Η αυλαία των αναμνήσεων

Η αυλαία των αναμνήσεων

Σταύρος Ζαφερίου, «Επειδή έτσι γίνεται», Νεφέλη 2026

Από την αρχή και μέχρι το τέλος της νέας ποιητικής συλλογής του Σταύρου Ζαφειρίου ο λόγος ο δικός του δεν εμπλέκεται απλώς με το λόγο των άλλων, αλλά προκύπτει ανάμεσά του. Πρόκειται για κάτι σαν βιωματική διακειμενικότητα. Ο τρόπος του να αισθάνεται την πραγματικότητα με σωματικό πόνο, όπως δηλώνει ο περίφημος καρυωτακικός στίχος που προτάσσεται ως μότο, δίνει το σύνθημα προτού μπούμε στο κυρίως σώμα της ποιητικής συλλογής. Κι αυτό γιατί συνοδεύεται από έναν άλλο, «αδέσποτο» στίχο του 1983 που βρήκε ανάμεσα στα χαρτιά του (στίχο δικό του; κάποιου άλλου; αδυνατεί πλέον να θυμηθεί, όπως μας ενημερώνει σε υποσημείωση - και αυτό το μπέρδεμα λέει ήδη πολλά): «Κι επειδή φοβάμαι τη μοναξιά/ ακόμη και μετά τον θάνατο,/ τη μέρα που θ’ αναστηθείς πάρε με μαζί σου». Αυτή η τόσο ανθρώπινη έκκληση, ο πιο μύχιος φόβος κάθε θνητού, αποκτά έτσι κι άλλες αντηχήσεις, καθώς μοιάζει να εκφράζει κάτι από την αγωνία του ποιητή, να μην του λάχει μεταθανάτια εκείνη η μοναξιά στην οποία μέλλεται να πέσουν πολλά, αν όχι τα περισσότερα, ποιητικά έργα. «Κι επειδή έτσι γίνεται», όπως το θέτει ο τίτλος της συλλογής του, κι επειδή έτσι το ποιούν οι στίχοι του Ζαφειρίου εν γένει, όχι μόνο οι συγκεκριμένοι, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Μπρος, πίσω, μέσα και έξω από το δικό του λόγο υφαίνεται τόσο μαεστρικά ο λόγος των άλλων, διανοητών, λογοτεχνών, ποικίλων καλλιτεχνών, ώστε να συγκροτούν αδιαίρετα το ολόδικό του ποιητικό σώμα. Δεν μιλάμε επομένως απλώς για έναν ποιητή-αναγνώστη, καθώς το βίωμα παύει να διακρίνεται από το ανάγνωσμα, όπως και η γραφή από την αφορμή της. Όλο αυτό το πυκνό διακειμενικό πλέγμα, προβάλλει άλλοτε έκτυπα – με σαφή σήμανση των ποικίλων αναφορών σε καλλιτέχνες, λογοτεχνικούς ήρωες και έργα, που συχνά πλαγιογραφούνται, και άλλοτε υπόρρητα. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση πρόκειται για πιο υπαινικτικές αναφορές, για νήματα συνδέσεων μεταξύ έργων που έχει αναδείξει η ερμηνεία. «Και αφού όλα αυτά δεν γίνονται παρά μονάχα για μια ένδοξη θέση στο μάταιο,/ και αφού το μάταιο είναι το τελευταίο οχυρό της θνητότητας,/ εκεί όπου το εφήμερο υπερασπίζεται την αιωνιότητά του/ και αφού αυτό που σου μένει είναι πια να επιλέξεις/ ποιος θεός σου ανήκει και ποια από τα πάθη του, ποιον Χελμό θ’ανεβείς, για να πιεις της Στυγός το έσχατον ύδωρ», όπως το θέτει η εναρκτήρια στροφή ολόκληρης της συλλογής, το ξέπλεγμα των αναφορών αυτών αρχίζει με αυτήν την ανάβαση στα αρχέγονα και άφθαρτα νερά της Στύγας, ένα από τα πέντε ρεύματα του Κάτω Κόσμου. Η Ωκεανίδα Στύγα, σύμφωνα με τη μυθολογία, βοήθησε τον Δία κατά τη μάχη του με τους Τιτάνες, κι αυτός την αντάμειψε με την ιεροποίηση των υδάτων της, στα οποία εφεξής ορκίζονταν οι θεοί. Αυτό το ελιξίριο της αθανασίας μοιάζει να αναζητά εξαρχής και το ποιητικό υποκείμενο στον Ζαφειρίου.
Η αναζήτηση όμως αυτή δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει τη συμφιλίωση με τους δικούς του νεκρούς: «Ίσως είναι καιρός τους νεκρούς που κράτησες μέσα σου να τους ελευθερώσεις/ ―τις νέκυιες σκιές που κατέχουν το μέσα σου./ Ίσως είναι καιρός τούτο το αγκάθι που σκλήρυνε μέσα σου/ να το αγγίξεις με την ίδια απαλότητα που αγγίζεις το άνθος». Κάπως έτσι αυτή η αποδοχή ή συμφιλίωση, το ρόδο που αναπόφευκτα φέρει και το αγκάθι του, φέρνουν και τους εναρκτήριους στίχους του «Επειδή έτσι γίνεται» στον τρόπο που εκκινεί και ο Ερωτικός λόγος του Σεφέρη («Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις/ μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί (…)/ από τ΄αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός»). Από αυτήν ωστόσο την πιο εμφανή ή έκτυπη σύνδεση έχει προηγηθεί μια άλλη, πιο υπαινικτική, μέσα από την αναφορά στα νερά της Στυγός. Έτσι, τα ύδατα αυτά θα μπορούσαν να μας φέρουν στον Νίκο Εγγονόπουλο, και συγκεκριμένα στο ποίημά του «Ο Μυστικός ποιητής», που φέρει την αφιέρωση/υπότιτλο «Hommage a RaveL». Πώς γίνεται αυτό, αφού στο εγγονοπουλικό ποίημα δεν αναφέρεται ρητά η Στύγα; Όπως έδειξε η Αλεξάνδρα Σαμουήλ σε μια εμπνευσμένη ανάγνωση του εγγονοπουλικού ποιήματος, ο τρόπος που αυτό ξεκινά, «η σκιά της λίμνης/απλωνόταν μες στο δωμάτιο», σε συνδυασμό με τον αναγραμματισμό της αφιέρωσης στον Ραβέλ (Le Var), μας οδηγούν σε μια κρυπτογραφημένη αναφορά στη Στύγα. Κι αυτό γιατί στο γαλλικό νομό Le Var, και συγκεκριμένα στο φαράγγι που δημιουργεί εκεί ο ποταμός Verdon, δημιουργείται μια στενωπός, ιδιαίτερα εντυπωσιακή, χάρη στον καταρράκτη και τη σκοτεινή σπηλιά της που μοιάζει να καταπίνει τα νερά του Verdon. Η δυσχερέστατη πρόσβαση στο σημείο αυτό οδήγησε τον Γάλλο σπηλαιολόγο Εντουάρ Αλφρέντ-Ματέλ να ονομάσει το σημείο αυτό το 1905 «Στυξ». Πρόκειται για μια ερμηνευτική πρόταση που ενισχύεται από την έμμεση αναφορά στη Στύγα, μέσω Παυσανία (και συγκεκριμένα στο Ελλάδος περιήγησις που γνωρίζουμε πως διάβαζε ο Εγγονόπουλος): στο χωρίο αυτό του Παυσανία η Στύγα επιφέρει το θάνατο όχι μόνο στα έμβια αλλά και στα άψυχα, κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνον που επιθυμεί να πεθάνει το ποιητικό υποκείμενο στον «Μυστικό ποιητή» του Εγγονόπουλου. Αν όλες αυτές οι δυνητικές συνδέσεις περνούν και στον έναν και στον άλλο ποιητή, και στον Εγγονόπουλο, όπως και στον Ζαφειρίου, μέσα από πυκνή διακειμενική σταυροβελονιά, είναι επειδή σε αμφότερους, κοντά στις εμφανείς συνδέσεις μπορούν πάντα να ενεργοποιηθούν και άλλες. Ο αναγνώστης κάποτε βοηθιέται στην ψηλάφησή τους, ακόμη και με την αναφορά συγκεκριμένων ονομάτων στο τέλος της ποιητικής συλλογής (μπορεί έτσι να ταυτοποιήσει κάποια από τα ονόματα ή έργα που πέρασαν από το μυαλό του – αναφέρονται για παράδειγμα τόσο ο Εγγονόπουλος όσο και ο Σεφέρης), και κάποτε όχι.
Εκείνο πάντως που είναι σαφές για όποιον γνωρίζει εν γένει το έργο του Ζαφειρίου, όχι μόνο το συγκεκριμένο, είναι ότι κοντά στις αναφορές σε άλλους λογοτέχνες, υπάρχουν ποικίλες και πολλαπλές αναφορές σε στίχους και εικόνες προηγούμενων δικών του συλλογών. Δημιουργείται έτσι συγχρόνως και μια εσωτερική ομοδιακειμενικότητα. Για παράδειγμα, κάτι αντίστοιχο με το σεφερικό ρόδο και αγκάθι που προαναφέρθηκε, απαντά και στην αρχή της προηγούμενης, βραβευμένης συλλογής του, «Πράσινος ουρανός, μπλε χορτάρι», στον εναρκτήριο στίχο της οποίας διαβάζουμε: «Πληθαίνει μέσα μου εκείνο το πουλί που ομολογεί το χρόνο/ σε φυλλωσιές, σε αγκαθιές,/εκείνο το πουλί κι αυτός ο χρόνος/ κι αυτό το δάσος, δάσος μου με το νωθρό του λύκο», όπως μια από τις ενότητες του «Επειδή έτσι γίνεται» επιγράφεται «κι όποιος μπει στο δάσος δεν φοβάται το λύκο του». Αλλά και το έξοχο «Τι άλλο μένει, για ν’ αφήσεις ελεύθερους τους νεκρούς που συντρίβουν το μέσα σου,/ από τούτο το αλώνι που λιχνίζει τη σοδειά του ο θάνατος» της τρέχουσας συλλογής, έχει το προηγούμενό του στον «Πράσινο ουρανό» σε αντίστοιχη αναμέτρηση με το χρόνο που λιγοστεύει «λιχνίζοντας το αλωνικό στην απεραντοσύνη». Αλλεπάλληλες εξάλλου στον «Πράσινο ουρανό» ήταν και οι αναφορές περί ματαιότητας («Είναι ο τρόπος να είμαι εδώ, σχήμα ατελές και μάταιο/ και έρμαιο που ηττήθηκε από το μάταιό του»), με τις οποίες όπως είδαμε εκκινεί και το «Επειδή έτσι γίνεται». Θα λέγαμε ότι η γραφή του Ζαφειρίου, όπως των περισσότερων πραγματικών δημιουργών, μοιάζει με ένα πελώριο δωμάτιο εσωτερικών αντηχήσεων, και αυτές είναι ακριβώς που συγκροτούν το ποιητικό εγώ. «Αφού εγώ δεν είμαι τίποτε άλλο παρά λογοτεχνία», όπως το έθεταν ήδη τα λόγια του Κάφκα στα Γράμματα στη Φελίτσε που ο Ζαφειρίου είχε βάλει ως μότο στον «Πράσινο ουρανό», με αυτά τα «αφού» και τα «επειδή» που προτιμά να αφήνει χωρίς άλλες σκαλωσιές, καθώς μπορούν να γαντζωθούν στο καθετί που τον διακρίνει.

Υπάρχει όμως και ένα εμείς που μιλά στο έργο του. Πολύ διάφορο του υψηλότονου, αναγγελτικού ή και κηρυγματικού εμείς παλιότερων ποιητών. Είναι το εμείς της ενοχής και της φθοράς, του πεπτωκότος ανθρώπου, και πάλι όπως και στον «Πράσινο ουρανό». «Είμαστε φτιαγμένοι από τη μνήμη μιας έξωσης/ (…) Είμαστε η παύση του Λόγου και ό, τι απ’ τον Λόγο διασώθηκε./ Και τώρα ξανά, στις αποστάσεις της ζωής πεζοπορώντας/ (….) ανεβαίνοντας πάλι στην πυρά του ενεστώτα». Ο Ζαφειρίου πάντα ξέρει να την ανεβαίνει αυτήν την πυρά. «Πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζεις/ πως κάθε τώρα είναι η πραγματικότητα του πάντοτε», όπως υπενθυμίζει στη δεύτερη ενότητα της συλλογής του. Κι ας μην ακούγονται, ακόμη και στη βιβλικών προδιαγραφών σκηνοθεσία που συχνά στήνει, οι εκκλήσεις για βοήθεια: «Και οι άγγελοι όλοι μακριά,/ σαν με ανήμπορα φτερά σε ανάποδο αέρα». Έτσι το ποιητικό υποκείμενο δεν είναι παρά ένας «απομένων στη δούλεψη ενός αδειανού παραδείσου/ ο φύλακας που δεν έχει πια τι να φυλάξει». «Επειδή έτσι γίνεται και η πτώση δεν είναι παρά το φρόνημα της σάρκας προς τα έξω/ η νίκη του ανθρώπου στη μάχη του με τη υπακοή». Η υπακοή δεν μπορεί να είναι άλλη από εσωτερική, το υποκείμενο δεν μπορεί παρά να βρίσκει μόνο του όχι μόνο τα προτάγματα, αλλά και τον προορισμό του.
«Χάθηκα μέσα στα χρόνια μου», μονολογεί ωστόσο η φωνή που μιλά. «Άλλοτε/ μου ήταν τόσο εύκολο να βρίσκω το δρόμο,/ να φεύγω και να επιστρέφω ξανά,/ τόσο εύκολο να κρύβομαι μέσα στο κέλυφος των αποχωρισμών. Άλλοτε δεν φανταζόμουν έτσι αυτό που μένει πίσω απ΄ το λυγμό του». Τώρα μια άλλη ωριμότητα ή αποδοχή μοιάζει να ανατέλλει. «Επειδή έτσι γίνεται και η λύπη πρέπει να κοιτάξει τη λύπη, για να νοήσει/ τη λύπη», όπως το λέει το παραλλαγμένο από τον Ζαφειρίου σεφερικό μότο, που κι εκείνο ήταν παρμένο από τον πλατωνικό Αλκιβιάδη (ο Σεφέρης το συσχετίζει και με το ποίημα του Μποντλέρ «Ο θάνατος των εραστών»). Σε αυτήν την σκυταλοδρομία, όπου η ψυχή ανταλλάσσεται με τη σκυτάλη της λύπης, το διακύβευμα παραμένει ίδιο: πάντα/ήδη ο άλλος, μόνο μέσα από εκείνον θα καταφέρουμε να κατανοήσουμε ή να καθησυχάσουμε κάπως τον εαυτό.
Έτσι κι ο ποιητής στρέφεται στους δικούς του άλλους, στη δική του άλλη και παντοτινή εποχή, την παιδική ηλικία, «τότε» που «δεν ήταν λέξεις, για να τα πεις αυτά,/ για ήχους και μυρωδιές και για τ΄άλλα που ένιωθες,/ για τις γωνιές του υπογείου όπου έβρισκε τόπο και τρόπο η φύση σου». «Επειδή έτσι γίνεται και μες στον καθένα υπάρχει και μια άλλη ζωή/ εκείνη που αλλιώς αφηγείται». Αυτήν την άλλη ζωή, ακούμε στην τρίτη ενότητα, την πιο προσωπική, στα διάφορα θεσσαλονικιώτικα λημέρια: το παιδί που έβλεπε τις ταινίες του θερινού «Άλεξ» από το παρακείμενο γιαπί, εκείνο που συνέθλιβε στα χέρια του το καναρίνι, «ο έφηβος που κλωθογύριζε άπραγος έξω από το ημιυπόγειο της Φωφώς,/ όπου μετριόνταν ανδρισμοί και ριμαδόροι μαθητές θα το πω, θα το πω/στην πουτάνα τη Φωφώ», ή που στη διάρκεια μιας σκοπιάς αποτελείωνε με διαδοχικές πετριές μια χελώνα. «Τότε δε θα σε τρόμαζε η σκέψη ότι αυτό που τώρα θυμάσαι/ είναι σαν το γρατσουνισμένο σημείο όπου πηδάει πάντα η βελόνα/ (…) ή σαν τον μονόλογο του ηθοποιού που γυροφέρνει πάνω στη σκηνή,/ παγιδευμένος στο σκηνικό ενός δάσους που δεν ξέρει πώς να διασχίσει». Τώρα ξέρει να αναμετράται με το βάρος της μνήμης, να κοιτάζει κατάματα το φόβο, και ας γέρασε μέσα σε αυτήν την προσπάθεια ή διαδικασία: «Επειδή έτσι γίνεται κι όποιος μπει μέσα στο δάσος δεν φοβάται το λύκο του/ κι όποιος μείνει στο δάσος γίνεται ο λύκος που γερνάει κυνηγώντας το φόβο». «Επειδή έτσι γίνεται κι ενώ τώρα γύρω μας πυκνώνει το πένθος/ (…) κι ενώ η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα-ένα τα παλιά της φαντάσματα», έρχονται κι άλλα ρεύματα, κι άλλες ριπές των αναμνήσεων: «έρχεται από ψηλά ένα αεράκι που φέρνει μαζί του/τις μυρωδιές του ανθόκηπου απ΄την αυλή του σχολείου μας,/ το χειροκρότημα στη γιορτή της 25ης Μαρτίου,/ τότε που εσύ έπαιζες τον ήρωα Οδυσσέα Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς/ κι εγώ ―για θυμήσου Μιχάλη―,/ όχι, δεν ήμουν ο «Ωραίος ως Έλλην» στρατηγός Σιμόν Μπολιβάρ/ μα ο βοηθός που ανοιγόκλεινε την αυλαία».

Όπως και τότε ο Ζαφειρίου, ξέρει πάντα να ανοιγοκλείνει την αυλαία των αναμνήσεων, κειμενικών και προσωπικών, το απέραντο θέαμα της ζωής με τους επιλεγμένους άλλους της, τις κακοτοπιές, τις ανηφόρες και τα λαμπρά της ξέφωτα. «Κι αν υμνείς την πνοή που σηκώνει τη λύπη σου», όπως το θέτει το ποιητικό υποκείμενο, «κι αν το πνεύμα σου ψάχνει το φύλλο που αντιστέκεται πριν πέσει στη γη/ κι αν αυτό που ραγίζει και σπάει τ’ ονομάζεις και πάλι ζωή» και εμείς από την πλευρά μας το ονομάζουμε τέχνη.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: