
Η πρώτη ποιητική συλλογή της Γεωργίας Τσουκαλοχωρίτη, Χαρτογράφηση, είναι ένα βιβλίο στο οποίο επιστρέφω με τον τρόπο που ψηλαφεί κανείς τα σημάδια που έχουν αφήσει οι πινέζες χρόνια αφότου έχουν αφαιρεθεί από έναν χάρτη. Σκέφτομαι συχνά πως οι χάρτες έχουν φτιαχτεί για να μας υπενθύμιζουν ότι η γη είναι εξίσου στρογγυλή και επίπεδη, πως ικανοποιούν την ανάγκη μας για μια κατανόηση που διέπεται από τον συνδυασμό του σχήματος με το χρώμα και προσφέρονται για αυθαίρετα παιχνίδια με το περιεχόμενο και την κλίμακα. Βρίσκουν όμως όλα αυτά εφαρμογή στο πεδίο της γενεαλογίας, ενός οικογενειακού δέντρου που γίνεται χάρτης και επιτρέπει στην ποιήτρια να προσθέσει ή να αφαιρέσει εδάφη προς απεικόνιση, να διαγράψει πιθανές πορείες, ακόμα και να σχεδιάσει εμπόδια εκεί όπου φαινομενικά δεν υπάρχουν; Ακολουθώντας τα σημεία του ορίζοντα, τα ποιήματα του βιβλίου αρχίζουν στην ανατολή και καταλήγουν στη δύση, καθώς το ποιητικό σώμα γίνεται μια πυξίδα μέσω της οποίας καλείται να προσανατολιστεί για να ξεδιπλώσει το αίνιγμα του εαυτού.
Λέμε συχνά πως είναι οι νεκροί που ανοίγουν χώρο για τους ζωντανούς και αντίστοιχα πως η σχέση μας μαζί τους καθοδηγεί τις μετατοπίσεις μας κατά τη διάρκεια της ζωής μας. H ιδέα των νεκρών ως δημιουργών χώρων και ανανεωμένων αφηγήσεων σημαίνει πως όσοι έχουν χαθεί σχεδιάζουν νέα εδάφη. Δεν θέτουν απλώς στις ζωντανές προβλήματα γεωγραφίας ̶ της απεικόνισης ή της επινόησης τόπων ̶ αλλά γίνονται οι ίδιοι γεωγράφοι. Σχεδιάζουν άλλους δρόμους, άλλα σύνορα, άλλους χώρους. Για να πεθάνουν στ’ αλήθεια πρέπει κανείς να το απαιτήσει, κι όμως συχνά μοιάζει προτιμότερη η συμβίωση με την απώλεια: δηλαδή η αναγνώριση της συνύπαρξης των δύο κόσμων. Ή τουλάχιστον έτσι με κάνουν να πιστεύω αυτά τα ποιήματα που ξέρουν να ζουν και να αγαπούν μέσα από τις παρούσες απουσίες. Η φωνή της Χαρτογράφησης αυτογενεαλογείται, δηλαδή αποδίδει μνήμη στον εαυτό της, καθώς η οικογένεια παρουσιάζεται ως ένας μνημονικός χώρος όπου συγκατοικούν νεκρές και ζωντανοί χωρίς διακρίσεις, μονάχα με τα μυστικά τους σύμβολα και τις κρυφές τους διαβιβάσεις: το μητρικό γάλα, το σπόρο που γίνεται ελαιόδεντρο, τις πέτρες που κάποιος στοίβαξε στην άκρη του δρόμου, ένα ανεξήγητο δάκρυ στα μάτια του πατέρα. Πώς φτιάχνεται η κάτοψη του οικογενειακού σπιτιού;
Το γάλα που είχα θηλάσει
έσταζε μαύρο στα πατώματα
γράφει η Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη σε ένα ποίημα στο οποίο συνδέει άρρηκτα τη γέννησή της με την απώλεια ενός αγαπημένου συγγενούς, τη θέση του οποίου καλείται να καταλάβει στο οικογενειακό τραπέζι.
Πάσχιζα να σηκωθώ από τη θέση του.
Φλούδες από το δέρμα των μηρών μου
έμειναν κολλημένες πάνω στην καρέκλα του.
Έκοψα νύχια και μαλλιά.
Άρχισα να τρώω με τα χέρια.
Σωστό αγρίμι.
Τα κατάφερα.
Έφτιαξα μια καρέκλα δική μου.
(την σκάλισα στη χάση του φεγγαριού μ' ελαφρόπετρα
και θειάφι)
Μόνο τα φρύδια κράτησα.
Για να μου θυμίζουν την πρώτη μου πληγή.
Στους απόηχους της αγροτικής κοινότητας που ζωντανεύει η γραφή της, τα όρια είναι ρευστά. Μεταξύ πραγματικού και θαυμαστού, οι νεκρές δεν φεύγουν, μονάχα γίνονται ανήσυχα φαντάσματα και σεργιανούν στα χωράφια. Ανάμεσα σε δυο μορφές ύπαρξης, δεν χωράνε απόπειρες ερμηνείας, αλλά μια διάθεση εξερεύνησης σε πιθανά νοήματα. Σταδιακά, ένα ταμπλό-βιβάν σχηματίζεται μέσα από τις γενιές μιας οικογένειας στην ελληνική ύπαιθρο: από τις δοξασίες και τις τραγωδίες της. Η οικογενειακή μνήμη κουβαλά, για παράδειγμα, την ιστορία μιας μεγάλης θείας που τη δάγκωσε ένα μαγεμένο σχοινί από το λαιμό. Στο ποίημα «Μάγια», η κέρινη μορφή της νεκρής ταλαντεύεται μπροστά στα μάτια του πατέρα ως παιδιού και εγγράφεται στο βλέμμα της κόρης, η οποία θα γεννηθεί πολλές δεκαετίες αργότερα, όταν όλα αυτά θα ανήκουν πια στο παρελθόν και ωστόσο θα είναι εγγεγραμμένα σαν μετείκασμα που περιμένει να γίνει ποίημα. Στην κληρονομιά του τραύματος, η αποδοχή ή η αποποίηση δεν παίζουν κανένα ρόλο. Το σώμα ανήκει στη γενεαλογία του, όπως στο ποίημα «Κακώσεις της παιδικής ηλικίας» το σώμα της μητέρας που έχει γνωρίσει χρόνια χειρωνακτικής εργασίας γίνεται χωράφι και γεννά μια κόρη την οποία αναπόφευκτα συνοδεύει ένας χάρτης αγριόχορτων. Ή όπως στο ποίημα «Αμαζόνα» η αφηγήτρια παρατηρεί ένα συγγενικό γυναικείο σώμα να κουβαλά τα σημάδια της ασθένειας με επίμονη και να μεταμορφώνεται, και γράφει: «Μετά κατάλαβα ότι είναι μεταδοτικά, / το κοινό αίμα κοινά πονάει― ».
Οι πρόγονοι έχουν φάει πολύ αλάτι, οι απόγονοι επιθυμούν νερό, λέει μια βιετναμέζικη παροιμία. «Πρώτα η νεκρομαντεία / Μάτια γυρισμένα στο θεό» γράφει η Γεωργία. Πρόκειται για την απλή κατανόηση πως στο δωμάτιο που τώρα γράφω τούτες τις γραμμές δεν είμαι μόνη, πως φορώ το βραχιόλι μιας πεθαμένης φίλης ή πως όταν ανοίγω το συρτάρι της γιαγιάς μου μυρίζω το άρωμά της παρότι έχει πεθάνει εδώ και 15 χρόνια. Δηλαδή ο εαυτός είναι μια κρύπτη και η κατάβαση στον Άδη δεν αποτελεί προνόμιο του Οδυσσέα. Τα όνειρα, οι αναμνήσεις ή οι παραισθήσεις είναι κάποια από τα στοιχεία μιας προσωπικής νέκυιας στην οποία περιπλανιέται κάποια ώσπου οι νεκρές να ξαναθέσουν το όριο: «Τι κάνεις εδώ;» να πουν στην υπνοβάτισσα «Τα γεράνια θέλουν πότισμα» και να τη στείλουν πίσω με μια ανανεωμένη αποστολή. Το φάντασμα παρεμβαίνει για να υπενθυμίσει μια υπόσχεση, ένα χρέος που δεν έχει ακόμη τακτοποιηθεί.
Στην ταινία «Η μικρή μαμά» της Céline Sciamma, ένα μικρό κορίτσι το οποίο έχει μόλις χάσει τη γιαγιά του επιστρέφει με τη μητέρα του στο οικογενειακό της σπίτι για να το αδειάσουν. Μπερδεμένο και μελαγχολικό βγαίνει για παιχνίδι στο γειτονικό δάσος ώσπου γνωρίζει και συνδέεται φιλικά με ένα συνομήλικό της παιδί. Γρήγορα καταλαβαίνει πως ο χρόνος έχει παραδόξως διαταραχτεί, καθώς η καινούργια της φίλη δεν είναι άλλη από την ίδια της τη μαμά και έτσι της δίνεται μια ευκαιρία να σχετιστεί με διαφορετικό τρόπο μαζί της. Το παρελθόν της οικογένεια παραμένει ζωντανό, ανοιχτό στις μεταβολές και τις επιδράσεις του παρόντος.
Η παρουσία των προγονισσών λειτουργεί ως υπενθύμιση πως ο χρόνος δεν είναι ευθύγραμμος, αλλά ελικοειδής. Οι σπείρες του οδηγούν σε παράδοξες συναντήσεις, ανασύροντας μέχρι πρότινος άγνωστους πόνους και βαθύτερες γνώσεις. Με ανάλογο τρόπο, το κορίτσι της Χαρτογράφησης φέρει τα σώματα των γυναικών που προηγήθηκαν και ας διαφέρει η μοίρα του από τις συνθήκες που είχαν σφραγίσει τις δικές τους ζωές: την εργασία στο χωράφι ή τις μαγγανείες στις πίσω αυλές. Όπως στο παραμύθι «Γαϊδουροτόμαρο» του Σαρλ Περό, η πριγκίπισσα φοράει το τομάρι ενός γαϊδάρου για να γλιτώσει από τις ερωτικές επιθέσεις του πατέρα της, έτσι και στο ποίημα «Στο σχολείο» η μικρή αφηγήτρια που έχει την πρώτη της περίοδο τυλίγεται στην προβιά ενός λύκου για να αποκρούσει τους κινδύνους που σηματοδοτεί το πρώτο αίμα, ώσπου η παρέμβαση μιας μορφής νονάς νεράιδας μετατρέπει την κατάρα σε ευχή με τα κατάλληλα βοτάνια.
Ο χρόνος των προγονισσών είναι ο χρόνος της μαγείας και της επίκλησης των πνευμάτων. Έτσι, τα ποιήματα αποκτούν τη λειτουργία του ξορκιού, της ιερής διαπραγμάτευσης με τα φαντάσματα που μπορούν να εγγυηθούν πως θα ανοίξουν νέοι κύκλοι, πως μια ζωή διασχίζει πολλά κατώφλια και ένα πρόσωπο γνωρίζει μεταμορφώσεις. Από την παιδική ηλικία, η ποιητική αφήγηση περνά στην εφηβεία με τις αλλαγές και τις δυσκολίες που επιφέρει σε ένα θηλυκό σώμα. Το παιδί μέσα σε κινδύνους και πόνους καλείται να γίνει γυναίκα εγκλωβισμένο σε έναν μεταλλικό κέλυφος:
Οι αρσενικοί γιατροί είπαν πως πρέπει να φορέσω σίδερα
αφού δεν κράταγα
ίσια την πλάτη
μέσα τα πλευρά
σταθερό τον κορμό
ευθεία το βλέμμα
πάνω το κεφάλι
τεντωμένα τα γόνατα
σφιγμένους τους γλουτούς
Τα σίδερα με καίγανε.
Έλιωναν τα κόκαλά μου.
Έσκιζα τις σατέν κορδέλες και τα καλσόν.
Στάχτες στα μαλλιά μου.
Kάρβουνα στα νύχια μου.
Ξερόκλαδα στα δόντια μου.
Πριν αναπτυχθώ
είχα ήδη γίνει αποκαΐδια.
Το σώμα δεν ανήκει αποκλειστικά στην ίδια. Κατοικείται από τις ζωές διαφόρων ανθρώπων, όπως στην αλληγορία που συγκροτεί το ποίημα «Το σπίτι», τα σωματικά μέλη έχουν γίνει κατοικία άλλων. Όμως, παρότι η ωρίμαση μοιάζει να σηματοδοτεί τη μετακίνηση από τον γενέθλιο τόπο, την αυλή και το χώμα, και τη μετάβαση στη φθορά της πόλης, ο οικιακός χώρος διατηρεί την κεντρική του σημασία. Σε ένα από τα τελευταία ποιήματα, περιγράφεται η κόπωση από τον αστικό χρόνο ζωής, ο οποίος είναι βυθισμένος στις δομές της παραγωγικότητας, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους η επιστροφή στην οικειότητα έχει τη δυνατότητα να επαναφέρει σημεία του ανθρώπινου.
Στην αρχαία του σημασία, ο οίκος δεν σηματοδοτούσε απλώς το σπίτι ή την οικογένεια, αλλά ήταν η μικρότερη κοινωνική μονάδα που εξασφάλιζε τη συνέχεια στον χρόνο. Λένε μάλιστα πως τόσο στην αρχαιοελληνική όσο και στη ρωμαϊκή οικία, υπήρχε σε κεντρικό σημείο ένας βωμός με μια ιερή φωτιά που δεν σταματούσε ποτέ να καίει: η διαρκής παρουσία των προγόνων καταμεσής του σπιτιού ως αντικατοπτρισμός της ζωηράδας του ιστορικού γίγνεσθαι. Στην Αινειάδα, ο Αινείας διασώζει τον οίκο του μεταφέροντας τους οικιακούς θεούς σε νέα εδάφη όπου επιδιώκει να ιδρύσει μια καινούργια πατρίδα. Πρόκειται για ακόμα μια διάσχιση, μια μετατόπιση που πρέπει να σημειωθεί στον χάρτη ως γενεσιουργός αιτία μιας πραγματικότητας. Ίσως όσες σήμερα προχωρούν σε τέτοιες μεταβάσεις, όχι πια με την πρόθεση του κατακτητή, αλλά με την υπόσχεση της κοινότητας, να επιχειρούν να συγκρατήσουν τις μνήμες που σφράγισε η απώλεια, καθώς βαδίζουν στα τυφλά. Μικρές θεές, μητέρα, προγόνισσες, παππούς, ουλές και λεμόνια. Ή ακριβώς με τις λέξεις των ποιημάτων «το ψωμί στο αίμα. Το αίμα στο ψωμί. / ζυμωμένο από πρόγονο».
Ενδεχομένως, ο τρόπος με τον οποίο έχω διαβάσει τη συλλογή να δίνει την εντύπωση πως είναι εγκλωβισμένη στην αναμόχλευση του παρελθόντος. Όμως, ένα τέτοιο συμπέρασμα θα παραγνώριζε ότι η επιθυμία της αφήγησης αναδύεται στα μεσοδιαστήματα των χρονικών βαθμίδων, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, με το όνειρο του μέλλοντος. Η σοφία που βασίζεται στη γενεαλογική μνήμη και στον διάλογο με τους νεκρούς είναι προβολική. Βλέπει τον χρόνο να ρέει. Διακρίνει, όπως γράφει στο ποίημα «Τα θραύσματα», πως «δεν θα γίνουμε ποτέ αυτό που σχεδιάζουμε τώρα». Αναλογίζεται τη δυνατότητα για μια συντροφική ζωή στα γηρατειά. Αφήνεται στο παιχνίδι ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, στο πράγμα και στη σκιά του με μια αποδοχή που έχει κερδηθεί από τη ζωή ανάμεσα σε προγόνους. Οι ιστορίες χρειάζονται χώρο. Κάθε νέα αφήγηση έρχεται να προστεθεί σε ό,τι έχει προηγηθεί και ανοίγεται σε ένα γίγνεσθαι που δεσμεύει την ποιήτρια σε απρόβλεπτα μονοπάτια, μιας και γνωρίζει καλά πως και η ίδια είναι μια μελλοντική προγόνισσα.