπιο κοινό, που μπορούσε ακόμη και να αναγνωρίζει ονόματα και πρόσωπα και να τα συνδέει με τις μαθήτριες που προαυλίζονταν στον ίδιο χώρο πριν από έξι και εφτά δεκαετίες.
Οι ρόλοι των δασκάλων (πλην ενός), δόθηκαν τώρα σε ντόπιους, ερασιτέχνες ηθοποιούς, την Ευδοξία Παρασκευά και τον Αντώνη Χαραλάμπους. Ο Χαραλάμπους ήταν δάσκαλος και στο επάγγελμα. Μεσολογγίτης δάσκαλος, σε ρόλο Μεσολογγίτη δασκάλου άλλης εποχής, σε χώρο που ήταν το σχολείο που εκτυλίχθηκε το αρχικό συμβάν και τώρα γινόταν ο χώρος της σκηνικής δράσης.
Η παράσταση παρουσίασε μια σκηνή χαλάρωσης των κοριτσιών στη λιμνοθάλασσα, με τους διαλόγους τους σε ντόπιο ιδίωμα, επενδυμένους τώρα μουσικά από τον ζουρνά ενός νεαρού ντόπιου-Ρομά. Η μουσική προσθήκη αποτύπωνε την έντονη πληθυσμιακή παρουσία της κοινότητας στο Μεσολόγγι. Γινόταν έτσι κορυφαία στιγμή η αναφορά των κοριτσιών στη «Μούτα»: για μένα θα έμενε μια κρυμμένη μνεία, αν δεν τη φώτιζε η αντίδραση του ντόπιου κοινού, που αναγνώρισαν στη «Μούτα» (που σημαίνει μουγκή) την Φρειδερίκη Κούτρα, μια μη ομιλούσα γυναίκα Ρομά από την περιοχή, ευρέως γνωστή με αυτό το προσωνύμιο, η οποία πέθανε το 2021.[6]
Γενικά, το κοινό των ντόπιων το ένιωθα να δονείται από τη συγκίνηση, καθώς αναγνώριζαν τα λόγια και τις πράξεις στο έργο ως δικά τους. Και τα ζούσαν, σίγουρα χωρίς να το συνειδητοποιούν –μαγεμένοι και αμήχανοι–, διπλά: ως διαδρομή αυτογνωσίας και μαζί ως θεατρική μέθεξη.
Δεν ξέρω πως το σκέφτηκε η Γιούλα να μοιράσει το κείμενο της Άνοιξης σε καρέ, αλλά σίγουρα αυτό δεν θα συνέβαινε αν δεν είχε πέσει πάνω στην έκθεση με τα σκίτσα του Κώστα Μανιατόπουλου τον Ιανουάριο του 2024, στο Match Point. Το χρώμα στα καρέ είναι φορέας νοήματος. Ασπρόμαυρα καρέ για την αφήγηση που τοποθετείται στο παρελθόν, για τα σκίτσα που δημιουργούνται πάνω σε φωτογραφίες της επικαιρότητας και δείχνουν έτσι σαν αρνητικά (είναι ευδιάκριτη η φιγούρα του Κων/νου Καραμανλή σε μερικά από αυτά), αλλά και για τα πορτρέτα των μαθητριών που, σαν στο απουσιολόγιο, απαντάνε μονολεκτικά όχι για την παρουσία τους, αλλά για τα επαγγέλματα των πατεράδων τους: «αλιεύς, ορφανή, σιδηροδρομικός υπάλληλος, γεωργός, γεωργός, στρατιωτικός, κληρικός, αλιεύς, εργάτης, κτίστης, ορφανή…». Σκούρα και γήινα χρώματα για το κύριο μέρος της αφήγησης, όταν τα κορίτσια βρίσκονται στο Μεσολόγγι, εγκλωβισμένα ή στην Αθήνα και παλεύουν. Πιο φωτεινά, ανοιχτά και με μια συγκρατημένη διάθεση πολυχρωμίας όταν επιστρέφουν νεαρές, κουρασμένες αγωνίστριες. Κυρίως ένα μπλε, συνήθως πιο κοντά στο γκρι, άλλοτε κάπως σα να θυμίζει απαλό γαλάζιο. Κι έτσι τα χρώματα φτιάχνουν διακριτές ενότητες.
Η αφαιρετική σχεδίαση των προσώπων στο κόμικ ανανεώνει τη δυναμική της αφήγησης. Η απλοποίηση στην αποτύπωση, καθώς αφαιρούνται οι λεπτομέρειες από τα πρόσωπα, επιτρέπει στον αναγνώστη να εστιάσει άμεσα στο συναίσθημα και στην έκφραση. Σχεδόν αναγνωρίζεις τα πρόσωπα κατευθείαν από την έκφρασή τους και όχι από τα χαρακτηριστικά τους.
Το κείμενο, μοιρασμένο αφαιρετικά στα καρέ, παρουσιάζεται σε μια συμπύκνωση. Η συνέργεια μεταξύ του λεκτικού και του οπτικού στοιχείου αναδεικνύει μια νέα δραματική οικονομία. Θα έλεγα ότι το αποτέλεσμα μας καλεί να το προσεγγίσουμε με μια ενδιάμεση συνθήκη μεταξύ θέασης και ανάγνωσης, οπότε αισθάνομαι ότι υπάρχει ουσιαστικό περιθώριο για περαιτέρω μετασχηματισμό προς την πλήρη ανάγνωση: γιατί να μη γίνει και νουβέλα η Άνοιξη;
Τη μητέρα της Γιούλας, που είναι ζωγράφος και αρχιτέκτονας, τη γνωρίζω. Σε μια κουβέντα που είχαμε πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, μου είχε πει κάτι που θυμάμαι έντονα, το εξής: «μεγαλώνοντας δεν άλλαξε κάτι. Δεν σταμάτησα να θέλω να κάνω όσα ήθελα από παλιά. Και δεν ένιωθα μεγάλη, για να τα κάνω». Νομίζω τότε ήταν που πρωτοσκέφτηκα ότι κάτι συμβαίνει εδώ, κάτι κομβικό συνδέει τις επιθυμίες με τη νεότητα. Αν υπάρχουν νεανικές επιθυμίες που μας ακολουθούν μεγαλώνοντας και μας κάνουν να αισθανόμαστε την ενέργειά μας νεανική, τότε να τις διερευνήσουμε, να ασχοληθούμε σοβαρά. Η παλιά συζήτηση με την κυρία Ελένη Ντίνια-Μπούνταλη δημιουργούσε μεταξύ μας από τότε ένα, όχι ακριβώς κυκλικό, αλλά σπειροειδές σχήμα που μελλοντικά, στην προοπτική της Άνοιξης, έβαλε πολλές ενδιάμεσες γυναίκες ανάμεσά μας και άλλες τόσες πριν από εμάς και άλλες μετά. Δίκτυο από μανάδες και κόρες, από κόρες που δεν έγιναν μανάδες, από μαθήτριες και δασκάλες, από επαγγελματίες, δημιουργούς, καλλιτέχνες, ηθοποιούς. Δίκτυο γυναικών που ανακαλύπτουν και αφηγούνται η μια την ιστορία της άλλης. Γράφοντας γίνομαι η τελευταία αφηγήτρια σ’ αυτήν την ακολουθία.

Οι επιθυμίες είναι σαν τους έρωτες, μια μέρα μπορεί να παλεύεις να τους ξεφύγεις και μια να ζήσεις για πάντα υπό το κράτος τους. Πάνω στις επιθυμίες μας, εκπληρωμένες και ανεκπλήρωτες, φτιάχνεται ο χάρτης της ζωής μας. Αυτές έχουμε να θυμόμαστε, μ’ αυτές ζούμε, όποια ζωή ορίζει η ανάγκη μας να τις κρατάμε ζωντανές και να τις εκπληρώνουμε ή να τις καταχωνιάζουμε, να τις ξεχνάμε και να τις θυσιάζουμε ανελέητα. Ή να αγωνιζόμαστε, να μην καταφέρνουμε την εκπλήρωσή τους και να συνεχίζουμε πληγωμένοι. Ή να μη βρίσκουμε καν δρόμο για να αγωνιστούμε. Η Άνοιξη, σε δύο παραστάσεις και ένα βιβλίο-κόμικ, είναι ένα έργο-αρχείο για τις νεανικές επιθυμίες που οδηγούν τη ζωή.





 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: