Ποίηση ή Ιστορία: η ώρα της (δια)γραφής

Ποίηση ή Ιστορία: η ώρα της (δια)γραφής

Νίκος Ι. Τζώρτζης, «Αστοχία υλικού. Αναψηλάφηση, Γ΄», Κέδρος 2025

Μια μελέτη για το νέο ποιητικό βιβλίο του Νίκου Τζώρτζη, Αστοχία υλικού. Αναψηλάφηση, Γ΄, βιβλίο ποίησης, παραδοσιακής και σύγχρονης, που συνδιαλέγεται ή και συγκρούεται με την ιστορία, θα μπορούσε να τιτλοφορείται «Η δικτατορία γονυπετής μπροστά στο βωμό της ποίησης». Τοποθετείται ανάμεσα στη σύνθεση ποίησης, ποιητικής και ιστορίας, αλλά δεν είναι διόλου υβριδικό. Η κάθε μία χρειάζεται τις δύο άλλες για να αναπτυχθεί. Η ποίηση παλεύει ενάντια στην καταπίεση των λαών, κάθε ποίημα αντλεί αυθόρμητα το υλικό του από τον κόσμο γύρω του ή και μακριά του, η Ιστορία νιώθει ότι απειλείται, ότι μια μέρα θα σταματήσει να γράφεται, ή απλούστατα θα διαγραφεί. Ωστόσο, γιατί, όσο κι αν θριαμβεύει, η ποίηση, όπως και οι μύθοι που την εμπνέουν, είναι τροφή αποθηκευμένη σε ψυγείο που αυτοαναιρείται;

Ανοίγω το ψυγείο∙
ληγμένα ποιήματα,
μουχλιασμένοι μύθοι∙ («Δωροεπιταγή», σ. 10).

Και όμως, στον τίτλο του βιβλίου, το υλικό αυτοαποκαλείται άστοχο. Ίσως γιατί, ενώ ο ποιητής γράφει, βρίσκεται, άθελά του, όπως όλοι μας, μακριά από την ποιητική πραγματικότητα. Ζει μέσα σε μια ιστορία βίας, φυλετικών διακρίσεων και κυρίως παγκόσμιων και ανεξάντλητων πολέμων ανάμεσα σε όμορα κράτη. Μιλά για την εποχή του, γίνεται ιστορικός, μας μεταφέρει σε καιρούς που θέλουμε να λησμονήσουμε, σε χώρα μακρινή, και η δική μας ευαισθησία, που δεν εξαντλήθηκε ακόμη, μας υποχρεώνει να επαναστατήσουμε, να καθίσουμε πλάι στους σκλάβους, στο πίσω μέρος του λεωφορείου («Λεωφορείο Νο 2857 [Ρόζα Παρκς], σ. 59). Νιώθουμε ότι, αν τέτοιες εποχές επανέρχονται, αδίκως υποβληθήκαμε στους τραυματισμούς της παγκοσμιοποίησης, με την ελπίδα να γίνουμε όλοι οι κάτοικοι της Γης ένας λαός, με ένα Θεό, όπως και αν τον αποκαλεί η γλώσσα του καθενός μας. Η απληστία καραδοκεί. Δεν αντέχει την αδελφοποίηση των λαών. Είναι αλλεργική στην αγάπη. Ο Νίκος Τζώρτζης δεν περιορίζει την κριτική του στη χώρα μας, αναδεικνύοντας, με ευφυή και ποιητικό τρόπο, ανέφικτη την παγκοσμιοποίηση.
Σημαντικό ρόλο στην αφήγηση της ιστορίας μας κατέχει το κεφάλαιο «Η καύση των φακέλων. Δελτίον ταυτότητος και παρακολουθήσεως», ειδικά η αναφορά στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο: «Ρίτσος Ιωάννης του Ελευθερίου και της Ελευθερίας» (σ. 19). Λίγο αργότερα, η αναφορά σε άλλο μεγάλου κύρους ποιητή επανέρχεται στα στοιχεία, χωρίς όνομα μητρός: Αναγνωστάκης Εμμανουήλ του Ανέστη (σ. 21). Το όνομα της μητέρας του Ρίτσου, ενισχυμένο από το πατρώνυμο, ανάγεται συνάμα σε κυριολεξία –με παραβίαση των κανόνων– και μεταφορά. Ειρωνεία του συντάκτη τού δελτίου ταυτότητας; Μα είναι άραγε αρκετά συνειδητοποιημένος για να εκφραστεί ειρωνικά; Ή μήπως το όνομα της μητέρας χρειάζεται, γιατί υπάρχει συνωνυμία που δεν μπόρεσα να επιβεβαιώσω;

Ονειρεύεται την ποίηση αθάνατη, με τη συναίνεση του συμβουλίου υπουργών:

Είμαι σε θέση, φίλοι μου, να σας ανακοινώσω,
πως το συμβούλιον υπουργών μετά από διαβουλεύσεις,
συμφώνησε κι υπέγραψε με τις εννέα Μούσες,
αμέσως ν’ ανταλλάξουμε τα έργα των αρχαίων
με τα βιβλία ποίησης των σύγχρονων Ελλήνων! («Ελληνιάδα», σ. 72)

Σε πείσμα όλων των δυνατοτήτων της, που είναι συχνά υπεράνθρωπες, η ποίηση είναι μια «τέχνη ταπεινή»:

Σ’ ένα μου ποίημα σ’ έγραψα, σε χάραξα∙
μ’ ένα μου ποίημα σε παραχάραξα
και σε μοίρασα στους αναγνώστες,
στους μη γνωρίζοντες και στους γνώστες.
Θα καταλάβουν πως δεν είσαι εσύ,
αλλά ένα κίβδηλο ποίημά μου για σένα; («Τέχνη ταπεινή», σ. 77)

Το ποίημα προσδιορίζεται στη σχέση του με το Λόγο του ποιητή:

Το ποίημα:
ο υπερθετικός
της Λέξης μου. («Τα παραθετικά», σ. 53).

Όπως η φωνή κάθε γραφέα στα κείμενα των 18 περιώνυμων συνεργατών στον συλλογικό τόμο των εκδόσεων Κέδρος (1970),

Κάθε φωνή μας έχει τη σιωπή της,
σιωπή μονάχη, παρατεταμένη∙
πες πως φυγομαχεί στην εποχή της
ή πες πως την ακούει και περιμένει.
Κάθε σιωπή μας έχει τη φωνή της,
απ’ την κοιλιά ή τα κόκαλά βγαλμένη∙
φωνή για να ρευτεί, να γουργουρίσει
ή με τα χείλη κλειστά ν’ απαντήσει. («Κείμενα δεκαοχτώ σε οχτάβες οχτώ», σ. 37)

Σε γραπτή ερώτησή μου στον ποιητή Νίκο Τζώρτζη για τον πλούσιο έμμετρο λόγο του, μου απάντησε:

Οι ποιητικές συλλογές: Αναψηλαφήσεις, τρεις τον αριθμό, αποτελούνται από έξι βασικές αριθμημένες ενότητες η κάθε μία, με θέμα το ιστορικό γεγονός όπως το αντιλαμβάνεται ο γράφων, καθώς και από συνακόλουθες «βοηθητικές» ενότητες. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ποιητικών αυτών κύκλων θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ο έμμετρος λόγος τους, που προσπαθεί ποικιλοτρόπως να συμμετάσχει στη θαυμαστή περιπέτεια της έμμετρης ελληνικής στιχουργίας.

Πού βρίσκονται όμως οι ποιητές; Σε ποιο κόσμο ζουν; Μια απροσδόκητη απάντηση σε ποίημα του Τζώρτζη μάς τοποθετεί στο χώρο της ποιητικής:

Είθισται οι ποιητές
να ενταφιάζονται
στα ποιήματά τους∙

να κωφεύουν
στο κάλεσμα
του θαυματοποιού

και να προσδοκούν
το: «δεῦρο ἔξω»
του θαυματουργού

αναγνώστη.
(«Ταφές», σ. 55)

Ποίημα ποιητικής συγκλονιστικό, καθώς ο αναγνώστης, όσο θαυματουργός κι αν είναι, δεν λέει απλώς «δεῦρο ἔξω». Ταξιδεύει στη χώρα του ποιητή και, με τη σεμνότητά του, το δέος που νιώθει, παίζοντας το ρόλο του Χριστού, κρατά τον ποιητή-Λάζαρο ζωντανό μέσα στο ποίημα. Ποιητής και κείμενο ταυτίζονται, με την παρέμβαση του δήλιου αναγνώστη. Η θέση του Νίκου Τζώρτζη γίνεται επίσης σαφής στο τελευταίο ποίημα του νέου του βιβλίου. Σκιαγραφεί την εικόνα ενός γνήσιου ποιητή που ζει και αναπνέει συνάμα και στις δύο πλευρές της ποίησης – γραφή και ανάγνωση:

Έβλεπα τα δικά μου
να παραμένουν πέτρες,
ενώ τα δικά σου να γίνονται πηλός,

που του άλλαζες
σχήμα και χρώμα.

Τότε δεν ήξερα ακόμη
πώς να ξεχωρίζω τους ποιητές
απ’ όσους απλώς μαζεύουν βότσαλα. («Τα βότσαλά μας», σ. 133)

Αστοχία υλικού. Αναψηλάφηση, Γ΄. Ένα σύνθετο, εντυπωσιακό βιβλίο του ποιητή Νίκου Τζώρτζη από τις εκδόσεις Κέδρος.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: