
Στην ιδιαίτερη γλώσσα της ποίησης, περιεχόμενο και μορφή συνιστούν ένα αδιαίρετο όλο, το οποίο ως σύστημα σημείων συνομιλεί και επικοινωνεί με το επιστεγάζον αυτό ευρύτερο πολιτισμικό συγκείμενο. Ποίηση και ιστορικός χωρόχρονος διασταυρώνονται σε μια σχέση όχι υποχρεωτικά ταυτότητας περιεχομένου αλλά ομολογίας μορφής. Οι συμβάσεις και οι μηχανισμοί για την παραγωγή και την οργάνωση του νοήματος στην ποίηση βρίσκονται σε σχέση αλληλεπίδρασης και συμβατότητας με τα ισχύοντα σημειολογικά μοντέλα και τους λόγους, δηλαδή τα συστήματα κατασκευής νοήματος, της κοινωνίας–πλαίσιο της εκάστοτε ποιητικής φωνής.
Η ποίηση της Μαριάννας Νικολάου αναντίρρητα συνδιαλέγεται θεματικά με το παρόν της δημιουργίας της και τον πρωτοποριακό πνευματικό χώρο και δη με την ώριμη φεμινιστική οπτική που διακρίνει την συνθετότητα και πολυπλοκότητα της γυναικείας εμπειρίας, πέρα από γενικεύσεις φύλου και αφορισμούς. Από την άλλη, η ποιητική της φόρμα και οι τεχνικές παραγωγής νοήματος που αξιοποιεί αντλούν από την δεξαμενή της μοντερνιστικής και μεταμοντέρνας ποιητικής γραφής, με αποτέλεσμα να ταλαντεύεται μεταξύ των δύο άκρων, σαφήνειας-ενάργειας και κρυπτικότητας- αδιαφάνειας, επιτυγχάνοντας μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην ακαριαία σύλληψη του νοήματος και στην κοπιώδη διαδικασία εξόρυξής του. Η γλώσσα της δε, σπάει τους στερεότυπους και παγιωμένους συσχετισμούς εννοιών και αντιπροτείνει πρωτότυπους έως καινοφανείς συνδυασμούς και πραγματώσεις νοημάτων, σκόπιμες συναντήσεις ετερογενών στοιχείων, που αιφνιδιάζουν και προκαλούν τον αναγνώστη σε ένα διαισθητικό ερμηνευτικό παιχνίδι, ανοικτό στη γοητεία του αδιόρατου και στη δυναμική της πληθυντικότητας.
Ελεύθερος στίχος, κατακερματισμένος λόγος, συνειρμικές συνδέσεις, πολυσημία και αμφισημία, συμπύκνωση νοημάτων, αποσπασματικότητα, υπαινικτικότατα, ασυνήθιστες συντακτικές δομές και γραμματικές χρήσεις, εικόνες-σύμβολα καθιερωμένα και προσωπικά, αυθαίρετες αλληγορίες, διακειμενικές νύξεις, αξιοποίηση της οπτικής διάστασης του κειμένου ως συντελεστή διαμόρφωσης ρυθμού και νοήματος, όπως στο Υπάρχει παντού και πάνω απ΄ όλα μια ρηγματωμένη αφηγήτρια, που η θηλυκή πρωτεϊκή της υπόσταση προσλαμβάνει ποικίλα γυναικεία προσωπεία, αγκαλιάζοντας έτσι συνολικά την έμφυλη εμπειρία.
Οι καθημερινές λεπτομέρειες – γέφυρες προς μία αναγνωρίσιμη αισθητή συνθήκη, όπως ένα φόρεμα, μια κουβέρτα, ψίχουλα στο πάτωμα ή κρεμμύδια στο χέρι, γίνονται σύμβολα που κουβαλούν μνήμη, έρωτα, φθορά και αντίσταση.
Η συλλογή αποτελεί μια τολμηρή και βαθιά βιωματική κατάθεση, που επιχειρεί να χαρτογραφήσει το γυναικείο σώμα, τη μνήμη και τη φωνή, σε όλο τους το εύρος: από την παιδική ηλικία μέχρι τη μητρότητα, από την ερωτική εμπειρία μέχρι την κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα, ισορροπώντας ανάμεσα στο βίωμα και στη μυθοπλασία.
Και εντέλει υποστηρίζει πειστικά και επιβάλλει, όσο η υποβλητικότητα και η εμμεσότητα του ποιητικού λόγου το επιτρέπουν ότι εκ γυναικός ερρύη τα κρείττω. Για να θυμηθούμε την παλιά εκείνη ιστορία με τον Θεόφιλο και την Κασσιανή που εκφράζει τη σύγκρουση της ανδρικής προκατάληψης με τη γυναικεία σοφία και αυτογνωσία, η οποία όμως μεταφράζεται από την πατριαρχική κοινωνία ως ασέβεια στην καθαγιασμένη τάξη πραγμάτων της πατριαρχίας. Το γυναικείο ποιητικό της σύμπαν, διάστικτο από σκληρές εικόνες αποσύνθεσης, διάλυσης, σωματικού πόνου, υπαρξιακής αγωνίας, βασανιστικών αισθημάτων ασυμβατότητας, ενοχές, τραύματα και πάθη αναμετριέται με τις αντιξοότητες της ζωής με μια αγάπη, μια ακαταπόνητη μαχητικότητα, μια αποδοχή και μια ειλικρίνεια που συγκινεί και στο τέλος νικά.
Η συλλογή αποτυπώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στο βίωμα και στην αμείλικτη καθημερινότητα αλλά και κοινωνική/πολιτισμική πραγματικότητα, καθώς και την αδιάκοπη προσπάθεια συμφιλίωσης με το σώμα, τον άνδρα, τη γλώσσα, τη μνήμη και τον χρόνο. Και αν η αίσθηση πληρότητας αποτελεί επανερχόμενο και ανεκπλήρωτο ζητούμενο, η ίδια η προσπάθεια οδηγεί αυτοδίκαια στην αυτοπραγμάτωση. Εκ της γυναικός, αυτής της Άλλης, της ανώνυμης, καθημερινής νοικοκυράς ή της επιβλητικής, μητριαρχικής θεότητας, ερρύη τα κρείττω.
Κάτι που αντιλαμβάνεται κανείς με την πρώτη ανάγνωση είναι μια σφοδρή, διαρκής εναλλαγή ατμόσφαιρας, μέσα από άγριες και ειρηνικές στιγμές, σε άτακτη διαδοχή. Οι σκληρές και κάποτε σπαρακτικές εικόνες ισοσταθμίζονται με εικόνες γλυκύτητας ευαισθησίας. Από τη μία διαβάζουμε: «Πετάει πύον», «Η λεκάνη της βούρκος χωρίς αρτηρία, χωρίς νεύρο», «Μαχαίρι κατάστηθα» και «Αιμορραγούμε αλληλοπροδοσία» Και από την άλλη, ακολουθούν τρυφερές εικόνες / λέξεις, όπως «Χάιδεψε μάγουλα και μαλλιά» «Γέμισα το σπίτι μυρωδιές ασφαλείας» «Μαγείρεψα πληρότητα, τάισα δεσμό» «Χουχούλιασε το χέρι του Μικρού», που μας τυλίγουν σαν μια απαλή, προστατευτική κουβέρτα ζεστασιάς και γλυκύτητας.
Η συλλογή διαρθρώνεται σε έξι ενότητες με χαρακτηριστικούς τίτλους – Θέατρο Σκιών, Ἀνήρ, Θεολογία, Φωτογραφίες, Θήλυ και Σπόνδυλοι – οι οποίες λειτουργούν σαν διαδοχικοί σταθμοί σε ένα εσωτερικό ταξίδι. Ας βάλουμε όμως τα πράγματα σε μία σειρά.
Το Θέατρο Σκιών εισάγει τον αναγνώστη σε ένα σκηνικό δραματικό, σαν αρχαία τραγωδία σε σύγχρονη μορφή. Οι σκιές γίνονται σύμβολα της ενοχής, του κατακερματισμένου εαυτού, των γυναικείων φόβων και της βίας (εσωτερικευμένης και κοινωνικής). Ο διάλογος με τη «Σκιά» είναι έντονα θεατρικός και οι εικόνες του σώματος (π.χ. αίμα, λώρος, βιβλίο-θώρακας) φέρουν μεγάλη εικονοποιητική δύναμη.
Ο Ἀνήρ διερευνά τη σχέση της γυναίκας με τον άνδρα – ως εραστή, πατέρα, σύζυγο, αλλά και ως πολιτισμικό-κοινωνικό «άλλο». Το «Στα Δύο» με έμμεση αναφορά στον Δάντη αγγίζει την τραγική διάσταση της συνύπαρξης. Η φράση θυμίζει το μοιραίο σταυροδρόμι που συναντά ο οδοιπόρος, ειδικά στην αρχή της Θείας Κωμωδίας («Στο μέσο του δρόμου της ζωής μας…»), όπου βρίσκεται χαμένος σε σκοτεινό δάσος και δεν ξέρει ποια πορεία να πάρει.
Αν όμως θα έπρεπε να ξεχωρίσω ένα ποίημα από την ενότητα αυτή, θα ήταν τα «Κρεμμύδια» με την προμετωπίδα από το Valentine, της Carol Ann Duffy: Not a red rose or a satin heart. I give you an onion, την οποία η ποιήτρια αναγνωρίζει ως σημαντική επιρροή της. Εδώ με μια απλότητα, σχεδόν αντι-ρομαντική, κατορθώνει να μιλήσει για τον έρωτα χωρίς υπερβολή, με μια γήινη ματιά, που δεν είναι υποχρεωτικά συμβιβασμός αλλά ούτε και θρίαμβος.
Στη Θεολογία ανασύρεται το αρχέτυπο της Μητέρας–Θεάς που δίνει στη γυναικεία εμπειρία διάσταση κοσμογονίας. Γυναίκα γέφυρα, αγέρωχη πολεμίστρια, κουροτρόφος, ερωτική, ενώ στη «Φαλασάρνη» η μαγική τοπιογραφία συναντά το ιερό και το αισθησιακό. Τέλος στην «Ανδρονίκη» συναντάμε μια αλχημική τελετουργία ζωής και αναγέννησης, σε ένα τοπίο όπου η φύση, η τεχνολογία και το υποσυνείδητο συνυφαίνονται.
Στην ενότητα Φωτογραφίες αποτυπώνονται σπασμωδικά στιγμιότυπα μνήμης σαν φωτογραφικά καρέ. Με αποφυγή κάθε περιττής λεπτομέρειας, δυο λεκάνες ρούχα και οι εικόνες της κουζίνας μετατρέπονται σε πυκνές σημαίνουσες μεταφορές του καθημερινού βίου της μάχιμης και μαχόμενης γυναίκας.
Στο Θήλυ συγκεντρώνεται με ακόμα μεγαλύτερη διαφάνεια η γυναικεία εμπειρία. Η φιλαρέσκεια στο μπορντό φόρεμα, οι διαψευσμένες ελπίδες στην καρώ κουβέρτα, οι απελπισμένες σιωπές της γαμήλιας ρουτίνας στον παγέρωτα, μέχρι το διμερές «Μητρικόν Νυχθήμερον» που είναι ίσως από τις πιο ειλικρινείς και δυνατές καταγραφές της σύγχρονης μητρότητας στην ελληνική ποίηση.
Τέλος, οι Σπόνδυλοι κλείνουν τη συλλογή με ποιήματα που μοιάζουν με ανατομία ή κατάτμηση του σώματος και της μνήμης, σαν ποιητική ανασκαφή στα θεμέλια της ύπαρξης. Σαν να «σπονδυλώνουν» και να δένουν το υλικό που προηγήθηκε. Η χρήση μικρών, αριθμημένων ενοτήτων που παραπέμπει σε διοικητικό έγγραφο ή επιστημονικό κατάλογο, αντιπαραβάλλει την τάξη της σειροθέτησης με την αταξία των σκόρπιων σκέψεων, το πεζό με το ποιητικό, το χειροπιαστό με το μεταφυσικό.
Το ποίημα όμως που με καθήλωσε από την πρώτη ανάγνωση, μολονότι λιτό, σχεδόν πεζολογικό και εντελώς αψιμυθίωτο είναι το Είδε στον δρόμο του μια πέτρα. Με πρώτη ύλη αποκλειστικά ρήματα και ουσιαστικά, χωρίς εντυπωσιοθηρικά ποικίλματα, με την τεχνική του χρόνου σε επιτάχυνση (time lapse) παρουσιάζει την εξέλιξη μιας πέτρας σε πτηνό, κάτι που αποτελεί μια αριστοτεχνική αλληγορία της γυναικείας δύναμης να ανατρέπει ακόμα και τους φυσικούς νόμους, διεκδικώντας το δίκιο της και τη φωνή της.
Αρχικά η πέτρα είναι ένα άψυχο, ασήμαντο αντικείμενο στον δρόμο, που την κλοτσούν οι άνθρωποι χωρίς να της δίνουν σημασία. Σιγά σιγά όμως, μέσα από το όνειρο, αρχίζει να αποκτά δυναμική ζωής: γίνεται σπόρος, μετά βολβός, πάει να ανθίσει, αλλά και πάλι κάποιος της στερεί την εξέλιξη και την κλοτσάει αδιάφορα ή και βάναυσα. Έπειτα παίρνει ανθρώπινα χαρακτηριστικά αλλά ακόμα και τότε ένα αγόρι- ούτε καν άνδρας- τη σπρώχνει παράμερα. Στο τέλος αποτινάσσει όλες τις προηγούμενες ατελείς μορφές της, που της είχαν επιβληθεί και ξεδιπλώνει το μετασχηματιστικό της σθένος. Υψώνει ανάστημα μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο, απρόβλεπτο — σε ένα πτηνό, δηλαδή σε ένα ον που συμβολίζει μέσα από το πέταγμά του, την άνευ όρων ελευθερία. Τότε η πέτρα, που μέχρι τότε μιλιά δεν είχε, έβγαλε μιλιά και είπε: Όχι πια πέτρα, ούτε και σπόρος Ούτε κι αυγό, ούτε θνητή Μόνο πτηνό Μόνο Εαυτή. Η πορεία της γυναίκας-πέτρας συνοψίζεται στα εξής στάδια: την αναμονή (χρόνια στο περιθώριο, στην άκρη του δρόμου ή του ύπνου), την εξέλιξη (από αδρανές σε ζωντανό), την αναζήτηση ταυτότητας (από πέτρα → σπόρος → γυναίκα → πτηνό) και τελικά την αυτοπραγμάτωση («Μόνο Εαυτή»).
Είναι σαν να εισακούεται η ευχή της προς τη Μεγάλη Μητέρα στο ομώνυμο ποίημα: «Αχ και ναʼ μουνα Πουλί όταν δυναμώνει ο άνεμος πιο πολύ νʼ ανοίγω τα φτερά»
Από αυτήν την τελευταία λέξη θα πιαστώ για το καταληκτικό μου σχόλιο. Η ελληνική γλώσσα, όπως και οι περισσότερες φέρει μέσα της τα ίχνη μιας πατριαρχικής ιστορίας. Ουσιαστικά όπως ο άνθρωπος, ο εαυτός, ο νους, ο Θεός είναι γένους αρσενικού. Η αρσενικοποίηση της κουλτούρας δεν είναι μόνο θέμα κοινωνικών ρόλων, αλλά και γλωσσικής αναπαράστασης: το αρσενικό παρουσιάζεται ως το καθολικό, το ανθρώπινο καθαυτό, ενώ το θηλυκό ως το επιμέρους, το διαφοροποιημένο, το υποδεέστερο. Η επιλογή της λέξης «εαυτή» δεν αποτελεί μόνο μια μορφολογική ανατροπή. Ανακτά χώρο στη γλώσσα για μια γυναικεία εμπειρία του είναι. Η γυναικεία χειραφέτηση δεν είναι μόνο κοινωνική πράξη, αλλά και γλωσσική. Η Νικολάου επαναπροσδιορίζει τις λέξεις που μας χαρακτηρίζουν και, μέσα από αυτές, διεκδικεί το δικαίωμα να υπάρχουμε ως υποκείμενα — όχι μόνο ως αντικείμενα του λόγου των άλλων.
Το Ἐκ γυναικός είναι μια συλλογή που μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε καθολική εμπειρία. Η γυναικεία φωνή δεν παρουσιάζεται μόνο ως ατομική εξομολόγηση, αλλά ως ποιητική και υπαρξιακή συνθήκη, με μύθο, με ιστορία, με καθημερινή σάρκα και αισθήσεις. Η ποίηση της Νικολάου δεν χαϊδεύει αυτιά και δεν δειλιάζει μπροστά στο ανοίκειο ή τη σκληρότητα. Αλλά ούτε φείδεται τρυφερότητας και ελπίδας. Θα λέγαμε ότι αγγίζει μια δραματική καθαρότητα που αφήνει τον αναγνώστη αιφνιδιασμένο, εκτεθειμένο και συγκλονισμένο.