Η μεταφυσική γεωγραφία της μνήμης

Η μεταφυσική γεωγραφία της μνήμης

Πασχάλη Κατσίκα, «Νήσος Κίρκη», εκδ. Δρόμων 2024

Η ποιητική συλλογή του Πασχάλη Κατσίκα, Νήσος Κίρκη διαποτίζεται από στοχαστική διάθεση αναδίδοντας μια συμπυκνωμένη συναισθηματική πυκνότητα που βασίζεται στη συνειδητή ενδοσκόπηση. Το ύφος του είναι προσωπικό και αναγνωρίσιμο. Ο λόγος σφιχτός, απέριττος και υποβλητικός, αναδεικνύοντας την ποιητική διάσταση των ταπεινών, καθημερινών βιωμάτων. Η συλλογή είναι οργανωμένη σε τέσσερις ενότητες, μια δομή που δίνει συνοχή στην έκφραση και βοηθά στην αποκάλυψη των θεματικών κλειδιών. Ωστόσο, η οργάνωση αυτή δεν έχει στεγανά, καθώς μια ροή θεμάτων και προβληματισμών (ο χρόνος, η απώλεια, ο θάνατος, ο έρωτας) διατρέχει ολόκληρο το έργο.

Ο τίτλος της συλλογή, ενώ παραπέμπει αναπόδραστα στις οδυσσειακές συνυποδηλώσεις της μυθικής μάγισσας, αναφέρεται συνάμα στον πραγματικό, αλλά μαραζωμένο, οικισμό Κίρκη στον Έβρο. Η ποιητική πράξη, συνειρμικά, μεταμορφώνεται σε Κίρκη, οι αναγνώστες σε ταξιδιώτες, και η Ιθάκη πάντοτε «υπαρκτή», χάνεται στους λαβύρινθους της μνήμης και του χρόνου. Η Κίρκη (είτε ως τόπος, είτε ως δύναμη μεταμόρφωσης) μαγνητίζει τους ταξιδιώτες και τους οδηγεί στις περιπέτειες της ποίησης. Μέσω αυτής της κεντρικής μεταφοράς, ο ποιητής, ως άλλος Οδυσσέας, επιχειρεί να τιθασεύσει την απειλητική θάλασσα του ασυνειδήτου, μετατρέποντας το παρελθόν από ανεπίστρεπτο σε λυτρωτική ανάμνηση.

Στην πρώτη ενότητα ο ποιητής επιστρέφει νοητά στο παρελθόν, αναπολεί τη γενέτειρά του, τα παιδικά χρόνια, και την οικογένεια του, ειδικά τη μορφή του Πατέρα. Η έννοια του «ακατοίκητου» αποτελεί κλειδί για την ερμηνεία του ποιητικού κόσμου. Το «ακατοίκητο» δεν δηλώνει απλώς την ερήμωση της πατρώας γης (Κίρκη Έβρου, Κομοτηνή-Γκιουμουλτζίνα), αλλά μια βαθύτατα υπαρξιακή συνθήκη. Οι ακατοίκητες πατρίδες, κατά έναν παράδοξο τρόπο, κατοικούν βαθιά μέσα μας, γίνονται σύμβολα αέναης αναζήτησης και μόνιμες νησίδες ανακούφισης. Η συλλογή παλινδρομεί μεταξύ της παιδικής αθωότητας και της ώριμης συνειδητοποίησης της απώλειας, σε μια μετάβαση που άλλοτε οδηγεί στην «ανυπαρξία» κι άλλοτε στην «ενοχή», συνιστώντας τον βασικό δραματικό πυρήνα του έργου.

Η υπαρξιακή αγωνία κορυφώνεται στη Δεύτερη και Τρίτη Ενότητα. Εδώ κυριαρχεί η απώλεια, η φθορά, και στον αντίποδά τους ο έρωτας, ο οποίος υμνείται χαμηλόφωνα. Στην τρίτη ενότητα κυριαρχούν τα υπαρξιακά ζητήματα, με τον ποιητή να τονίζει τη ματαιότητα της προσπάθειας διαφυγής από τη φθορά. Η γνώση πως το τέρμα της ζωής είναι αμετάκλητο επιβεβαιώνεται από την πικρή αίσθηση της κυκλικότητας («Κοιμάμαι-Ξυπνάω // Γύρος θανάτου»). Τέλος, στην Τέταρτη Ενότητα ο ποιητής ορίζει το πνευματικό του εργαστήρι ως «Έναν καφενέ», όπου προσφέρει «καινούργιους μεζέδες» αντιμέτωπος με την αδιαφορία των πελατών του, αλλά διατηρώντας την ελπίδα ότι θα δημιουργήσει κάτι που ίσως θα έχει διάρκεια («Μυρωδιές στη γειτονιά ίσως αφήσω»). Η ποιητική διαδικασία περιγράφεται ως επίπονη απογύμνωση, όπου ο δημιουργός στέκεται «γυμνός» μπροστά στην τέχνη, αφήνοντας τις λέξεις να αποσπάσουν «Δέρμα και κόκαλα» από πάνω του. Η τέχνη είναι, στην ουσία, η «Κίρκη» που «Αλλοιώνει ό,τι δεν καταφέρνει να σκοτώσει», καθιστώντας τον ποιητή, εν τέλει, «Αθώο ή ένοχο», αναλόγως της συναισθηματικής επίδρασης που θα ασκήσει στον αναγνώστη.

Η Νήσος Κίρκη του Πασχάλη Κατσίκα είναι ένα έργο βαθύτατα βιωματικό και συναισθηματικά φορτισμένο, που διαπνέεται όμως από ωριμότητα. Ο ποιητής, μέσω του πυκνού λόγου του και της συνεχούς συνομιλίας με το παρελθόν, επιχειρεί να αναδείξει τις βαθύτερες σημασίες των πραγμάτων, τη δύναμη της μνήμης ενάντια στην ερήμωση του τόπου, τον κατακερματισμό του χρόνου, την αγωνία της απώλειας, τη φθαρτότητα του έρωτα και την αδήριτη ανάγκη για σύνδεση. Η ποίηση, με τη μεταμορφωτική της λειτουργία, αποκαλύπτεται ως όπλο για να αντιμετωπιστεί το πέρασμα του χρόνου και η ανθρώπινη μοναξιά, με τον ποιητή να συνοδεύει τους αναγνώστες στο ταξίδι που μπορεί να οδηγήσει στην αλήθεια της ύπαρξης.

Το ομότιτλο ποίημα λειτουργεί ως γεωπολιτικός και υπαρξιακός άξονας ολόκληρης της συλλογής, συμπυκνώνοντας τη νοσταλγία, τη μετανάστευση και τη φθορά του χρόνου. Η εικόνα ανοίγει με την αναβίωση του παρελθόντος μέσω του ήχου (το «τρανζίστορ Grundig» που «επέστρεψε μαζί σου // από τη Γερμανία ως μετανάστης»), για να αναδείξει τη μορφή του πατέρα και τη σκληρή συνθήκη της ξενιτιάς, μετατρέποντας το ραδιόφωνο σε ιερό κειμήλιο του μόχθου. Ο χορός (το «ζεϊμπέκικο αγέρωχο στου Κάλτσου» υπό το «γρέζι της φωνής τού Καζαντζίδη») είναι η στιγμή της υπέρβασης και της αξιοπρέπειας απέναντι στην απώλεια. Η σκηνή, λούζεται στο φως, όπου «ένα αστέρι σκαρφαλώνει // απ’ το μωσαϊκό στους ώμους», μα η ανατροπή έρχεται βίαια («Διακοπή για Έκτακτο Δελτίο») και ο λυρισμός διακόπτεται από την ψυχρή παράθεση αριθμών της απογραφής. Ενώ οι γύρω πόλεις φέρουν πληθυσμό, η πατρώα γη είναι ακατοίκητη («Κίρκη Έβρου: ακατοίκητο»). Αυτός ο τελευταίος στίχος δεν σηματοδοτεί μόνο την ερήμωση του τόπου, αλλά και την αποξένωση του ποιητή. Η μυθική Κίρκη μεταμορφώνει τον τόπο σε αριθμό, σε μηδέν. Το ποίημα καθίσταται έτσι ένα δραματικό σχόλιο για την αποξένωση, τη μετανάστευση και το θάνατο της μνήμης, υποδηλώνοντας πως η Ιθάκη που αναζητούμε μπορεί να έχει χαθεί από τον χάρτη.

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής του Πασχάλη Κατσίκα, φορτισμένος με την αρχετυπική σημασία του τόπου και της μεταμόρφωσης, θέτει το πλαίσιο για μία διαρκή ταλάντωση μεταξύ του απτού βιώματος και της υπαρξιακής αλληγορίας. Και η ποίησή του αναδύεται ως διερεύνηση της ανθρώπινης συνθήκης, δοσμένη με συμβολικό λυρισμό και υποδόρια ειλικρίνεια. Μία οδύσσεια ενδοσκόπησης, όπου ο ποιητικός λόγος λειτουργεί ως διεισδυτικό εργαλείο για τη χαρτογράφηση του εσωτερικού τοπίου.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: