
Καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο ─ Γένεσις 3:7
Από παιδί με τραβούσε η ζωγραφική. Όχι η αναπαράσταση, αλλά ο τρόπος που ένα έργο μπορεί να κρύβει και να αποκαλύπτει τους συμβολισμούς του. Κι έφτιαχνα πίνακες στη φαντασία μου με εμμονή στη λεπτομέρεια: τι θα έβαζα στο κέντρο, πού θα έπεφτε το φως, ποιο αντικείμενο θα σήκωνε το βάρος. Ένα έργο που είχα ήδη «σχεδιάσει» στο μυαλό μου ήταν «Η θηλιά της γνώσης». Οι πρωτόπλαστοι ξαπλωμένοι, αμέριμνοι στον κήπο της Εδέμ, κι ανάμεσα το δέντρο, θεόρατο, υπερφυσικό. Μόνο που αντί για μήλα, θα είχε θηλιές δεμένες στα κλαδιά του. Ο πίνακας θα σταματούσε εκεί, η φαντασία όμως όχι. Κάποτε, ο Αδάμ κι η Εύα θα έφερναν ένα σκαμπό και θα κρέμονταν αντικριστά. Κι έτσι θα γνώριζαν τον θάνατο, όχι ως ιδέα αλλά ως γεγονός. Θα μάθαιναν ότι ακόμη και η οικογενειακή γαλήνη του παραδείσου ανατρέπεται σε μια στιγμή. Αυτό το αίσθημα ραγισμένης γαλήνης μου προκάλεσε η ανάγνωση της τελευταίας συλλογής του Γιάννη Ξέστερνου, Ποδήλατο με αερόσακο.
Α. Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ
Το Ποδήλατο με αερόσακο είναι βιβλίο για τις βεβαιότητες που καταρρέουν: στην οικογένεια, στους θεσμούς, στο ίδιο μας το σώμα. Ο Ξέστερνος επιλέγει με προσοχή τον τίτλο της συλλογής του, δύο λέξεις εκ πρώτης όψεως ασύμβατες. Γιατί ενώ το ποδήλατο δηλώνει έκθεση, παιχνίδι, κίνδυνο, ο αερόσακος υπόσχεται την προστασία. Εδώ, όμως, ο αερόσακος παίρνει δύο άλλες λειτουργίες. Άλλοτε είναι φυλακτό επίπλαστο, μια υπόσχεση ή παρηγοριά που δεν κρατά. Κι άλλοτε είναι ζώνη πειθαρχίας, ένας μηχανισμός που περιορίζει, σφίγγει και, στο τέλος, πνίγει.
Το ποδήλατο
Η ζωή είναι λεπτή ισορροπία. Η καθημερινότητα, η οικογένεια, οι θεσμοί, το σώμα, όλα προχωρούν σαν όχημα, αλλά με ενσωματωμένο κίνδυνο. Το ποδήλατο είναι το πιο ανθρώπινο όχημα ακριβώς γι’ αυτό, γιατί το καβαλάς χωρίς καμπίνα, χωρίς θωράκιση, εκτεθειμένος στους ανέμους, στα άλλα οχήματα, στα μικρά τυχαία της διαδρομής. Και κάπου εδώ θα τελείωνε η σύνδεση του Ξέστερνου με το ποδήλατο —σε ένα «η ζωή είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου» παραφράζοντας τον Εμπειρίκο— αν, στο μοναδικό ποίημα που μιλά ρητά γι’ αυτό, ο ποιητής δεν έστριβε απότομα το τιμόνι. Το ποίημα τιτλοφορείται «Habemus ποδήλατο» και είναι το εξής (σ.12):
Και habemus ποδήλατο.
Ας καβαλήσουμε το habemus
όχι το ποδήλατο
σαν ιλιγγιώδη παιδιά
με κατάφωρη φαντασία.
Η φράση «habemus ποδήλατο» κουβαλά τη μεγάλη τελετουργική σκιά του Habemus Papam («έχουμε Πάπα»), αλλά τη γειώνει στο ταπεινό, το παιδικό, το καθημερινό. Μα το ουσιώδες έρχεται αμέσως μετά, στο «ας καβαλήσουμε το habemus// όχι το ποδήλατο». Γιατί το ποδήλατο είναι το πράγμα, είναι η ύπαρξη· το habemus είναι ο λόγος, ο μηχανισμός της ύπαρξης. Κι έτσι προτείνεται ένα παιχνίδι: να κινηθούμε πάνω στην αναγγελία, όχι πάνω στην κατοχή. Η χαρά δεν είναι μόνο στο πράγμα, είναι στο ότι μπορείς και να το πεις. Σαν να λέει ο ποιητής «καβαλήστε τη διαδικασία της ζωής, όχι τη ζωή καθ’ εαυτήν».
Ο αερόσακος ως υπόσχεση σωτηρίας
Ο αερόσακος είναι υπόσχεση σωτηρίας. Κι όταν μια υπόσχεση γίνεται δεδομένη, μετατρέπεται εύκολα σε αίσθηση παντοδυναμίας· ότι το χτύπημα, αν έρθει, θα το απορροφήσει κάτι άλλο. Κάπως έτσι λειτουργούν και οι μικρές μας εγγυήσεις μες στην καθημερινότητα. Το άγρυπνο βλέμμα των γονέων στα παιδικά μας χρόνια, οι κοινωνικές δομές, η ασφάλεια του σπιτιού, οι μεταφυσικές μας βεβαιότητες. Στην κρίσιμη στιγμή, όμως, τα περισσότερα ανοίγουν σαν άδειο ύφασμα.
Πολλά από τα ποιήματα του Ξέστερνου προσεγγίζουν αυτήν την ψευδαίσθηση ασφάλειας στις διάφορες μορφές της. Στη «Διασταύρωση των ειδών» (σ.32) χτυπά τις μεταφυσικές εγγυήσεις. Την ευχή ως συμβόλαιο και τον σταυρό ως φυλαχτό. Μια μάνα αποχαιρετά τον γιο της με την καθησυχαστική βεβαιότητα ότι «δε θα πάθεις τίποτα// σε φυλάει ο Ύψιστος». Ο βαφτιστικός σταυρός, κρεμασμένος στο στήθος, γίνεται το υλικό τεκμήριο αυτής της υπόσχεσης. Ο γιος, όμως, το παίρνει κυριολεκτικά και ζει σαν να έχει ασυλία. Πίνει, καπνίζει, τρέχει, σαν ο σταυρός να είναι ο αερόσακός του. Κι ύστερα, σε μια διασταύρωση, η βεβαιότητα συντρίβεται. Η σύγκρουση έρχεται, ο θάνατος συμβαίνει, κι η μάνα μένει στο μνήμα να ζητά την τήρηση όρων που ποτέ δεν υπήρξαν. Η πίστη εδώ δεν καταγγέλλεται· απογυμνώνεται ως παρηγοριά που, την κρίσιμη στιγμή, δεν δεσμεύει την πραγματικότητα.
Στην «Αρτιμέλεια»
(σ. 27) ο ποιητής χτυπά τη σύγχρονη βεβαιότητα ότι η πληροφορία μάς θωρακίζει. Ένα ασήμαντο σύμπτωμα αρκεί για να πυροδοτήσει καταιγισμό αναζητήσεων και ιατρικών όρων· η Google, αντί να καθησυχάζει, εκτρέφει τον πανικό. Έτσι η σωματική ακεραιότητα δεν απειλείται πρώτα από το σώμα, αλλά από τον νου. Στα σαράντα του χρόνια ο ομιλητής ξυπνά «διαμελισμένος», εγκλωβισμένος στο «μαξιλάρι της σκέψης» και στη «σέχτα του εφιάλτη». Ο αερόσακος εδώ δεν είναι ο σταυρός, αλλά η διάγνωση. Και σκάει προς τα μέσα.
Στο οικογενειακό περιβάλλον το αφήγημα της ασφάλειας εμφανίζεται στον Ξέστερνο όχι ως ρομαντική θαλπωρή, αλλά ως μηχανισμός που προσπαθεί να πείσει παρουσία, δουλεύοντας υπόγεια, συχνά εις βάρος του παιδιού. Στους «Ζευγίτες ηλεκτρονία» (σ. 26) η ασφάλεια μετατίθεται στην τεχνολογία και η τρυφερότητα έρχεται διά ηχογραφημένων μηνυμάτων, δηλαδή ως απομίμηση παρουσίας. Μια οικογένεια που λειτουργεί σαν κύκλωμα, όχι σαν αγκαλιά. Στον «Πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη»
(σ. 29) η ψευδαίσθηση παίρνει τη μορφή οικιακής επισκευής. Αν φτιάξεις τα πόμολα, τους μεντεσέδες, τη βρύση, ίσως σωθεί το σπίτι — ώσπου η λίστα βλαβών να καταρρεύσει στην πιο γυμνή ερώτηση: «Μπαμπά, είσαι εδώ;». Εκεί αποκαλύπτεται η κεντρική ανατροπή· το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το σπίτι, αλλά η απουσία που το στοιχειώνει. Στην «Αθανασία» (σ. 36) η οικογενειακή γαλήνη λειτουργεί ως άλλοθι των ενηλίκων· «καλόβολο παιδί» είναι εκείνο που δεν ξυπνά κανέναν, που μαθαίνει να πολεμά τους εφιάλτες του μόνο του, με το ψαλίδι στο κομοδίνο σαν αυτοσχέδιο φυλαχτό.
Μα και στο πολιτικό πεδίο, ο Ξέστερνος δείχνει πως η ψευδαίσθηση ασφάλειας κατασκευάζεται ως «τάξη» και ως θέαμα. Ένα σκηνικό που υπόσχεται σταθερότητα, ενώ από κάτω δουλεύουν η βία και το συμφέρον. Στο τρίπτυχο «Δυτικό παραπέτασμα» (σ.19-21), η λέξη «τάξη» γίνεται ύπουλη προσταγή — «χτίσε, χτίσε» (τείχη) — μέχρι να μη δούμε ξανά τον ήλιο. Η ασφάλεια μετατρέπεται σε παραπέτασμα που κρύβει το φως. Στα «Στενά εμβατήρια» (σ.30) η διεθνής πολιτική κατεβαίνει από το βάθρο της σε ένα οικογενειακό σαλόνι γεμάτο συμπλέγματα: ο ΟΗΕ, οι «μητέρες πατρίδες», οι εμβατηριακές μεγαλοστομίες. Η γεωπολιτική γίνεται κωμωδία εξουσίας, όπου η ασφάλεια δεν είναι ηθική αρχή αλλά ρόλος — ζήλια και επιβολή. Έτσι, η προστασία της κοινωνίας αποκαλύπτεται ως μηχανισμός πειθαρχίας. Ένα αφήγημα που νομιμοποιεί, κάθε φορά, την επόμενη αρπαγή.
Ο αερόσακος ως περιορισμός
Ο αερόσακος εδώ δεν είναι μόνο κάτι που ανοίγει στη σύγκρουση. Είναι αυτό που σε σφίγγει πριν από αυτήν, μια ζώνη κανονικότητας που σου μαθαίνει πώς να ζεις ακίνδυνα, πώς να κινείσαι χωρίς να εκτεθείς. Μια παιδεία χαμηλού ρίσκου που εκπαιδεύει το σώμα και το ήθος να χωρούν μέσα σε προκαθορισμένα όρια. Κι έτσι, κάθε φορά που ανεβαίνεις στο ποδήλατο για ορθοπεταλιά, ανεβαίνεις ήδη δεμένος.
Στο «Βιογραφικό»
(σ. 24) αυτή η πειθαρχία παίρνει τη μορφή κοινωνικής αρετής. Ο αφηγητής απαριθμεί όσα δεν έκανε — δεν μπήκε, δεν ανακατεύτηκε, δεν εκτέθηκε — και η ζωή του συνοψίζεται σε μια λεζάντα: «ζούσε ακίνδυνα». Ένα βιογραφικό μη-κινδύνου, ιδανικό όχι για τη ζωή, αλλά για μια λογιστική σωτηρίας. Το σύστημα επιβραβεύει εκείνον που δεν δημιούργησε πρόβλημα, δε ρίσκαρε, που κράτησε την ύπαρξη του «light». Έτσι ο αερόσακος γίνεται κανονιστική ηθική. Να μη σπάσεις, να μη λερωθείς, να μη φανείς.
Ακόμη κι όταν εμφανίζεται μια συλλογική ανάσα ως σπάσιμο της πειθαρχίας, η συλλογή δείχνει πόσο εύκολα το άνοιγμα γίνεται εξαίρεση που δεν επαναλαμβάνεται. Στις «Μέρες εγκλεισμού» (σσ. 16-17) ο εγκλεισμός της κατάληψης μετατρέπεται σε μικρό σύμπαν ελευθερίας. Μουσικές, ρόλοι, συνέλευση, μια κοινότητα που αυτοσυστήνεται. Κι όμως το κλείσιμο («ήταν η τελευταία μας νίκη συλλογική») γυρίζει όλο το προηγούμενο σε ιστορική διάψευση. Ο περιορισμός επιστρέφει ως μακρόχρονη ματαίωση, σαν δίψα για βροχή που δεν έρχεται.
Στον «Χρονοδιακόπτη»
(σ. 15) ο περιορισμός παίρνει την πιο σωματική, την πιο βιομηχανική του μορφή. «Βγαίνεις από τη λάσπη», αλλά «δεν μπορείς να τρέξεις». «Αχνίζεις γράσο», «διυλίζεις χιλιόμετρα στα κύτταρα». Η ζωή δουλεύει με κύκλους on/off, κι η εντολή «υπομονή» γίνεται εσωτερικός ρυθμιστής. Εδώ ο αερόσακος δεν είναι προστασία· είναι πρόγραμμα αντοχής. Σε κρατάει σε κίνηση — αλλά σε μαθαίνει να έρχεσαι αργά, βαρύς, μέσα σε ένα καθεστώς συνεχούς περιορισμού.
Σπάζοντας τον αερόσακο
Τι συμβαίνει όμως όταν, έστω για μια στιγμή, διακρίνεις τους μηχανισμούς που σε κρατούν θωρακισμένο; Η ζωή δεν γίνεται αυτομάτως ασφαλέστερη· γίνεται απλώς πιο καθαρή. Ο Ξέστερνος δεν οργανώνει την ποίησή του ως πρόγραμμα «σπασίματος» — κι αυτό είναι δείγμα ωριμότητας. Αφήνει, αντίθετα, μικρές ρωγμές διάσπαρτες μέσα στο βιβλίο. Άλλοτε η καθαρότητα γίνεται ρήξη, μια κίνηση «στο αντίθετο ρεύμα», όπως στην «Έκπτωτη» (σ.35): μια γυναίκα που, στα 43 χρόνια της, «εκπίπτει» από τη θωρακισμένη κανονικότητα της καριέρας και του καθωσπρεπισμού και δοκιμάζει την επικίνδυνη ελευθερία του «ωτοστόπ». Κι άλλοτε γίνεται επίγνωση που δεν ανατρέπει τη ζωή, αλλά την απογυμνώνει: στις «Διδυμότειχες εκβολές» (σ.11) η ύπαρξη αυτοϋπνωτίζεται στη ρουτίνα και στη μηχανική εργασία, ώσπου ένας φάκελος με ξανθά μαλλάκια εισβάλλει. Όχι για να λυτρώσει, αλλά για να θυμίσει ότι ο πόθος συχνά περνά από τις «εκβολές της αυταπάρνησης».
Β. ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΑ
Τίτλοι
Στο «ποδήλατο με αερόσακο» οι τίτλοι σπάνια λειτουργούν παθητικά, προϊδεάζοντας ή απλώς συνοψίζοντας ένα ποίημα — συχνότερα το καθοδηγούν. Είναι μικρές μηχανές που στήνουν εξαρχής ένα πλαίσιο θέασης και στο τέλος το γυρίζουνε ανάποδα. Οι «Μέρες εγκλεισμού» (σσ. 16-17) είναι χαρακτηριστικές. Ενώ ο τίτλος κουβαλά τη βαριά πρόσφατη εμπειρία της απομόνωσης, στο ποίημα ο εγκλεισμός γίνεται συλλογικός και πανηγυρικός, μια κατάληψη που μετατρέπεται σε κοινότητα, συνέλευση, συναυλία. Άλλοτε οι τίτλοι λειτουργούν δεικτικά, παίρνοντας θέση· το «Δυτικό παραπέτασμα» (σσ. 19-21) υπενθυμίζει ότι τα παραπετάσματα δεν είναι μόνο σιδηρά και συχνά υψώνονται στο όνομα της τάξης και της ασφάλειας. Άλλοτε λειτουργούν ειρωνικά, όπως στη «Διασταύρωση των ειδών» (σ. 32), ένα δαρβινικό επιστημονικό λογοπαίγνιο που στοχεύει μια συγκεκριμένη ανθρώπινη αυταπάτη. Στην ίδια γραμμή κινούνται οι «Ζευγίτες ηλεκτρόνια» (σ. 26) και η «Περιοδική ασυγχρονία» (σ. 13): επιστημονικοί όροι που δίνουν ψυχρή ακρίβεια σε σκηνές οικείες και τρωτές. Στην «Περιοδική ασυγχρονία», η περιοδική επίσκεψη της κυρίας Αγγελικής στη λαϊκή κουμπώνει πάνω στον χρόνο που την προσπέρασε και της κληροδότησε τη μοναξιά — αφήνοντάς την να πετά στο τέλος «στα σκουπίδια τα σάπια φρούτα». Συχνά, πάλι, ο τίτλος σε οδηγεί να περιμένεις κάτι ασφαλές, για να στο πάρει πίσω το ίδιο το ποίημα — όπως στον «Οικογενειακό κήπο» (σ. 14), όπου η γη της οικειότητας ανοίγει ήδη προδιαγεγραμμένη προς τον θάνατο.
Ποιήματα-καθρέφτες
Τα ποιήματα συχνά συνομιλούν μεταξύ τους, δείχνοντας πως αντίθετες αφετηρίες οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό ζεύγος είναι η «Γειτονιά των προσδοκιών» (σ. 18) και το «Δώσε θάρρος στον χωριάτη» (σ. 34), όπου ο Ξέστερνος δουλεύει τεχνικά την ίδια οικιακή σκηνή — τη χειρονομία της φιλοξενίας — σε δύο αντίθετες εκδοχές της. Στο πρώτο ποίημα η φιλοξενία γίνεται τελετουργία αναμονής. Καθαριότητα, προετοιμασία, ένα αρωματισμένο πουκάμισο στην κρεμάστρα για έναν επισκέπτη που δεν έρχεται, και η απουσία οργανώνει τον οίκο ως μόνιμη κατάσταση. Στο δεύτερο, η επισκέπτρια εμφανίζεται και καταλαμβάνει ασφυκτικά τον χώρο. Ανοίγει το ψυγείο, πετά τις κορνίζες, κόβει τα δέντρα της αυλής, μένει για πάντα. Έτσι, με δύο ποιήματα-καθρέφτες στην αρχή και στο τέλος της συλλογής, ο ποιητής δείχνει ότι η θαλπωρή της οικειότητας μπορεί να διαλυθεί είτε από το «δεν έρχεται» είτε από το «ήρθε και δεν φεύγει» — η ίδια οικιακή σκηνοθεσία γεννά δύο μορφές απώλειας: της προσδοκίας και της κυριότητας.
Η επιλογή των λέξεων ως δήλωση
Ο χειρισμός των λέξεων επιτρέπει στον ποιητή να παίρνει θέση χωρίς άμεση διακήρυξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Έκπτωτη» (σ. 35). Στην πρώτη ενότητα εμφανίζεται μια λίστα κοινωνικών σημάτων κάστας: μπουρζουαζία, «φιλάκι-δάγκωμα στον μπαμπάκα», ντελικατέσεν γούστο, λυκοφιλίες, σπουδές, καριέρα. Η γυναίκα δεν περιγράφεται ως πρόσωπο αλλά ως βιογραφικό πολιτισμικών κωδίκων. Κι ύστερα η γλώσσα κάνει τη στροφή και η λίστα γίνεται σώμα. «Αφήνει δεξιά το αυτοκίνητο», «κατεβάζει την ηλιοπροστασία νύχτα», «βάζει κραγιόν», «βγάζει καλσόν», «κάνει ωτοστόπ». Σαν να περνά από την ταυτότητα που της φτιάχνουν οι άλλοι στην ταυτότητα που φτιάχνει το σώμα της μέσα από τις λέξεις.
Η προσωποποίηση της ιστορίας
Η ποίηση συχνά γεννιέται στο μεγάλο και στο αόρατο· για να συναντήσει όμως τον αναγνώστη, χρειάζεται να περάσει από το ύψος στο χειροπιαστό. Σπάνια αυτή η μετάβαση ξεδιπλώνεται τόσο καθαρά όσο στο τρίπτυχο-ποίημα «Δυτικό παραπέτασμα» του Γιάννη Ξέστερνου. Το κεντρικό σώμα του πρώτου μέρους (σ. 19) είναι αυτό:
Σ’ έπιασε μανία να βάλεις κι εσύ
ένα λιθαράκι σ’ αυτόν τον κόσμο.
Όλοι να βάλουν μια τάξη θέλουν.
Χτίσε, χτίσε
ήλιο δε θ’ αντικρίσουμε ξανά.
και αφιερώνεται «Στον τοίχο του Β.Π. που ονειρεύεται επαναστάσεις». Κι έπειτα ο ποιητής κάνει κάτι καθοριστικό: αφού καταγγείλει τη μανία του χτισίματος, χτίζει ο ίδιος πάνω στους στίχους του. Στο δεύτερο μέρος, το απόσπασμα επιστρέφει αυτούσιο, για να ακολουθήσει το χτίσιμο: «Αλήθεια έχεις σκεφτεί ποτέ το γκρέμισμα; […] Και χύνεται αίμα// στην καπιταλιστική κοινωνία// και τα λοιπά... και τα λοιπά...», μαζί με νέα αφιέρωση «Στην απαξίωση της Χ.Μ. που βαρέθηκε να ονειρεύεται επαναστάσεις». Στο τρίτο μέρος, με αφιέρωση «Στο έλεος της Τ.Ν. που “φέρει” επανάσταση», ο ποιητής δεν προσθέτει απλώς, αλλά αντικαθιστά τα υλικά, σαν να αλλάζει τα κουφώματα ενός κτίσματος που μένει όρθιο αλλά δεν είναι πια το ίδιο. Και το αίμα μετακινείται πια «στα πόδια της τεχνητής νοημοσύνης». Έτσι, το «Δυτικό παραπέτασμα» λειτουργεί ταυτόχρονα ως τεχνικό παιχνίδι παραλλαγών, ως καθημερινή συζήτηση μ’ ένα «εσύ» που αλλάζει πρόσωπο και αφιέρωση, και τελικά ως μια υπόγεια αφήγηση μεταπολεμικών δεκαετιών: από το ξανάχτισμα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο, στην εξαντλημένη και χρεωκοπημένη από την ίδια της την υπόσχεση Μεταπολίτευση, έως ένα σήμερα όπου νέα υλικά διεκδικούν να γίνουν ο καινούργιος τοίχος μας. Τα αρχικά των αφιερώσεων μένουν σκόπιμα αμφίσημα, αλλά ακριβώς αυτή η αμφισημία τα κάνει να δουλεύουν σαν ιστορικοί δείκτες.
Αρχή και τέλος
Ο Γιάννης Ξέστερνος κρατά συνειδητά τη συγκίνηση σε απόσταση· διατηρεί έναν σχεδόν επιστημονικό τόνο, που συχνά γεννά ειρωνεία «με το γάντι». Και είναι ακριβώς αυτή η πειθαρχία του τόνου που πείθει. Κι όμως, η συλλογή ανοίγει και κλείνει με δύο από τις πιο γλυκές της εικόνες—από τις σπάνιες στιγμές όπου ο ποιητής αφήνει το ποίημα να τον πλησιάσει. Στην αρχή, οι κατάξανθοι βόστρυχοι που φτάνουν με γράμμα από μακριά και τον αναγκάζουν να δει αλλιώς τον κόσμο. Στο τέλος, ο φόβος του λάθους στην ανατροφή ενός παιδιού, που τον κάνει απρόσμενα προσωπικό.
Γ. ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Η ποίηση του Γιάννη Ξέστερνου δείχνει συνέπεια και έλεγχο. Προσεγμένη κατασκευή, καθαρή γραμμή και αίσθηση συνόλου που δεν αφήνεται στην τύχη. Άφησα για το τέλος το ποίημα που ξεχωρίζω περισσότερο από τη συλλογή, με τίτλο «Οικογενειακός κήπος» (σ.14). Το ποίημα ξεκινάει:
Στο κέντρο της καταπράσινης αυλής
κρέμεται μια θηλιά
αργόσχολοι σουλατσαδόροι την περιεργάζονται
και δοκιμάζουν αν χωράει η κεφαλή τους
βρίσκουν το θέαμα spectacle extraordinaire
ο κηπουρός πάλι ανακοινώνει
η θηλιά είναι στα μέτρα των μελών της οικογένειας.
Μια θηλιά, εδώ, κρέμεται στο κέντρο της αυλής, «στα μέτρα των μελών της οικογένειας». Στο σύμπαν του Ξέστερνου, κάτω από κάθε υπόσχεση προστασίας και κάτω από κάθε μηχανισμό πειθαρχίας, υπάρχει ένας βρόχος που περιμένει, άλλοτε ως θέαμα, άλλοτε ως κληρονομιά, άλλοτε ως κλωστές που κόλλησαν στο σώμα απ’ το παρελθόν («Το νήμα», σ. 22). Μία κρεμάλα ως καρπός για τον καθένα μας. Η ποίηση του Ξέστερνου, με τις μικρές αστικές της παραβολές και τις καθημερινές της εικόνες, πετυχαίνει να φέρει μία θηλιά απ’ τον Παράδεισο, απ’ τη θηλιά της γνώσης, και να τη μεταφυτέψει μέσα στην αυλή του καθενός. Για ν’ αντικρίσουμε πιο καθαρά μπροστά μας την αλήθεια. Με κάποιο περίεργο τρόπο, το βιβλίο αυτό πραγματοποίησε την εφηβική μου ιδέα ζωγραφιάς, όχι στο αόρατο μα στο χειροπιαστό. Η θηλιά δεν έρχεται απ’ έξω εδώ∙ είναι τοποθετημένη μέσα στο σπίτι, στο κέντρο της αυλής, εκεί όπου υποτίθεται πως κατοικεί η θαλπωρή. Έτσι το πράσινο γίνεται τελετουργία τρόμου. Πώς αντιδρά η φύση σε όλο αυτό; Το ποίημα καταλήγει:
Οι γαρδένιες, τα κρίνα και τ’ άσπρα τριαντάφυλλα
αγωνιούν πότε θ’ ανθίσει ο μανδραγόρας
—έχει πρωταγωνιστικό ρόλο—
έρχεται άνοιξη, βλέπεις
και καμιά φορά αισθάνονται μοναξιά
χρειάζονται την παρηγοριά του.
Δεν υπάρχει λύση αλλά παρηγοριά. Μαγεία, αναισθησία, παραμύθι — ένας μανδραγόρας για να αντέχεται ο κήπος. Κι εκεί κλείνει ο κύκλος. Ο αερόσακος δεν ήταν ποτέ η σωτηρία, αλλά ο τρόπος να αναβάλλεται η ζωή, η σύγκρουση με την αλήθεια. Η θηλιά μένει «στα μέτρα μας» και εμείς κινούμαστε γύρω της σαν μια κατσίκα δεμένη σε παλούκι, με την αίσθηση της κίνησης, μέσα στην ακτίνα που μας επιτρέπεται.