Πεπρωμένο ή μοίρα επινοημένη;

Πεπρωμένο ή μοίρα επινοημένη;

Ξανθίππη Ζαχοπούλου, «Π, Ποιήματα της μιας έμπνευσης«, εκδ. ΑΩ 2025

Από την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου στην Αγία Γραφή, το πεπρωμένο του φαίνεται να είναι η εξορία. Σήμερα, αυτοεξόριστοι κατορθώνουμε να είμαστε στο ίδιο μας το σπίτι, καθένας μας κλεισμένος στο δικό του Υπερεγώ, με τα μικρά παιδιά να μιμούνται συχνά, άθελά τους αλλά με φυσικό χάρισμα, τη δική μας εγωπάθεια.
Ο θνητός δημιουργήθηκε με την κατάρα να κατακτήσει τη Γη. Ή μήπως, αντιθέτως, με τα γονίδια της τέρψης του ταξιδιού, αλλά δεν άντεξε την πλήξη της αέναης χαράς και τη μετέτρεψε ο ίδιος σε συμφορά; Άλλο να κάνεις τουρισμό στη Βαβυλώνα, γνωστή σε όλους μας αρχαία πόλη, λόγω του Πύργου της Βαβέλ, κι άλλο να ισοπεδώνεις με βόμβες τη Βαγδάτη, όπως υπονοούν οι εξαίρετοι στίχοι της ποιήτριας, που τονίζουν την αποξένωσή μας:

Κι αυτή η Βαβέλ όλο ψηλώνει
Σκόρπια γυρνάν τα ελληνικά μας (σ. 26).

Από το εξώφυλλο του νέου ποιητικού βιβλίου της Ξανθίππης Ζαχοπούλου, γίνεται σαφές ότι μόνο η ποίηση μπορεί να μας σώσει. Το Π της ποίησης, μόνο του, αλλά όχι απομονωμένο, με πουλάκια να βγαίνουν από την πόρτα που εικονοποιεί, ενώ σκέφτεται με τρόπο αινιγματικό. Πώς αλλιώς; Το Π είναι σύμβολο του πραγματικού αριθμού στα μαθηματικά. Υποδεικνύοντας ήδη μια φιλοσοφική ερμηνεία, η ποιήτρια κάνει χώρο για να περάσουν τα πετούμενα, ελεύθερα από τη Φύση, που τα επέλεξε για να τους χαρίσει φτερά, σ’ εκείνα και όχι στον άνθρωπο. Τα πουλιά προσπαθούν να ξεφύγουν από την ποιητική παγίδα, ενώ στο εσώφυλλο η εικόνα ολοκληρώνεται με την ερμηνεία τού συμπυκνωμένου λόγου τού βιβλίου: «Ποιήματα μιας έμπνευσης», έμπνευση που δεν είναι απλώς μια πνοή, μια ανάσα, αλλά προκαλεί θύελλα. Ποιήματα πυκνά, αυθόρμητα, γνήσια. Τα πουλιά φεύγουν από τη φωλιά, που έχτισε για χάρη τους η Τέχνη, και επιθυμούν να την οδηγήσουν σε απομόνωση ή να της δείξουν το δρόμο σε ένα νέο ταξίδι.
Με σύμμαχο τα φτερά, κι ας μην είναι δικά μας, δεν διστάζουμε να πετάξουμε ψηλά. Ο ουρανός ενσαρκώνει τη συνείδησή μας, γίνεται το μεγάλο κορμί μας που μας πιέζει να αλλάξουμε πατρίδα:

Πια στο κορμί μου δε χωρώ
είμαι άλλου ουρανού (σ. 9).

Τι ουρανός χωρά στον νέο ουρανό;
Πόση φωνή αρθρώνει φθόγγους νέους; (σ. 14)

Η λέξη «ουρανός» επαναλαμβάνεται συχνά, ψάχνοντας την ευκαιρία να επανέλθει με άλλο συμβολισμό. Το Π στο εξώφυλλο του βιβλίου, με την ελαφρώς πλάγια κλίση του, επιτρέπει στα πουλιά, αλληγορία του ανθρώπου που θέλει να αποκτήσει φτερά και να πετάει σε διαφορετικούς ουράνιους θόλους, να ξεφύγουν από την εξουσία τής Ποίησης ή να την παρασύρουν σε άλλους δρόμους, πιο προσιτούς στη φαντασία, και άρα σε μακρινές πτήσεις.
Στον Ησίοδο ο Ουρανός, συμβολίζει τη γονιμότητα και συνάμα την ολική καταστροφή. Είναι τόσο πληθωρικός που καταστρέφει όλα όσα δημιουργεί, κυρίως τα ίδια τα παιδιά του. Γι’ αυτό

Δειλιάζουν οι φλέβες να φουσκώσουν ουρανό (σ. 19).

Με όλα τα δεινά που τον συνοδεύουν, ο Ουρανός παραμένει, στην ποίηση της Ζαχοπούλου, συνεργάτης της Ποίησης, αδελφός της Ελπίδας των λαών, όπως γράφει στον γεμάτο συγκίνηση – ή μήπως ειρωνεία;– στίχο:

Ο ουρανός γαλάζιος πάνω από τη Γάζα (σ. 20).

Στο ποίημα «Είδος αποδημητικό;» αναρωτιέται, και αρχίζει με τους υπέροχους, συναισθηματικά φορτισμένους στίχους του Ανδρέα Ονουφρίου, γεμάτους με αυτό που ψάχνουν ο ποιητής και η ποιήτρια, ανθρωπιά:

– Τι έχασες γέρο;
– Ψάχνω
– Τι ζητάς;
– Την ανθρωπιά. (σ. 24, Α.Ο.)

Το κρύο μέτωπο του ουρανού
Πατρίδα είναι ο δύσκολος πόνος (σ. 10, Ξ.Ζ.).

Προσφυγιά η πιο μεγάλη
ο τόπος σου
Είσαι δεν είσαι (σ. 17).

Θα μπορούσε κανείς να γράψει μια βαρύνουσα μελέτη για το μικρό άψογο βιβλίο της Ξανθίππης Ζαχοπούλου. Να μιλήσει για όλες τις μορφές εξορίας που ζούμε καθημερινά, που κάποια λέξη κρυμμένη στους στίχους της μας προκαλεί να σχολιάσουμε, αλλά και πόσο τυχεροί είμαστε μέσα στο σπίτι μας –κι ας το κουβαλούμε στους ώμους μας (σ. 24)–, για τα αδέλφια μας που χάνονται στη στεριά και στη θάλασσα, ψάχνοντας μια γωνιά γης να ξαποστάσουν, μακριά από πολέμους που προκαλούνται από συμφέροντα άλλων:

Σπασμένο κοχύλι ο βυθός μου
ματώνει τα τοιχώματα
Πια στο κορμί μου δε χωρώ 
είμαι άλλου ουρανού (σ. 9).

Κάποτε όταν τα κύματα αγριεύουν κοιμάται η πλώρη των καιρών (σ. 27).

Ένα μικρό ποιητικό βιβλίο, αν προέρχεται από τα χέρια δεξιοτέχνη, έχει το προνόμιο να είναι αυθόρμητα πυκνογραμμένο, να σε ταρακουνά σε κάθε στίχο και να σου ψιθυρίζει διαρκώς τι είναι ποίηση. Το νέο βιβλίο της Ξανθίππης Ζαχοπούλου δεν διστάζει να μας υπενθυμίσει ότι το πεπρωμένο μας το χτίσαμε εμείς, χωρίς τη βοήθεια κανενός.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: