
Η μνήμη είναι η περιουσία μας.
Η λήθη ένας άλλος θησαυρός
ΒΑΛΤΕΡ ΠΟΥΧΝΕΡ
Με αυτούς του στίχους ως προμετωπίδα σε συνδυασμό με τον τίτλο του βιβλίου της η Μαρία Κουτσουνά ξεκινά τις διηγήσεις της, προϊδεάζοντας υπόγεια τον αναγνώστη για το τούνελ μέσα στο οποίο μπαίνει και για τα πλάσματα που θα συναντήσει εκεί.
Παράξενο, ανοίκειο, φανταστικό.
Σύμφωνα με τον στρουκτουραλιστή Τζβέταν Τοντόροφ (Το φανταστικό: Μια στρουκτουραλιστική προσέγγιση σε ένα λογοτεχνικό είδος, 1970· μτφρ. Α. Παρίση, Οδυσσέας 1992), το φανταστικό ορίζεται ως ο δισταγμός ανάμεσα σε μια φυσική (ψυχολογική) και μια υπερφυσική ερμηνεία ενός γεγονότος, τόσο από τον ήρωα όσο και από τον αναγνώστη.
Το παράξενο χωράει στο φανταστικό όσο η αμφιβολία είναι ανοιχτή. Τη στιγμή που το ανεξήγητο εξηγείται ψυχολογικά ή λογικά, το φανταστικό υποχωρεί και το κείμενο μετατοπίζεται στο παράξενο. Το παράξενο νοηματικά έχει να κάνει με το παρελθόν, από τη στιγμή που κάτι που φάνταζε ανεξήγητο, αργότερα γίνεται γνωστό.
Από την άλλη το ανοίκειο δεν προϋποθέτει απαραίτητα το υπερφυσικό. Είναι το οικείο που επιστρέφει παραμορφωμένο, κάτι που αναγνωρίζεται αλλά ταυτόχρονα τρομάζει. Σε σχέση με το φανταστικό, λειτουργεί ως εσωτερική απειλή γιατί δεν αμφισβητεί μόνο την πραγματικότητα, αλλά και την εικόνα που έχουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό.
Στο Παλτό, η Μαρία Κουτσουνά δεν επιχειρεί να αφηγηθεί ιστορίες που κινούνται αποκλειστικά στο πεδίο του φανταστικού ―εξάλλου τις ιστορίες της τις χαρακτηρίζει ως παράδοξες― ούτε να αναπαραστήσει έναν ρεαλιστικό κόσμο που διαρρηγνύεται από υπερφυσικά συμβάντα. Αντίθετα, συγκροτεί έναν αφηγηματικό χώρο όπου οι πολλαπλές όψεις της πραγματικότητας συνυπάρχουν, τα όρια ανάμεσα στο αληθές και το επινοημένο παραμένουν ρευστά και η εμπειρία του κόσμου παρουσιάζεται ως κάτι αμφίσημο, διαρκώς υπό διαπραγμάτευση και υπό το καθεστώς συνεχούς δισταγμού που δεν επιλύεται με το ξετύλιγμα της ιστορίας· το ανοίκειο δεν εξηγείται, συμπλέκεται με το παράξενο σαν ένα θαυμαστό υπερφυσικό που τελικά γίνεται αποδεκτό ως κανονικότητα.
Εκεί, χωρίς να καταλάβει πώς, είδε κάποιον να έρχεται, δύο χέρια να μεγαλώνουν, να ακουμπούν πάνω της και μια φωνή, λίγο τραχιά μα ήρεμη, να την παρηγορεί και να της λέει: «Έλα, νεράιδα μου μικρή, […] Έλα και μην κιοτεύεις, όλα τα θηλυκά έχουν από τη φύση τους για τούτη τη στιγμή παραπανίσια δύναμη. Μέχρι να γείρει το φεγγάρι, εμείς θα πούμε καλημέρα στον ήλιο πεντακάθαροι και φαγωμένοι». (σελ. 55).
Τα διηγήματα χτίζονται αργά, μεθοδικά, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση. Η κατάληξη της ιστορίας τού αποκαλύπτεται μέσα από δεξιοτεχνικά τοποθετημένες ρωγμές, προκαλώντας τον να την δει όπως ο κλέφτης ή ο ηδονοβλεψίας. «Πάμε γρήγορα, δεν τάισα το ζωντανό και θα θυμώσει» (σελ. 36).
Η γραφή της, λιτή και άμεση, περνά από το χαρτί και εγγράφεται στη συνείδηση του αναγνώστη, χωρίς την επιδίωξη μιας εντυπωσιακής ανατροπής· λειτουργεί υποδόρια χαράσσοντας ανεξίτηλες τροχιές στη μνήμη και την ψυχική του εμπειρία.
Με αυτή την έννοια, το φανταστικό της Κουτσουνά συνομιλεί με τον Τοντόροφ, αλλά ταυτόχρονα τον υπερβαίνει. Δεν ενδιαφέρεται τόσο για το αν τα γεγονότα είναι εξηγήσιμα ή υπερφυσικά, όσο για το πώς η αβεβαιότητα υπονομεύει τον ορθολογισμό και αποκαλύπτει την αυθαίρετη φύση της.
Κάθε διήγημα λειτουργεί ως ένας προβληματισμός που δεν κλείνει, μια αμφισημία που δεν εξουδετερώνεται. Πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η φαντασία; Πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα; Τα ερωτήματα δεν απαντώνται, γιατί ακριβώς εκεί βρίσκεται η λειτουργία του φανταστικού: όχι στη λύση, αλλά στη διατήρηση της εκκρεμότητας.
Και η γηραιά δασκάλα; αναρωτήθηκα. […] η πασαρέλα άρχισε σιγά σιγά να λιώνει, λες και όλες οι γυναίκες ήταν από κερί. Και τότε σαν από μηχανής θεός, εμφανίστηκε επί σκηνής η γηραιά κυρία. […] Ήθελα να δω από κοντά το πρόσωπό της, να τη γνωρίσω, να της μιλήσω. Γύρισε καθώς την έπιασα. Δεν ήταν πια μεγάλη, φαινόταν γύρω στα σαράντα [...]. (σελ. 147).
Η διάρρηξη της ρεαλιστικής σύμβασης μεταβάλλει ριζικά τη θέση του αναγνώστη μετατρέποντάς τον σε ενεργό συμμέτοχο του δισταγμού και της αμφισημίας όχι για να τη λύσει αλλά για να ουδετεροποιηθεί έτσι ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τού κειμένου, να γίνει το έδαφος πάνω στο οποίο αυτό θα εγγραφεί. Πρόκειται για μια αμφίδρομη σχέση, όπου η αφήγηση και η αναγνωστική εμπειρία συνδιαμορφώνονται. «Θαυμάζω τις γυναίκες, μα έχω μεγάλο παράπονο που δεν γεννήθηκα αγόρι. Η μοίρα όμως μου έδωσε ένα άλλο χάρισμα, μια ξεχωριστή «προίκα», έτσι το βλέπω τουλάχιστον μέχρι τώρα» (σελ. 119).
Η παραδοξότητα λειτουργεί επίσης και ως ανάχωμα στη σκληρότητα της ζωής, ως ένας μηχανισμός άμυνας και ταυτόχρονα κατανόησης. Στοιχεία όπως ο χρόνος, ο χάρος, ο έρωτας, η λαογραφία, η ζωή της υπαίθρου και της πόλης, εμφανίζονται ως βιωμένες εμπειρίες, εγγεγραμμένες στον «γενετικό κώδικα» των ανθρώπων και μεταδιδόμενες από γενιά σε γενιά, ενώ η καταγγελτικότητα σε δοξασίες,, θεσμούς και υπερβολές επιτυγχάνεται μέσω του φανταστικού ως τρόπος να αποκαλυφθεί το άρρητο, το ασυνείδητο, οι κρυφές όψεις της εμπειρίας. Το φανταστικό εδώ δεν αφορά το μη πραγματικό, αλλά το βαθιά αληθινό· εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί ευθέως και χρειάζεται τη ρωγμή, τον δισταγμό για να φανεί. Έτσι, ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι ούτε παρελθοντικοί ούτε μελλοντικοί, αλλά συνεχώς παρόντες, όπως και η ίδια η αναγνωστική εμπειρία.
Γιατί 13 διηγήματα; Η επιλογή αυτή από τη συγγραφέα δεν είναι καθόλου τυχαία. Ο αριθμός 13 ακολουθεί τον 12 σπάζοντας τη συμμετρία, την πληρότητα, διαταράσσοντας την τάξη έστω και λίγο. Αν λοιπόν το φανταστικό σύμφωνα με τον Τοντόροφ είναι ο χώρος του δισταγμού, τότε το 13 είναι ο κατεξοχήν αριθμός του· ούτε χάος, ούτε λύση, ούτε καταστροφή αλλά μία συνεχής εκκρεμότητα. Υπάρχει δυνατότητα θεραπείας; Η Κουτουκά προτείνει μία λύση με το τελευταίο της διήγημα· μετατρέπει την Αντιγόνη της από σύμβολο ηθικής σύγκρουσης σε πεδίο σωτηρίας μέσα από τον ήχο, απογειώνοντας τη λυτρωτική δύναμη της μουσικής καταρχάς και της Τέχνης γενικότερα που γίνεται η αναπνοή μέσα στον κόσμο, ο μόνος τρόπος να συνεχίσει κανείς να κατοικεί την αβεβαιότητα.
Η φροντισμένη έκδοση του Εύμαρου αναδεικνύει την αισθητική των κειμένων του βιβλίου αποδίδοντας ένα αρμονικό αποτέλεσμα.