
Σ΄ ένα παραλληλόγραμμο φωτός
στριμώχνονται τα ποιήματα
(«Ηλιοτρόπια», σ. 66).
Οι λέξεις μου τελείωσαν.
Τώρα θ’ αρχίσω να μαζεύω ηλιαχτίδες
για να μάθω σιγά σιγά τη γλώσσα του φωτός. («Ηλιαχτίδες», σ. 67)
Ήχοι άηχοι, σημαινόμενα χωρίς σημαίνοντα, άρα αδυνατούν να επικοινωνήσουν, κυρίως να μας συμπαρασταθούν σε νέα βιώματα. Ή μήπως επικοινωνούν, λιγότερο, έστω, μέσα από τα συναισθήματα, αν και τα τελευταία είναι πιο ανίσχυρα από τις λέξεις; Ο στοχασμός αυτός εκτυλίσσεται πίσω από τις λέξεις και αρχίζει από το μότο του βιβλίου Ό,τι μένει, της Δέσποινας Πιτίδου: «H δυνατή φαντασία δημιουργεί την πραγματικότητα», παράθεμα στη λατινική από τον Montaigne (Essais, Βιβλίο Ι, κεφάλαιο 21, «De la force de l’imagination»).
Δεν μπορώ να εκφραστώ, ακούω να λένε γνωστοί μου, οι λέξεις δεν είναι αρκετά δυνατές. Τότε δεν μπορείς να νιώσεις, απαντώ. «Οι μύθοι περιπλανώνται οξύθυμοι», γράφει δικαίως η ποιήτρια (σ. 52). Και δεν είναι μόνο οι Λατίνοι, δεν είναι μόνο η Γαλλική Αναγέννηση, που το έχουν επισημάνει. Οι λέξεις γεννούν τα συναισθήματα, έγραφε ο Bachelard, ενισχύοντας τους προκατόχους του. Και εδώ μπορούμε να προσθέσουμε: Όταν λέμε «αγαπώ», η λέξη μάς δίνει την έμπνευση και τη δύναμη να αγαπήσουμε.
Το θέμα φαίνεται να απασχολεί με πάθος την εκλεκτή ποιήτρια Δέσποινα Πιτίδου. Σε ερώτησή μου, σε ηλεκτρονική αλληλογραφία μας, τι ακριβώς είναι οι «άηχες λέξεις;», απαντά, αναδεικνύοντας, από ποιητικό ένστικτο, την ορθότητα της άποψής μου ότι ο γνήσιος ποιητής, αν δεν είναι επηρμένος, θα μπορούσε να ήταν, όχι μονάχα ο πρώτος αναγνώστης αλλά και ο πιο έγκυρος:
Άηχες λέξεις γραμμένες στα στερεώματα, που σηματοδοτούν την αλήθεια του Σύμπαντος: ό,τι ήταν, είναι και θα είναι, χωρίς να υπάρχει νους που να μπορεί να το συλλάβει και να το κατανοήσει στην πληρότητα του, ούτε κοινές λέξεις που να μπορούν να το περιγράψουν. Οι λέξεις τού Σύμπαντος είναι μεγαλειώδεις, τρομακτικές και δεν μπορούν να προφερθούν. Μόνο να βιωθούν. Σ’ ένα απειροελάχιστο μέρος τους, όσο προλαβαίνουμε σε μια ζωή.
Κάνουμε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να χρησιμοποιήσουμε λέξεις και να περιγράψουμε το σύμπαν, άρα το σύμπαν υπάρχει. Είναι η πατρίδα μας, με μια μεγάλη διαφορά. Πολύ μεγάλο εκείνο για να μας αγκαλιάσει, πολύ μικροί εμείς για να νιώσουμε σημαντικοί μακριά από την αγκαλιά του. Θεατές επιπλέον, και όχι πολίτες, η γλώσσα του δεν ταυτίζεται με τη μητρική μας γλώσσα. Αλλά αυτό δεν μας φέρνει σε δυσχερή θέση, καθώς μας ανοίγει το δρόμο να δημιουργήσουμε τον δικό μας ποιητικό κόσμο. Τυχεροί όσοι έχουμε έστω και έναν αναγνώστη να εκτιμήσει τη δουλειά μας, όπως η Πιτίδου στέκεται όρθια μπροστά στο σύμπαν και απορροφά, με θάρρος, τον ανόθευτο αέρα του:
Μια εσωτερική μυθιστορία της απαυγάζουσας ημέρας, χωρίς ανάγκη επιβεβαίωσης, ούτε άλλου αναγνώστη εκτός από εσένα. (σ. 19)
έβγαλα μια φωτογραφία τη μοναξιά
μα δεν μπόρεσα να αιχμαλωτίσω τη στιγμή. (σ. 33)
Ποιήματα που αναχωρούν
με εισιτήριο της τελευταίας ώρας∙
[…]
χωρίς αποσκευές,
μόνο μ’ ένα σακίδιο λέξεις στην πλάτη […]
ξορκίζουν την ανυπαρξία
(σ. 64-65)
Στην πάλη ανάμεσα σε Μνήμη και Λήθη, η συμπαντική πνοή της ποιήτριας τη βοηθά να συλλάβει το βάθος των πραγμάτων. Οι λέξεις φεύγουν από το χώρο θέασής μας, οι ηλιαχτίδες τις αντικαθιστούν. «Να θυμηθώ να ξεχάσω» (σ. 13-15), μας λέει, και η φράση επαναλαμβάνεται, σαν να γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια να λειτουργήσει η λήθη, να μας πείσει ότι μνήμη και λήθη, όχι απλώς δεν είναι αντίπαλες, είναι δίδυμες αδελφές. Η λήθη εμφανίζεται για να δημιουργήσει χώρο για νέες μνήμες. Ποιες φεύγουν, ποιες έρχονται; Πώς επηρεάζουν το περιβάλλον μας; Ποιος είναι ο νέος δρόμος που θα ακολουθήσει, αν πατρίδα μας είναι το ασύλληπτο για το ανθρώπινο βλέμμα σύμπαν;
η καταιγίδα παραδέρνει
και πρέπει οπωσδήποτε
να θυμηθώ να ξεχάσω […]
Τα ρευστά χρώματα του σούρουπου στα μάτια σου.
Να θυμηθώ να τα ξεχάσω. (σ. 13)
Η Πιτίδου ανάγεται σε θεατή του κόσμου που δημιουργεί η ίδια, περιμένει ανυπόμονα –η ζωή μας είναι σύντομη–, ενώ το ποιητικό εγώ αντιλαμβάνεται τα όρια της αθανασίας, μέσα από το βλέμμα της. Ο Πυθαγόρας μάς πληροφόρησε ότι η Θεανώ, η σύζυγός του, από σπουδαία οικογένεια μαθηματικών αλλά και η σπουδαιότερη κοσμολόγος της Αρχαιότητας, ήταν αυτή που άκουγε τη μελωδία του σύμπαντος.
Είναι προφανώς μεγάλο χάρισμα να συλλαμβάνεις συμπαντικά την ανθρώπινη ζωή. Να συνομιλείς συνάμα με το φύκι και τον Ήλιο, με τρόμο, μήπως προδώσεις την υπερφυσική πλευρά τους, που ξέρεις ότι μπορεί να κρύβεται από τις ανθρώπινες δυνατότητές σου:
να μιλήσεις με το φύκι
[…]
εύγνωμον για την καινούργια μνήμη που του δόθηκε (σ. 16).
Μόνη εσύ ένα ολόκληρο έργο. Και θεατής σου ο ήλιος. (σ. 17)
πλησιάζει η βασιλεία του προδομένου ουρανού (σ. 21).
στυλώνω τα μάτια σ’ ένα κομμάτι ξεφλουδισμένου ουρανού (σ. 32).
Το ποίημα «Ό,τι μένει, Ι», απαντά με σύνθετο λόγο στο ερώτημα που τίθεται από τον τίτλο του βιβλίου. Πολύ νωρίς, προσπαθεί να ανακαλύψει μια νέα βάση, για τη θέαση του σύμπαντος, ενώ γνωρίζει ότι είναι ανύπαρκτη ή τουλάχιστον αθέατη ή έστω δυσερμήνευτη. Οι «πύλες του ήλιου» ανοίγουν αποκλειστικά «στους δικούς τους ουρανούς». Με τρόπο παράδοξο τονίζει το μεγαλείο της ανθρώπινης διάνοιας:
Ο άλυτος ήλιος. Το εσκεμμένο φως. Ολισθηρές αντανακλάσεις σ’ ετοιμότητα. Μια ερμαφρόδιτη αιθρία και η ημέρα που προσκρούει στη σκληρή λεπτότητα ενός εξαγριωμένου λουλουδιού.
Μια ταραγμένη επίγνωση έχει αποπεμφθεί στις πύλες του ήλιου. Την ώρα που σκίζονται και αναλαμβάνονται, αστραφτερές και αξεδιάλυτες, στους δικούς τους ουρανούς. (σ. 23)
Ό,τι μένει. Τι άλλο θα μπορούσε να ήταν παρά ο μεγάλος πόθος του νου για γνώση; Ένα βιβλίο της Δέσποινας Πιτίδου, από τις εκδόσεις Ιωλκός, σπάνιο σε διεισδυτικότητα, με όλους εμάς, νάνους μπροστά στο σύμπαν, και τον ανθρώπινο εγκέφαλο να τολμά να το αντιμετωπίζει ως ίσο.