Το παρελθόν ως ζωντανό και ενεργό υλικό της βιογραφικής μνήμης

Το παρελθόν ως ζωντανό και ενεργό υλικό της βιογραφικής μνήμης

Αντόνιο Περέιρα, «Ιστορίες από την Κάμπιλα», διηγήματα, μτφρ. Μ. Αθανασιάδου, Θ. Κάμπρα, Α. Μανωλά, Ι. Ντούμη και Κ. Παλαιολόγος, εκδ. Οpera 2026


Οι Ιστορίες από την Κάμπιλα του Αντόνιο Περέιρα είναι μια συλλογή που αποτελείται από τριάντα μία σύντομες, αλληλοσυνδεόμενες αφηγήσεις, οι οποίες έχουν ως άξονα τη βιογραφική εμπειρία του συγγραφέα. Παραλείποντας τη μετέπειτα και μεγαλύτερη περίοδο της ζωής του, τότε που «τον ανακήρυξαν Εκλεκτό Τέκνο της πόλης όταν μεγάλωσε κι ασπρίσανε τα γένια του», ο συγγραφέας ανατρέχει αποκλειστικά στην περίοδο της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας του.
Κεντρικός τόπος των αφηγήσεων αποτελεί η Κάμπιλα, εργατική συνοικία της γενέτειρας του Περέιρα, που βρίσκεται στην «ταπεινή» όχθη του ποταμού Μπούρμπια ο οποίος λειτουργεί ως φυσικό και συμβολικό όριο. Πολλά, απρόσιτα για αυτόν και τους γείτονές του, διαδραματίζονται στην «αποκεί» πλευρά της γέφυρας που τους κρατά απομονωμένους. Στην Κάμπιλα λοιπόν, ο νεαρός εκκολαπτόμενος συγγραφέας, ήδη όπως φαίνεται προικισμένος με οξυδερκή παρατηρητικότητα και πρώιμες λογοτεχνικές ανησυχίες, παρατηρεί και καταγράφει τα συμβάντα της καθημερινότητας, τόσο μέσα στο σπίτι του όσο και εκτός αυτού. Η αφήγηση περιλαμβάνει επεισόδια που εκτείνονται από τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση και τη σχολική ζωή έως την ατμόσφαιρα της εποχής και τις συνήθειες των ντόπιων, την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, ένα συλλογικό ταξίδι στο Μπούργκος προς τιμήν του Φράνκο, καθώς και τις πρώτες εμπειρίες ερωτικής αφύπνισης και τον αγώνα επιβίωσης στην μονοτονία της μεταπολεμικής καθημερινότητας. Ευχάριστες φαινομενικά, ανάλαφρες ιστορίες όπου βέβαια με μια δεύτερη ματιά υφέρπει η φτώχεια, η αδικία, η βία και ο φόβος.
Είναι γεγονός ότι το θεματικό υλικό του βιβλίου δεν διακρίνεται από ιδιαίτερη πρωτοτυπία, ούτε χαρακτηρίζεται από έντονες δραματικές κορυφώσεις. Ωστόσο, το έργο αποκτά αξιοσημείωτη λογοτεχνική αρτιότητα μέσω συγκεκριμένων αφηγηματικών στρατηγικών. Πρώτα απ’ όλα, παρατηρούμε μια ευέλικτη οπτική γωνία του αφηγητή: πρόκειται αφ’ ενός για την αποστασιοποιημένη, την ώριμη, την κριτική στάση του ενήλικα απέναντι στα γεγονότα και αφ’ ετέρου την άμεση, τη ζωντανή και την αίσθηση του «τώρα» αντίληψή τους από τον νεαρό. Οι δύο οπτικές γωνίες εναλλάσσονται, ακόμα και στην ίδια την ιστορία, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα αίσθηση διφωνίας. Επιπροσθέτως, ο Περέιρα «παίζει» με μια ενδιαφέρουσα ισορροπία μεταξύ εγγύτητας και αποστασιοποίησης. Το έργο, δηλαδή, ενώ κατορθώνει να δημιουργήσει μια βαθιά και προσωπική σύνδεση με τον αναγνώστη, προκαλώντας του συναισθήματα μέσα από ειλικρινή επικοινωνία και κοινά βιώματα, ταυτόχρονα διατηρεί μια διακριτική αποστασιοποίηση, η οποία εφαρμόζεται κάθε φορά στο εκάστοτε περιστατικό. Έτσι, η συναισθηματική εγγύτητα συνυπάρχει αρμονικά με μια λεπτή αφηγηματική απόσταση. Και βέβαια όλα αυτά σε συνδυασμό και ισορροπία με μια λεπτή ειρωνεία, διακριτική, συχνά καλυμμένη μέσω της οποίας ο Περέιρα ασκεί κριτική, αναδεικνύει παραλογισμούς ή προσδίδει απλά χιούμορ. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε την πρωτότυπη τεχνική μετατροπής του βιωματικού επεισοδίου σε αυτόνομη αφηγηματική ενότητα, η οποία συχνά κορυφώνεται με αιφνιδιαστικό ή αποκαλυπτικό τέλος, προσδίδοντας στις επιμέρους ιστορίες χαρακτηριστικά σύντομου διηγήματος. Πρόκειται, εν κατακλείδι, για ένα άρτιο τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. Για μια απόσταξη εμπειριών που μετατρέπονται σε έντονα συναισθήματα, χωρίς ίχνος συναισθηματικής υπερβολής ή εκφραστικής προχειρότητας. Αντιθέτως, διατηρείται μια λεπτή ισορροπία που επιτρέπει την ανάδειξη των αυθεντικών, βαθύτερων πτυχών του ανθρώπινου ψυχισμού, ενώ το παρελθόν αξιοποιείται ως ζωντανό και ενεργό υλικό της βιογραφικής μνήμης.
Οι ιστορίες αυτές συνθέτουν την ενηλικίωση ενός εσωστρεφούς νεαρού άνδρα για τον οποίο η ανάγνωση «είναι πιο ευχάριστη από τη ζωή». Ενός άντρα του οποίου ο τρόπος ζωής βασίζεται στην αυτογνωσία και την αμφισβήτηση. Που είναι περίεργος, που δεν δέχεται τίποτα ως αυτονόητο χωρίς έλεγχο και που προσπαθεί να ζει με συνέπεια ανάμεσα σε αυτά που λέει και σε αυτά που πράττει. Αυτή ακριβώς η στάση του, αλλά και η αυθεντική, διακριτική ειρωνεία αποτελούν τα δύο βασικά ηθικά κλειδιά του έργου. Αλλά και κάτι άλλο: το σύνολο της αφήγησης διαπερνά μια υφέρπουσα μελαγχολία, η οποία προσδίδει στο παρελθόν έναν έντονα ελεγειακό χαρακτήρα. Και οι τριάντα μία ιστορίες σκεπάζονται από μια νοσταλγική φθορά η οποία δημιουργεί μια μελαγχολική, λυρική ατμόσφαιρα, αναδεικνύοντας το πέρασμα του χρόνου ως στοιχείο ομορφιάς, μνήμης και ποιότητας εντείνοντας τη συγκινησιακή δύναμη του κειμένου.

Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό: oι καλοί μεταφραστές είναι γέφυρες ανάμεσα σε κόσμους, σε κάνουν να «νιώθεις» το κείμενο όπως θα το ένιωθες στη γλώσσα που γράφτηκε. Τα εύσημα λοιπόν στη συλλογική μετάφραση της Μαρίας Αθανασιάδου, της Θεώνης Κάμπρα, της Αλίκης Μανωλά, της Ιφιγένειας Ντούμη και του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: