Το ποτάμι




Το 1996, όταν ο Νίκος θα ήταν δώδεκα, έφυγε με την νεαρή μητέρα του από το σπίτι των γονιών της και νοίκιασαν μια σοφίτα στην οδό Ηρακλείτου στην γειτονιά μας. Από τότε έχουν πια περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια, η μητέρα του Νίκου δεν μένει πια στην πόλη μας ―είχα ακούσει πως ζούσε στην Αθήνα― και ο Νίκος πέρασε καιρός που έχει πεθάνει. Μεγαλωμένος σε μια μικρή, απομονωμένη συνοικία της πόλης, όπου όλα τα παιδιά της ηλικίας του δεν ήταν πάνω από μια ντουζίνα, ο Νίκος μάλλον καλωσόρισε την αλλαγή εκείνη στη ζωή του. Αν και ίσως αυτή η αισιοδοξία να καλλιεργήθηκε μόνο ως υποστήριξη στην απόφαση της αγαπημένης του μητέρας: το μεγαλύτερο και ίσως το μόνο κίνητρο ήταν το ότι θα ζούσε πια με εκείνη. Δεν είναι πως δεν αγαπούσε τους παππούδες του, που τον μεγάλωσαν, σας λέω μάλιστα πως δεν ήταν λίγες οι φορές που έγινα μάρτυρας αυτής της αγάπης σε συζητήσεις που είχαμε με τον παλιό μου φίλο. Λαχταρούσε όμως ―ποιο παιδί δεν το κάνει;― περισσότερο χρόνο με τη μητέρα του και, ας το πούμε έτσι, την ανάληψη των ηνίων από αυτή.
Το πρώτο βράδυ που θα περνούσαν στον νέο τους σπίτι πήγαν όλοι μαζί, με το αυτοκίνητο του παππού: ένα παλιό, αγαπημένο, μπεζ Λάντα. Καθώς πλησίαζαν, η γιαγιά του από την θέση του συνοδηγού συζητούσε με τη μητέρα που καθόταν μαζί του στο πίσω κάθισμα, όμως αυτός ήθελε μόνο να κοιτά προς το παράθυρο, έξω από το οποίο περνούσε η νέα του γειτονιά: τα κτήρια, οι δρόμοι και τα στενά, που στο μέλλον θα αποτελούσαν, το περιβάλλον των περιπετειών με τους καινούριους του φίλους. Τελικά, στο τέλος του δρόμου με τις πράσινες μεταλλικές λάμπες και τις νεραντζιές, μετά το οικόπεδο με τα ζώχια και την αγριάδα, δίπλα από την εγκαταλειμμένη μικρή βιοτεχνία με τη σκουριασμένη μεταλλική σκάλα στην πρόσοψή της, φτάσανε επιτέλους στο σπίτι.
Ήταν η σοφίτα μιας διώροφης οικοδομής: στο ισόγειο ζούσε η σπιτονοικοκυρά με τον σύζυγό και τα δύο παιδιά της, τον πρώτο όροφο κατοικούσε μια οικογένεια ενοικιαστών και, στο τέλος της εσωτερικής σκάλας με την ξύλινη κουπαστή, βρισκόταν η πόρτα που για τα επόμενα τρία χρόνια θα ήταν για τον Νίκο και τη μητέρα του το όριο του έξω κόσμου. Μέσα από αυτή και απέναντι της υπήρχε η πόρτα του μπάνιου και αριστερά της βρισκόταν μια μικρή ξύλινη εντοιχισμένη ντουλάπα. Κινούμενος δεξιά ο επισκέπτης έμπαινε στον κεντρικό χώρο του σπιτιού, με το καθιστικό και την τηλεόραση στο βάθος και την βιβλιοθήκη της μητέρας του Νίκου στον τοίχο, δίπλα σχεδόν στην πόρτα της εισόδου. Όλο και όλο το φως στον χώρο έμπαινε από δύο φεγγίτες στη νότια πλευρά του σπιτιού. Στον ένα από τους δύο, αυτόν που βρισκόταν μακρύτερα από την πόρτα, ο Νίκος συνήθιζε να τοποθετεί ένα ξύλινο τάβλι, πάνω στο οποίο πατούσε προκειμένου να ρεμβάσει στημένος στις μύτες τη θέα του δρόμου που οδηγούσε στο σχολείο.
Στην άλλη μεριά του καθιστικού, ακριβώς απέναντι από τους δυο φεγγίτες, ήταν οι πόρτες του δωματίου του Νίκου και της κουζίνας. Δύο επιπλέον πόρτες μέσα στον χώρο της κουζίνας οδηγούσαν η μία στο δωμάτιο της μητέρας και η άλλη σε μια λιλιπούτια βεράντα η οποία, όπως και οι φεγγίτες των υπνοδωματίων, έβλεπε στη βόρια πλευρά της σοφίτας. Θυμάμαι δύο ακόμα μικρές πόρτες ―η μία στο δωμάτιο του Νίκου και η άλλη στον χώρο του καθιστικού, δίπλα από το παράθυρο με το τάβλι― οι οποίες αγνοώ που οδηγούσαν. Νομίζω πως πίσω τους βρισκόταν το εσωτερικό της στέγης, οι άκρες της και σαν να θυμάμαι κάποτε τον Νίκο να ανοίγει την μία για να δω τον σκοτεινό χώρο με τα γυμνά κεραμίδια.
Την πρώτη φορά που τον είδα ήμουν στο σχολείο· φοιτούσα τότε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Το μάθημα διακόπηκε από το χτύπημα της πόρτας και την είσοδο της καθηγήτριας της μουσικής, πίσω από την οποία ακολουθούσε ένα άγνωστο παιδί. Ήταν ένα λεπτό, ξερακιανό αγόρι: δυο πόδια σαν καλαμάκια κατέληγαν σε μία ολοστρόγγυλη κόμη με μια χωρίστρα στη μέση· όλη του η παρουσία ήταν τέτοια που έλεγες πως έμοιαζε με γλειφιτζούρι. Στην αρχή, μετά την παρότρυνση των καθηγητών μάς συστήθηκε αμήχανα: «Με λένε Νίκο... ως τώρα πήγαινα πρώτη τάξη στο Γυμνάσιο της Χαραυγής (ήμασταν τέσσερις μήνες μέσα στη σχολική χρονιά) και τώρα μετακόμισα εδώ με τη μαμά μου» και έπειτα κάθισε στη θέση που του υπέδειξαν. Η καθηγήτρια της μουσικής εξήλθε της αίθουσας και το μάθημα συνεχίστηκε με εμάς να περιεργαζόμαστε τον άγνωστο, νέο συμμαθητή μας.
Δεν μπορώ να ανακαλέσω πώς ξεκίνησε, σύντομα όμως το λεπτό εκείνο πλάσμα έγινε αντικείμενο χλεύης από τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης, η οποία, υπολογίζω τώρα που τα θυμάμαι, πως θα πρέπει να υπήρξε για τα τρία χρόνια του Γυμνασίου το περιβάλλον της τυραννίας του. Λίγο-λίγο βρήκε, φυσικά, μια θέση ανάμεσά μας, αλλά το δίχως άλλο η θέση αυτή δεν θα ήταν αυτή που ονειρεύτηκε όταν μετακόμιζε στην γειτονιά μας, τη συνοικία του Ιπποκράτη, τη γνωστή ως Πέρα Μαχαλά. Μόνος ο φτωχός, δίχως αδέλφια για στήριγμα, δίχως διάπλαση σωματική που θα του απέδιδε κάποιο κύρος και με κάπως εκκεντρικό παρουσιαστικό, περίμενε το σαββατοκύριακο για να επιστρέψει, όταν ήταν βολετό, στο σπίτι των παππούδων του. Στους παλιούς του φίλους και στην παλιά του γειτονιά, την οποία ασφαλώς θα αντιλαμβανόταν περίπου ως έναν χαμένο παράδεισο. Αγνοώ αν στους φίλους του εκεί καταδέχτηκε ποτέ να εξηγήσει τις λεπτομέρειες του νέου του βίου.
Ποτέ δεν συμμετείχα ο ίδιος στα πειράγματα των συμμαθητών μου. Εδώ που τα λέμε όμως, ούτε και τον υποστήριξα ποτέ ή του πρόσφερα την συντροφιά μου… Ε, με δυο λόγια, μάλλον τελικά συντάχθηκα σιωπηρά και εγώ στη μοχθηρία των άλλων. Σκέφτομαι τώρα πως ποτέ, ούτε όταν τελικά γίναμε φίλοι, δεν αναφέρθηκα σε όλα αυτά. Ποτέ δεν απολογήθηκα για αυτά. Και αν εκείνος δεν τα ανάφερε ―τάχα ασήμαντα ζητήματα, ανάξια λόγου― από λεπτότητα, ποιος είναι τάχα ο λόγος που δεν το έκανα εγώ;
Θυμάμαι μια φορά που κατέβαινα μαζί με τον Λ τις σκάλες που οδηγούσαν στο προαύλιο. Στο τέλος της σκάλας συναντήσαμε τον Νίκο που ανέβαινε. Το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα λίγο πριν την ώρα της γυμναστικής, όπου συνήθως χωριζόμασταν σε ομάδες και παίζαμε ποδόσφαιρο. Ο Νίκος κοντοστάθηκε και απευθύνθηκε στον Λ. «Τι θα παίξουμε σήμερα;» ρώτησε σαν να ήταν αυτονόητο πως ο Λ, ως ένα από τα δημοφιλή παιδιά της τάξης, αποφάσιζε για αυτά τα πράγματα. «Υπάρχει καλύτερο πράγμα από το ποδόσφαιρο;» του αποκρίθηκε ο Λ.
Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Νίκου· δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του ο καημένος από την ανέλπιστη απάντηση του Λ, ο οποίος μάλιστα του επέστρεφε τον λόγο. «Όχι! Κανένα!» βιάστηκε να τον επιβεβαιώσει ενθουσιασμένος. Θυμάμαι τα μάτια του να αστράφτουν καθώς πρόφερε εκείνα τα λόγια. Μέσα στη μεγάλη χαρά του δεν πρόλαβε να προσέξει ο φτωχός το πειραχτικό μειδίαμα στο πρόσωπο του Λ. «Έχεις μύξες» του είπε, «πάνε σκουπίσου».
Ο Νίκος συνέχισε να χαμογελά καθώς περνούσε δίπλα μου, σαν να μην είχε γίνει εκεί τίποτα. Τα μάτια του όμως σκυθρώπιασαν αμέσως μόλις άκουσε εκείνα τα λόγια και θα έλεγες πως χαράκτηκε στο πρόσωπό του εκείνη τη σπαραχτική έκφραση του αρλεκίνου. Ασφαλώς η ελπίδα που του γεννήθηκε για αποδοχή τσακίστηκε εκείνη τη στιγμή μαζί με την αξιοπρέπειά του. Ως τώρα που γράφω το περιστατικό εκείνο μετανιώνω που δεν τον παρηγόρησα όπως ήθελα να κάνω: δυο λέξεις καλές σε μια τυχαία στιγμή μέσα στην ημέρα θα ήταν σίγουρα αρκετές.
Δεν θυμάμαι πως, μα κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της τρίτης χρονιάς στο Γυμνάσιο βρέθηκα να κάνω παρέα με τον Νίκο. Ξεκίνησα να πηγαίνω δύο τρεις φορές την εβδομάδα, απογεύματα πάντα, στο σπίτι του, όπου παίζαμε και κουβεντιάζαμε με τις ώρες. Τα πρωινά, στο σχολείο δεν με πλησίαζε σχεδόν καθόλου -από ευγένεια και διακριτικότητα δίχως άλλο! Και εγώ; Ε, εγώ πια δεν ξέρω γιατί δεν τον πλησίαζα!- τα απογεύματα όμως με υποδέχονταν στο σπίτι του χαμογελώντας. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση πως διάβαζε τον καιρό της μοναξιάς του βιβλία από τη βιβλιοθήκη της μητέρας του και πως κρατούσε ημερολόγιο. Όλο και συχνότερα τον ρωτούσα για αυτά και θυμάμαι να γοητεύομαι από το πως ο άνθρωπος αυτός, ο παραμελημένος, ο αόρατος, έβρισκε συντροφιά στα τετράδια και στα βιβλία. Για όσα είχαν συμβεί στο σχολείο, όπως είπα, δεν μιλούσαμε· σαν να ήταν αυτή ζωή άλλη, ξεχωριστή, ή σαν να μην είχαν συμβεί αυτά καθόλου. Μου μιλούσε, θυμάμαι, για τη γειτονιά του, για τους φίλους του και μου ιστορούσε διάφορα ευτράπελα του παρελθόντος. Όμως εγώ όλο ήθελα να ακούω για τις φιλολογικές συνήθειές του που είχαν βρει τον δρόμο τους ως το μοναχικό εκείνο πλάσμα που ζούσε την ελευθερία ενός εργένη ―η μητέρα του έλειπε όλη την ημέρα στη δουλειά― στην ηλικία των δεκατεσσάρων.
Το καλοκαίρι που ακολούθησε, αληθώς σας λέω πως το θυμάμαι μέχρι τώρα ως το πιο ευτυχισμένο της ζωής μου. Η μητέρα του Νίκου έφευγε για δουλειά κάθε πρωί στις 8.00 και εγώ 8.30 χτυπούσα το θυροτηλέφωνο και ανέβαινα στη σοφίτα του μικρού μου ήρωα. Περίμενα ώσπου αυτός να ετοιμαστεί, λέγαμε τις πρώτες μας κουβέντες και ξεκινούσαμε για το παντοπωλείο της γειτονιάς. Αυτό βρισκόταν στο μέσο της απόστασης από το σπίτι του και το σχολείο, πάνω στον δρόμο που ρέμβαζε από τον φεγγίτη πατώντας πάνω στο ξύλινο τάβλι.
Από το παντοπωλείο παίρναμε ένα πακέτο τσιγάρα «μισιακό» και μερικές φορές, όταν συνέβαινε το συνενωμένο χαρτζιλίκι μας να το επιτρέπει, μοιράζαμε και μια πορτοκαλάδα. Τότε, με τις προμήθειες ανά χείρας κατευθυνόμασταν προς το ποτάμι. Εκεί, σε απομονωμένο, κατάφυτο μέρος, όχι μακριά από τον οικισμό, περνούσαμε τις μέρες μας κουβεντιάζοντας, καπνίζοντας και βουτώντας στα θολά νερά του Πηνειού. Θυμάμαι να κοιτώ το πρόσωπό μου στην αντανάκλαση του λασπωμένου νερού και να σκέφτομαι «Θεέ μου, την ευτυχία αυτή δεν θα την λησμονήσω ποτέ!» Τόση συνέπεια είχαν οι παραποτάμιες εκείνες συναντήσεις μας με τα εσώρουχα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, που οι γονείς μου απορούσαν συχνά πως συνέβαινε και μαύριζα έτσι «σαν γύφτος»!
Το τέλος του καλοκαιριού θα μας έβρισκε σε καινούριο σχολείο: εγώ θα συνέχιζα στο Γενικό Λύκειο που στεγάζονταν δίπλα στο Γυμνάσιο στο οποίο φοιτούσαμε ως πέρυσι και ο Νίκος θα συνέχιζε σε κάποιο τεχνικό σχολείο προσπαθώντας ίσως -έτσι εκτιμώ τώρα- να απομακρυνθεί όσο μπορούσε περισσότερο από την τάξη του και να κάνει μια καινούρια αρχή: να βρεθεί σε ένα καινούριο μέρος, όπου κανείς δεν θα τον γνώριζε. Λίγους μήνες αργότερα η μητέρα του έφυγε για την Αθήνα και αυτός επέστρεψε στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς του. Ένα απόγευμα, λίγο πριν αδειάσουν την σοφίτα εκείνη, χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού μου. «Για εσένα είναι Δημήτρη» φώναξε ο πατέρας μου από το καθιστικό. Πήρα το ακουστικό: «Ναι;», ήταν ο Νίκος· «τελευταία μέρα σήμερα. Θέλεις να έρθεις;» με ρώτησε διστακτικά ο φίλος μου.
Εγώ πήρα την άδεια από τον πατέρα μου, δύο κομμάτια πίτα από την μάνα μου και μια πορτοκαλάδα από το ψυγείο και ξεκίνησα για το σπίτι του. Τον βρήκα μόνο. «Έλα» μου είπε όταν άνοιξε την πόρτα. Τον ακολούθησα στην κουζίνα και βγήκαμε έξω στη μικρή βεράντα, σκαρφαλώσαμε στα κεραμίδια της στέγης που την περιβάλαν και στρωθήκαμε στην κορυφή του σπιτιού, πάνω από τον φεγγίτη με το τάβλι.
Μοιραστήκαμε το κολατσιό και την πορτοκαλάδα και κοιτούσαμε τα φώτα γύρω μας. Μια γλυκιά αύρα με χάιδευε και λέω αλήθεια πως ποτέ δεν είχα δει το μέρος που μεγάλωσα έτσι όπως το αντίκρισα την τελευταία εκείνη, γλυκιά καλοκαιρινή βραδιά. Στα δεξιά μας, όχι πολύ μακριά από το παρατηρητήριό μας, υψώνονταν σκιεροί πύργοι οι πλάτανοι και τα καραγάτσια του ποταμού. Μπροστά μας ο δρόμος που κάθε πρωί περπατούσαμε για το σχολείο, το οποίο πρόβαλε και αυτό στο βάθος και, στα αριστερά μας, πέρα από τα χαμηλά άσπρα σπιτάκια -ακόμα δεν είχαν έρθει οι πολυκατοικίες στη γειτονιά μας- τρεμόπαιζαν τα μακρινά κίτρινα φώτα της πόλης.
«Κοίτα» είπε δείχνοντας με το λεπτό του χέρι κατά τον μικρό μας οικισμό, «ποτέ δεν θα το ξεχάσω αυτό το μέρος».

Έπειτα δεν είδα τον φτωχό μου φίλο ξανά. Ποιος ξέρει ποια να ήταν η δική του μυστική πορεία; Κάποτε είχα ακούσει, όταν φοιτούσα στο Πανεπιστήμιο, πως δούλευε σε μια καφετέρια αλλά πέρα από αυτό τίποτε άλλο. Πολλές φορές τον σκέφτηκα τον Νίκο και κράτησα από αυτόν μια αγάπη για το βιβλίο, το τετράδιο και τη συζήτηση. Χρόνια αργότερα, τα νέα για τον θάνατό του με βρήκαν στο Λονδίνο όπου ζω ακόμα με την οικογένειά μου. Όταν συνέβη να επιστρέψω για κάποιες υποθέσεις στην πόλη, φρόντισα να επισκεφτώ τον φίλο μου ξανά. Τον βρήκα πάλι μόνο, ανάμεσα σε αγνώστους. Άφησα πάνω στο μνήμα ένα λουλούδι και μια πορτοκαλάδα και έπειτα επέστρεψα ξανά στη ζωή μου.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: