
Σαράντα χρόνια πριν από την έκδοση της συλλογής Κάτω Χώρες του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου, ο Έκτωρ Κακναβάτος έγραφε το παρακάτω ποίημα που τιτλοφορείται «Άλγεβρα»:
Πέρα κατά τη δημοσιά
φάνηκε πρώτα στήλη κουρνιαχτός
ως τα μεσούρανα
Δεν άργησε πολύ
Ο δρόμος έφερνε το ποδοβολητό
το χουγιατό της
Κλείνανε παράθυρα κατέβαιναν ρολά
Σιδεροντυμένη έμπαινε πια στην πόλη
η εξίσωση.
Ξυπνώ αυτόν τον σπουδαίο και παραμελημένο ποιητή από τον αιώνιο ύπνο του, προκειμένου να τον καταστήσω σημείο αναφοράς και προσανατολισμού για την πέμπτη ποιητική συλλογή του Λουκόπουλου. Και το κάνω για δύο λόγους: πρώτον, διότι αμφότεροι προέρχονται από τις θετικές επιστήμες, και δεύτερον, διότι όπως ο μαθηματικός Κακναβάτος, έτσι και ο φυσικός Λουκόπουλος μπολιάζει γόνιμα τον κορμό τής νεοελληνικής ποίησης με την επιστημοσύνη του, ώστε να καρπίσουν νέα, υβριδικά σχήματα.
Μέσω της πυκνότητας, της πολυσημίας και της γλωσσικής ανασύνθεσης τέτοιων σχημάτων, η απαιτητική ποίηση που παράγεται υπερβαίνει τις καθιερωμένες συμβάσεις: το ποίημα, από φορέας νοήματος, καθίσταται πρωτίστως αισθητικό και αισθαντικό γεγονός. Είναι αυτό που περιγράφει ο στίχος του Λουκόπουλου «μες στη γλώσσα σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα» ή όπως τραχύτερα το έθεσε ο Κακναβάτος: «Όταν η γλώσσα δεν κάνει άλλο παρά να υπηρετεί τον Λόγο, καταστρέφει την πάμφωτη αταξία των πραγμάτων· κι αυτά την εκδικούνται, θάβοντάς την στην αιθάλη τους».
Έχοντας όλα αυτά κατά νου, προσεγγίζω τα τρία μέρη που συνθέτουν τη συλλογή με όρους φυσικομαθηματικούς: αυτή η τριμερής δομή μπορεί να προσομοιαστεί με το κβαντομηχανικό σχήμα της αναμενόμενης τιμής . Το πρώτο μέρος της συλλογής, με τίτλο «Κάτω Χώρες», συγκροτεί την αρχική ποιητική κατάσταση· το δεύτερο, με τίτλο «Pays-Bas», λειτουργεί ως μετασχηματιστικός τελεστής, ενώ το επιμύθιο δεν προστίθεται απλώς ως καταληκτικό σχόλιο, αλλά εμφανίζεται ως συζυγής μορφή της αρχικής κατάστασης, επιτρέποντας την εσωτερική αποτίμηση του μετασχηματισμού. Με τον τρόπο αυτό, το ποιητικό υποκείμενο επιστρέφει στον εαυτό του για να αποτιμήσει όλα όσα υπέστη, μετατρέποντας τη σύνθεση σε πράξη αυτοπαρατήρησης.
Ξεκινώ την ανάλυση από το πρώτο μέρος: «Κάτω Χώρες». Όπως λέμε νότος –ευρωπαϊκός νότος– ή, ακριβέστερα, ο κόσμος των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων που τον απαρτίζει: ο Θόδωρος και η Μυρτώ (στο ποίημα «Οξείδωση - τρεις ορισμοί»), εκείνο το κορίτσι που πλακώθηκε απ’ τα μπάζα στον σεισμό του ενενήντα εννιά (στο ποίημα «Death and the maiden»), ο γαλατάς Αναγνώστου με την καρδάρα δεμένη πάνω στο ξύλινο κάρο (στο ποίημα «Σήματα»), ο Καμπόλης με το φιλόξενο χάνι του (στο ποίημα «Βερίκοκο που τραγουδά»). Όλοι τους στο Θριάσιο Πεδίο, κι όλοι τους πεθαμένοι.
Αν, σ’ αυτό το χαρμάνι, προσθέσουμε την πανταχού παρούσα ―από το εξώφυλλο κιόλας― Περσεφόνη, το ποίημα με τον πρόδηλο τίτλο «Αγέλαστος πέτρα», την αναφορά στον Σαρανταπόταμο (δηλαδή στον Ελευσινιακό Κηφισό), καθώς και την περιγραφή του αέναου κύκλου της φύσης, όπου τα χωράφια –στο ωραίο ομότιτλο ποίημα– ρουφάνε τα νιάτα και τους χυμούς των εργατών και των εργατριών όπως ο Άδης στα βάθη του την Περσεφόνη, τότε μπορούμε να υποψιαστούμε τι ζητά από μας ο ποιητής: να απαρνηθούμε τον ρόλο του αναγνώστη και να αναλάβουμε εκείνον του μυούμενου στα Ελευσίνια μυστήρια.
Κατά την ιερή και σεβάσμια τελετή των Ελευσίνιων Μυστηρίων, οι μετέχοντες στην πομπή διέσχιζαν τη γέφυρα του Κηφισού ανταλλάσσοντας χονδροειδή αστεία, σκωπτικά σχόλια και βωμολοχίες. Όλα αυτά είχαν χαρακτήρα αποτροπαϊκό και ονομάζονταν «γεφυρισμοί», από τον τόπο στον οποίο συνέβαιναν.
Ένας διάδρομος φορτοεκφόρτωσης
λαμαρίνα στραντζαριστή
εργατάκια
παλιοπάπουτσα στραβοπατημένα
λίπος πηχτό
που κολλούσε στη θάλασσα
αδένες ελαφιού
σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
όπως σπρώχναμε τη ζωή
όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι
τώρα που περνάω απ’ τη μαρίνα
βλέπω
πριν ανεβούν στα ντεκ
βγάζουν τα λόουφερ
γράφει, εν είδει γεφυρισμού, ο Λουκόπουλος, αναφερόμενος ειρωνικά στην κοσμοπολίτικη πλέον μαρίνα της Νέας Περάμου, στα γιοτ και στα ιστιοπλοϊκά με τα ευαίσθητα καταστρώματα, όπου οφείλεις να βγάλεις τα δερμάτινα μοκασίνια σου για να μην τα πληγώσεις. Δεν παραλείπει, επίσης, με πικρό μειδίαμα, να ανεβάσει τους νεανικούς έρωτες στα ψηφιακά σύννεφα, στα οποία οι χλωροί εραστές, «έχοντας ήδη σιγουρέψει την απόσταση, δεν ματώνουν κατά τον οργασμό», ενώ δεν εξαιρεί απ’ το σκωπτικό στόχαστρό του και «τους συντρόφους που χαθήκανε στη μάχη του πρεστίζ κι όλους τους ποιητές που επανεφηύραν τον κόσμο τους ώστε να τους βραβεύει».
Σ’ αυτούς τους γεφυρισμούς έγκειται και το γεφυρωτικό έργο του ποιητή. Το δεύτερο μέρος της συλλογής, με τίτλο «Pays-Bas», σηματοδοτεί τη διεύρυνση ετούτης της χάρτινης «Ιεράς Οδού», που διασχίζουμε νοητά, προς τον ευρωπαϊκό Βορρά, ώστε να περιλάβει πόλεις του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου, με επίκεντρο τις Βρυξέλλες –διοικητικό και συμβολικό κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης–, φορτίζοντας τη συλλογή πολιτικά. Δεν διατείνομαι ότι ο ποιητής διατυπώνει ευθύ πολιτικό σχόλιο στη συλλογή του· υποστηρίζω, όμως, ότι εκφράζει μια υπόγεια πολιτική αγωνία. Περιδιαβαίνοντας μια Ευρώπη που συχνά μιλάει για μνήμη, ταυτότητα, κληρονομιά και κοινές ανθρωπιστικές αξίες, αλλά έχει απωλέσει τη βιωματική τους διάσταση, διερωτάται αν η στείρα τεχνοκρατία μπορεί να παραμείνει το αποκλειστικό της υπόδειγμα ή αν απαιτείται μια επαναθεμελίωση της πολιτικής εμπειρίας, ώστε η ευρωπαϊκή ιδέα να μην «ξεψυχάει αδιάντροπα στους χώρους υποδοχής».
Θα σ’ έχω φανάρι μου, της είχα πει
όσο κι αν σκοντάφτω
στις εκβολές των ανθρώπων
και στα οικονομικά τους ισοζύγια,
γράφει ο Λουκόπουλος, στο ποίημα «Ο Ντελβό στο τρένο της Ουτρέχτης», σαν να απευθύνεται σ’ αυτήν ακριβώς την ιδέα, «ενώ ξεχν[ά] πια τ’ όνομά της».
Μιας και ο λόγος στον Βέλγο ζωγράφο Πολ Ντελβό: πριν από εβδομήντα χρόνια ζωγράφισε με λάδι σε μασονίτη τον έξοχο πίνακα με τίτλο Nuit de Noël, που πωλήθηκε πέρυσι τέτοιον καιρό για πάνω από 2.000.000 λίρες στον οίκο Christie’s στο Λονδίνο. Στον πίνακα αυτό απεικονίζεται μια μυστηριώδης κοπέλα, ντυμένη στα κόκκινα και με γυρισμένη την πλάτη, πάνω στην αποβάθρα ενός έρημου σιδηροδρομικού σταθμού. Τα πάντα φαίνονται ακίνητα, παγωμένα, σαν να έχουν αποσπαστεί από έναν κόσμο που κάποτε είχε συνοχή. Κι όμως, συμβαίνει κάτι αξιοπρόσεκτο: ενώ, όπως υποδηλώνει ο τίτλος, πρόκειται για μια χριστουγεννιάτικη νύχτα, τα πάντα γύρω μοιάζουν φωτεινά εξαιτίας της πανσελήνου· το λευκό κυριαρχεί παντού, και μόνο το ορφανό βαγόνι μιας εμπορικής αμαξοστοιχίας παραμένει θεοσκότεινο, μαύρο, μολονότι φαίνεται στο εσωτερικό του να είναι αναμμένη μια λάμπα.

Εξίσου μυστήριος είναι και ο πίνακας Χειμωνιάτικο τοπίο με παγοδρόμους και παγίδα για πουλιά του Πέτερ Πάουλ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου, τον οποίο ο Λουκόπουλος εντάσσει στη συλλογή. Στο κείμενο με τίτλο «Νέκερσπουλ» τον περιγράφει:
[…] καιροφυλακτεί το αόρατο χέρι του Χάρου να τραβήξει το σχοινί και να λιώσει τα πουλιά που θα βρεθούν αφηρημένα κάτω απ’ τη βαριά πόρτα στη δεξιά κάτω γωνία του πίνακα. Ετούτο το καταχθόνιο σχέδιο συμβαίνει ταυτόχρονα με όσα εξελίσσονται ανέμελα στον υπόλοιπο πίνακα: οι χωρικοί πατινάρουν στον πάγο με προσοχή, ορθοί ή σε έλκηθρα, ή παίζουν με ραβδιά μια εκδοχή του χόκεϊ επί πάγου ή αυτό το χαρακτηριστικό παιχνίδι των Βορείων (το κέρλινγκ) όπου μηδενίζεται η τριβή της πέτρας με τη λείανση της επιφάνειας του πάγου έμπροσθεν, έχοντας τον νου τους για την εμφανή (ή προφανή) τρύπα. Είναι σαν να μας λέει ο ζωγράφος: […] πάντα θα υπάρχει κάπου κρυμμένος ο Χάρος και θα περιμένει την ψυχή σας που πεταρίζει ανέμελη, έτοιμος να πυροδοτήσει την (απρόβλεπτη) παγίδα του.
Εκ νέου, το ανησυχαστικό λευκό –εν προκειμένω, του χιονιού– εγκυμονεί το μαύρο, εδώ των πουλιών. Κι ο ίδιος ο Λουκόπουλος, άλλωστε, πλέκει διαρκώς αυτά τα δύο σε ολόκληρη τη συλλογή:
λευκή
κατάλευκη
του χρόνου η νυχιά
μαύρο
κατάμαυρο
του θανάτου το χάδι
Όλα είναι ασπρόμαυρα, εκτός από ορισμένα σημεία όπου, μετ’ εκπλήξεως, βλέπουμε ότι «γεμάτα χρώμα στάζουν τα ποιήματα»: άλογα βάφονται στο μπλε του Φραντς Μαρκ, χέρια γίνονται μολύβια παστέλ, κι ένα τηγάνι για «το ασημένιο απαύγασμα μιας αρμαθιάς σαφρίδια» αίφνης μεταμορφώνεται σε «κολυμβήθρα χρυσαφιά», σαν να έχει προηγηθεί από μέρους μας η κατάποση κάποιου ψυχοδραστικού κυκεώνα, ώστε να εισαχθούμε βαθύτερα στα μυστήρια της ζωής και του θανάτου.
Έχουμε από ώρα εισέλθει στο τρίτο και τελευταίο μέρος της συλλογής: το επιμύθιο. Κι όπως έχει προαναγγελθεί, το ποιητικό υποκείμενο επιστρέφει στον εαυτό του για να αποτιμήσει τον μετασχηματισμό που υπέστη· να συναντήσει «τα πολλαπλά [του] είδωλα»:
ένα παπαδάκι
μια ορντινάντσα του διοικητή
ένας ποιητής με ακανόνιστη γενειάδα και γλειμμένο κρανίο
δηλαδή ένας θλιβερός άνδρας που αγάπησε εαυτόν
περισσότερο απ’ τον έρωτα,
για να αποφανθεί πως
επιστρέφ[ει] από την περιπλάνηση στα πέρατα
κι εί[ν]αι πάλι τόσος δα
όσος κι όταν ξεκίνησ[ε],
καταλήγοντας:
δεν είμαστε αστοί
αυλικοί ή
Εσπερίδες
κάτι αλάνια είμαστε
επαρχιώτες και λειψοί
κι από φράγκα
κι από κάλλος
κι από καταγωγή
έχουμε μόνο
στην κωλότσεπη
το μανιφέστο του πεινασμένου
και το τρεμόπαιγμα του στέρνου
ετούτου του σαλού σπουργίτη
ξημερώματα Σαββάτου
στην Γκρότε Μαρκτ
Λίγο πριν πέσει, αμετάκλητα, η βαριά πόρτα στον πίνακα του Μπρύγκελ και καταπλακώσει μαζί με τα υπόλοιπα μαύρα πουλιά κι αυτόν εδώ τον «σαλό σπουργίτη» –κάνοντας έτσι το μαύρο ένα με το λευκό, «γιατί και τα πουλιά, τυπικά, είναι άσπρα», όπως έχει προειδοποιήσει, από πολλού, ο Κακναβάτος–, η πομπή μας φτάνει στο τέλος της· το μυστήριο, κάπου εδώ, ολοκληρώνεται. Μεταξύ γεφυρισμών και κυκεώνων, αντιλαμβανόμαστε ότι αν
εκεί που ανθίζει της άνοιξης το λασπωμένο κυκλάμινο
κι η πόρτα της αβύσσου μισανοίγει να κοιτάξεις
όσα γυρίζουν και γνέθονται ερήμην σου
απ’ το λαγούμι ενός σκώληκα
ώς το βαρυτικό το κύμα ενός Λευκού Νάνου,
τότε είναι στα σίγουρα μπορετό αυτό που ευαγγελίζεται στο ποίημα «Μακροβούτι» ο ποιητής: απ’ το κατάστρωμα ενός επιβατηγού-οχηματαγωγού πλοίου (όπως ήταν το ωραίο Candia, που αναπαύεται από το 2008 στον Κάτω Κόσμο των βαποριών) να μεταφερθούμε με τη δύναμη της φαντασίας στη Νέα Υόρκη, κι από κει, σαλτάροντας έναν αιώνα μοναξιάς, στο βροχερό Μακόντο. Κι όσο «το γλυφό νερό κατεβάζει όσια πτώματα, υπέργηρους εργάτες των ορυχείων λιγνίτη, αγρότες στις φάρμες της Ουτρέχτης δαγκωμένους από νερόφιδα», εμείς, αναπνέοντας την αιθάλη από την πρόσφατη φωτιά που απανθράκωσε πέντε εργάτριες σ’ ένα εργοστάσιο μπισκότων στα Τρίκαλα, ίσως μπορέσουμε να δούμε όλους αυτούς τους ανθρώπους-φαντάσματα του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα παραγωγής, και να καταλάβουμε, επιτέλους, ότι δεν είναι αόρατοι επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή εργάζονται στο σκοτάδι, όπως η Περσεφόνη. Και ότι ο μόχθος τους δεν εγγράφεται στην επιφάνεια των πραγμάτων –όπου όλοι αναζητούμε μάταια απαντήσεις–, αλλά στο υπέδαφος του κόσμου· εκεί όπου σπέρνεται, βλασταίνει και, κάθε φορά, ανασταίνει την άνοιξη. Για όλους μας.