Ποιοί είδαν τον ελέφαντα

Ποιοί είδαν τον ελέφαντα

Μάνιας Μεζίτη, «Τον ελέφαντα είδαν πρώτα», εκδ. Κουκκίδα 2025





Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτό το κείμενο με τον τίτλο του βιβλίου της Μάνιας Μεζίτη που είναι κάπως μυστηριώδης και αινιγματικός. Τι είναι τέλος πάντων αυτός ο ελέφαντας ο οποίος αν δεν κάνω λάθος, δεν εμφανίζεται πουθενά μέσα στο βιβλίο; Κάποιοι τον είδαν όμως. Κάνω μια πρώτη και εντελώς αυθαίρετη σκέψη ότι ο ελέφαντας αυτός δεν είναι ορατός σε όλους αλλά μονάχα στους δίκαιους και στους αθώους και τον βλέπουν μόνο τα μάτια των παιδιών. Εξομολογούμαι επίσης ότι είχα από παλιά μια μεγάλη αδυναμία στους ελέφαντες που μου φαίνονταν, και ακόμα μου φαίνονται, πολύ μελαγχολικά και ιδιαίτερα αξιαγάπητα ζώα. Πέρα απ` αυτό, ένα παράξενο και αινιγματικό στοιχείο υπάρχει σε όλα τα ποιήματα του βιβλίου αλλά εκεί οφείλουν ίσως κι ένα μεγάλο μέρος της γοητείας τους. Ξαναδιαβάζοντάς τα πριν από λίγες μέρες, είχα την αίσθηση ότι τα σύντομα και άτιτλα πεζά αυτά ποιήματα είναι κάτι σαν χαμένες επιστολές απευθυνόμενες σ` έναν παραλήπτη- φάντασμα που δεν πρόκειται να τις λάβει ποτέ. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος που απευθύνονται αυτές οι επιστολές ούτε για ποιον είναι γραμμένες. Ίσως για όλους και για κανέναν, όπως είχε πει κάποτε ο τραγικός Γερμανός φιλόσοφος που αργότερα έκλαψε γοερά κι έχυσε πικρά δάκρυα για ένα δυστυχισμένο γέρικο άλογο. Ή ίσως τελικά ν` απευθύνονται στον εαυτό μας και μόνο ή στην ίδια την ποίηση που είναι η άρρωστη μητέρα μας, η κατάκοιτη μητέρα όλων μας. Και ποιος γράφει αυτά τα παράξενα ποιήματα; Ίσως ένα λυπημένο παιδί που προσεύχεται ολομόναχο σ` έναν φανταστικό θεό. Έχω την εντύπωση ότι σ` ολόκληρο το βιβλίο υπάρχει ένα έντονο κλίμα παιδικότητας κι ένα είδος ποιητικής νοσταλγίας για τον χαμένο χρόνο που δεν ξανακερδίζεται ούτε καν μέσω της ποίησης, για έναν καιρό χαμένης αθωότητας. Γεμάτο το βιβλίο από παιδικές αναμνήσεις, σπασμένες εικόνες, παππούδες και γιαγιάδες από άλλη εποχή, το χρυσαλιφούρφουρο και η απαλή μελωδία του που έρχεται από άλλο κόσμο, πιο αθώο και πιο ειρηνικό από τον δικό μας. Είναι χαρακτηριστικό επίσης, το ποίημα που μιλά με μεγάλη τρυφερότητα για κάποιες παιδικές καραμέλες.

Πριν απ` αυτό όμως, υπάρχει το ποίημα που ανοίγει το βιβλίο. Είναι ένα ποίημα που μιλά για ένα όνειρο ταξιδιού, για ένα ταξίδι μακρινό που αν και προετοιμάστηκε προσεκτικά έμεινε απραγματοποίητο. Παραθέτω την αρχή του:

Το είχες οργανώσει, θα διέσχιζες τις χώρες. Μακρύ ταξίδι σίγουρα. Λίγη προετοιμασία μόνο. Χάρτες. Πού θα μείνεις. Για πόσο διάστημα. Τα σχετικά. ― Βλαδιβοστόκ.

Στο ποίημα αυτό οι λέξεις Βλαδιβοστόκ και Αλεξάνδρεια, εμφανίζονται διαρκώς δίνοντας έναν μουσικό τόνο θλίψης. Κυρίως δυο πόλεις, η μυθική Αλεξάνδρεια και το Βλαδιβοστόκ, επανέρχονται σαν ένας μαγικός ψαλμός, σαν ένα είδος Μάντρα. Φαντάζομαι το πρόσωπο που ονειρεύεται αυτό το ταξίδι σκυμμένο πάνω σε παλιούς, φθαρμένους χάρτες. Ακούμε μέσα από το ποίημα τη φωνή που ψιθυρίζει διαρκώς ονόματα πόλεων και τόπων. 8.574 χιλιόμετρα. κομπολόι από κίτρινο κεχριμπάρι. Πρώτα Ιράκ. Μετά Ιράν. Τουρκμενιστάν. Καζακστάν. Ρωσία.

Δεν είναι δίχως σημασία για μένα η επίκληση αυτών των τόπων της Ανατολής.
Σταυροδρόμια όλα, πανάρχαιων πολιτισμών, τόποι και λαοί βασανισμένοι που προσπαθούν να ζήσουν και να υπάρξουν μέσα στις θύελλες και τις αέναες καταστροφές της Ιστορίας. Τόποι κατεστραμμένοι από τον πόλεμο και άνθρωποι που διαρκώς μετακινούνται και ξαναχτίζουν από την αρχή τη ζωή τους. Όνειρο του φαντάσματος της ευτυχίας κι ενός ταξιδιού που δε μπορεί ποτέ να γίνει πραγματικότητα και διαδρομές πάνω σε χάρτες που ολοένα αλλάζουν και σύνορα που διαρκώς μεταβάλλονται. Η Μάνια Μεζίτη έχει απόλυτη συνείδηση του απάνθρωπου, παγκόσμιου παιχνιδιού που παίζεται στα σκοτεινά γραφεία, διαρκώς, με κόστος ανθρώπινες ζωές αναρίθμητες. Η real politic μας τρώει τα σωθικά, λέει κάπου αλλού. Η ποίηση που γράφει λοιπόν, έχει βαθιές ρίζες στην πολιτική αλλά μ` έναν έμμεσο τρόπο κι αυτό επειδή η ίδια γνωρίζει καλά την τέχνη της αφαίρεσης για την οποία μιλά. Έχει εξάλλου μαθητεύσει στο πολύτιμο σχολείο της Μαρίας Λαϊνά στην οποία πιστεύω ότι ποιητικά οφείλει πολλά. Υπάρχει κι ένα ποίημα στο βιβλίο που είναι αφιερωμένο στη σπουδαία ποιήτρια αλλά το πνεύμα της έτσι κι αλλιώς είναι παρόν σ` ολόκληρο το βιβλίο.
Κι ωστόσο, μέσα στην ίδια φωνή που μιλά με νοσταλγία, υπάρχουν κι άλλες φωνές που ακούγονται και περιγράφουν έναν σκοτεινό στα όρια του εφιαλτικού, κόσμο. Αναφέρω για παράδειγμα, το ποίημα που μιλά για την αυτοκτονία της Ευτέρπης. Και αλλού, κρυμμένα μες στο βιβλίο, θάνατοι και καταστροφές και απώλειες ανεπανόρθωτες. Μ` άλλα λόγια όλα τα τραυματικά υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη ολόκληρη η ζωή μας κι επίσης, πράγματα σκοτεινά που δεν πρέπει να λέγονται και τα υποψιαζόμαστε απλώς και στο βάθος ο ποιητής, παρατηρώντας τα πάντα και καταπίνοντας θλίψη. Υπάρχει ένας άλλος στίχος που μπορεί να έχει πολλές ερμηνείες αλλά για μένα περιγράφει πολύ ωραία την άβολη θέση του ποιητή που είναι πάντοτε ένα λυπημένο παιδί και σκοντάφτει διαρκώς μέσα στον ενήλικο κόσμο ξέροντας ότι η ζωή είναι απλώς ένα εύθραυστο παιδικό παιχνίδι που αργά η γρήγορα θα σπάσει όπως όλα τα παιχνίδια:

Όμως το θέμα δεν είν' εκεί. Είναι που εξακολουθείς να φοράς τα παιδικά παπούτσια σου και να σκοντάφτεις κάθε τόσο.

Και κλείνοντας, θα ήθελα να παραθέσω ολόκληρο ένα ποίημα από τα ωραιότερα και πιο τρυφερά κομμάτια του βιβλίου, ένα είδος αποχαιρετισμού στον κόσμο που αφήνουμε πίσω μας περνώντας, με την ελπίδα πάντα και την ευχή να περάσουμε μ` ευγένεια απ` αυτό τον κόσμο χωρίς να ποδοπατήσουμε τίποτα στο διάβα μας, να περάσουμε ήσυχα όπως ο άνεμος ο απαλός που μόλις φυσά:

Μικρή σε έστελναν για ύπνο λέγοντας πριν κοιμηθείς, κάνε την προσευχή σου. Δεν γνώριζες τι λένε οι άνθρωποι στις προσευχές. Κανένας δεν μιλάει δυνατά όταν προσεύχεται. Ξάπλωνες στο κρεβάτι, σταύρωνες τα χέρια, συγκεντρωνόσουν στον φανταστικό θεό σου, κράμα από αγιογραφίες και παιδικά οράματα.
Έμοιαζες υπερβολικά ανόητη. Στο δικό σου παιδί δεν είπες τίποτα. Δεν το προέτρεψες να κάνει προσευχές. Μεγάλωσε, έφυγε απ' το σπίτι. Τα βράδια κάνεις ένα πείραμα: προβάρεις άγνωστα εδάφια. Τα απαγγέλλεις από στήθους.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: