Κάθε Κυριακή, ανελλιπώς, πήγαινε στην εκκλησία με τη μάνα του, ο Μιχάλης-Παντελής. Διπλό όνομα του είχε δώσει, για να μην δυσαρεστήσει κανέναν από τους παππούδες. Από μικρό παιδί —ήθελε δεν ήθελε— τον ξύπναγε από τα χαράματα, τον έπλενε, τον έντυνε και επτά παρά, πριν ακόμη χτυπήσει η καμπάνα, ήταν μαζί στον αυλόγυρο του Αϊ-Γιώργη. Το ίδιο έκαναν άλλωστε όλοι οι πιστοί χριστιανοί του χωριού, πλην εκείνων, των άθεων, που αιματοκύλησαν κάποτε την πατρίδα στο όνομα, δήθεν, της ισότητας μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Σαν τον προκομμένο πατέρα του, που την παράτησε με ένα παιδί για να τρέχει από ξερονήσι σε ξερονήσι. Τάχα μου εξορία… Διακοπές ήταν μπροστά σε όσα τράβηξε εκείνη για να μεγαλώσει τον σπόρο που της φύτεψε.
Νηστικοί
εκκλησιάζονταν πάντα. Μόνο μετά το αντίδωρο επιτρεπόταν να φάνε. Και τι νόστιμο που ήταν εκείνο το μικρό κομματάκι ψωμί. Το έχωνε ολόκληρο στο στόμα του —τέτοια πείνα είχε—, αλλά ήταν και μια τεχνική για να μην πέσει ούτε ψίχουλο κάτω. Ήταν μεγάλη αμαρτία.
Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας καθόταν πάντοτε δίπλα της, στην πλευρά των γυναικών. Ακούνητος, αγέλαστος, με το μαλλί καλοχτενισμένο και τη χωρίστρα αλφάδι. Γυάλιζε το μαύρο στο κεφάλι του από τον χυμό λεμονιού που του άλειφε για να μην πετάει τρίχα. Όλα πάνω του στοιχισμένα, καθαρά και μοσχοβολιστά, για να πλάσει αντίστοιχο χαρακτήρα.
Ο Μιχαλάκης έδινε μεγάλη προσοχή στις ψαλμωδίες —όση ώρα, τουλάχιστον, μπορούσε να παραμείνει συγκεντρωμένος. Την υπόλοιπη προσποιούταν έχοντας το κεφάλι στυλωμένο προς τον παπά. Άλλο όμως τα μάτια. Αυτά τα ρημάδια, δίχως να υπακούν, έπαιζαν αριστερά, δεξιά, πέφτοντας πάνω σε καθεμιά που ερχόταν καθυστερημένη στη λειτουργία. Ιδίως αν κάποια συγχωριανή ήταν λιγάκι πιο ελαφρά ντυμένη, έβρισκαν αμέσως τη γυμνή σάρκα και, άντε, ο νεαρός να τα ξεκολλήσει μετά από εκεί.
Αυτό ήταν το χειρότερο μαρτύριο για εκείνον — όχι το πρωινό ξύπνημα, ούτε τα στοιχισμένα μαλλιά, ούτε η γλώσσα των ευαγγελίων που δεν την καταλάβαινε. Ούτε καν ο λόγος που εκφωνούσε, πριν το τέλος της λειτουργίας, ο ιερέας, ο οποίος κυλούσε τόσο αργά, βαρετά και καθυστερούσε, έτι περισσότερο, την ένωση τού στόματός του με το αντίδωρο. Τη
λαιμαργία, ως ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, ίσως μπορούσε να του τη συγχωρήσει η μάνα, αλλά τη λαγνεία ποτέ. Πόσο μάλλον μέσα στον ίδιο τον Οίκο του Θεού.
Μεγαλώνοντας, το χωριό του πήρε να αδειάζει. Δουλειές δεν υπήρχαν στον άγονο τόπο τους για να κρατήσουν τη νεολαία και τα χωράφια τους ήταν ξερικά, κακαρντάκια. Όταν μπήκε δε στο Γυμνάσιο, έπρεπε να κάνει κοντά στα είκοσι χιλιόμετρα δρόμο με το ποδήλατο, έως τη διπλανή κωμόπολη, για να παρακολουθήσει τα μαθήματα. Στο χωριό του είχαν μόνο Δημοτικό, που έγινε μονοθέσιο γιατί τα παιδιά λιγόστεψαν.
Δεν λιγόστεψαν, όμως, μόνο στο σχολείο, λιγόστεψαν και στην εκκλησία. Ο παπα-Γρηγόρης που χρειαζόταν βοήθεια μέσα στο ιερό, δεν έβρισκε εύκολα πρόθυμους νεαρούς. Έπιασε τη μάνα του και της πρότεινε να τον πάρει μόνιμα δίπλα του για βοηθό — τον ήξερε άλλωστε από τα γεννοφάσκια του. «Ένα τέτοιο σοβαρό και θεοσεβούμενο παλικαράκι χρειάζομαι», της είπε, «να με βοηθά σε όλες τις κυριακάτικες λειτουργίες, αλλά και στα υπόλοιπα μυστήρια. Σιγά-σιγά θα τον μυήσω στην ψαλτική και θα του μάθω βυζαντινή μουσική. Ίσως εδώ, πλάι μου στην εκκλησία, να έχει ένα μέλλον. Όπως μαθαίνω από τους καθηγητές του, τα γράμματα δεν τα παίρνει —το σχολείο δεν θα το τελειώσει.»
Η μάνα του, που της το είχαν μηνύσει οι καθηγητές ότι ο Μιχαλάκης ήταν κουμπούρας, δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μπορεί να κατάφερνε να τον κάνει παπά ή, έστω, πρωτοψάλτη. Πώς θα επιβίωνε μόνος του μετά την αναχώρησή της για τον Άγιο Πέτρο; Ήξερε τον γιο της. Έβλεπε καθώς μεγάλωνε πως δεν παίρνει πολλές στροφές και από τη στιγμή που θα έμενε μόνος του ούτε αυγό δεν θα μπορούσε να βράσει, όχι να βγάλει τα προς το ζην.
Του το ανακοίνωσε ως τετελεσμένο γεγονός κι εκείνος έσκυψε το κεφάλι και το δέχτηκε όπως όλα — η μαμά ήξερε καλύτερα. «Το σχολείο δε θα το παρατήσεις!», διέταξε, «Θα βγάλεις και το Λύκειο, έστω σκούντα-σκούντα. Ο πάτερ θα μιλήσει στους καθηγητές — έχει τον τρόπο του.»
Έγινε κάτι σαν παραπαίδι του παπα-Γρηγόρη. Εκείνος είχε χάσει την πρεσβυτέρα του νωρίς και δικά του παιδιά δεν είχε αποκτήσει. Ο Μιχάλης τον βοηθούσε στα πάντα —στις δουλειές του σπιτιού αλλά και της εκκλησίας. Σκούπιζε, σφουγγάριζε, σιδέρωνε τα ράσα, τακτοποιούσε τα καθίσματα, ετοίμαζε το θυμιατό, δοκίμαζε τη μαυροδάφνη — όταν δεν έβλεπε ο παπάς. Κουβάλαγε τα εξαπτέρυγα, γέμιζε την κολυμπήθρα, μέτραγε τις εισπράξεις από το παγκάρι.
Όταν όλα ήταν τακτοποιημένα κατά πως έπρεπε, ο ιερέας τον κάθιζε στην πρώτη σειρά μέσα στην εκκλησία και προσπαθούσε να του μάθει βυζαντινή μουσική. Και «Πα-Βου-Γα-Δι-Κε-Ζω-Νη» και φτου κι απ’ την αρχή, γιατί ο Μιχαλάκης δεν τα έπαιρνε εύκολα. Και δώσ’ του να ψέλνει μαζί του, κάνοντας δεύτερη φωνή ο πάτερ για να καλύπτει, όσο ήταν δυνατόν, τα κοκοράκια του νεαρού.
Είδε κι απόειδε ο παπα-Γρηγόρης και αφού πάτησε ο Μιχάλης τα δεκαοκτώ και κόντευε να τελειώσει τη Γ΄ Λυκείου, φώναξε ένα απόγευμα τη μάνα του στην εκκλησία. Μήνες τώρα σκεφτόταν πώς να της το φέρει μαλακά. Η κυρά Παρθένα εμφανίστηκε μόλις άρχισε να σουρουπώνει. Την κάθισε στην πρώτη σειρά, όπως έκανε τόσα χρόνια και με τον γιο της. Υπό το φως των κεριών και των καντηλιών, και κοιτώντας τα παπούτσια της, της είπε: «Λυπάμαι πολύ, ευλογημένη. Έκανα ό,τι μπορούσα. Όσο κι αν προσευχήθηκα, όσο και αν προσπάθησα με την εξάσκηση να τιθασεύσω τη φωνή του Μιχάλη σου, στάθηκε αδύνατον.»
Ξέσπασε σε κλάματα. Είχε φτάσει σε μια ηλικία που ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Ήξερε πως πλησίαζε το μοιραίο. Δεν θα ήταν σε θέση να του προσφέρει για πολύ ακόμη τα απαραίτητα. «Και τι θα κάνουμε τώρα;», ψέλλισε ανάμεσα στα αναφιλητά. «Κοίταξε, χριστιανή», πήρε εκείνος το σοβαρό ύφος του ποιμένα, «Παπάς αδύνατο να γίνει. Με τέτοια φωνή δεν πρόκειται να πατήσει άνθρωπος στην εκκλησία. Και για δεξιός ψάλτης ούτε λόγος. Το πολύ-πολύ, αν βάλω όλα τα μέσα που διαθέτω, να γίνει αριστερός. Κι αυτό με το ζόρι.»
«Αριστερός;», πετάχτηκε πάνω η μάνα! Χτύπησε με νεύρο τα χέρια στα πλαϊνά της. «Του κόβω τη γλώσσα και την πετάω στα σκυλιά.»
Είχε προνοήσει, η πονηρή, να έχει εναλλακτικό σχέδιο. Σε περίπτωση που δεν έπιανε το πρώτο, τα κανόνισε με τον μπάρμπα-Δημητρό να τον πάρει τσοπάνη στα κοπάδια του. Τι ποιμένας των συγχωριανών, τι ποιμένας στα πρόβατα; Μικρή έβρισκε τη διαφορά.
Κι αν ούτε κι εκεί στεριώσει, ποιος ξέρει; Αφού πήρε το απολυτήριο του Λυκείου, όλο και κάποιο γραφειάκι θα βρεθεί να χωθεί. Στην Ελλάδα πάντα χρειάζονται ένας-δυο «κυρ-Παντελήδες» να σφραγίζουν φακέλους και να μοιράζουν χαρτιά.
Ούτε αριστερός, ούτε δεξιός