Άδυτο Αγίων. Ο τίτλος κρύβει μια γοητεία, όπως και η πληροφορία στο βιογραφικό σημείωμα του Θόδωρου Πετρόπουλου, στα εσώφυλλα, ότι πρόκειται για το πρώτο του ποιητικό βιβλίο. Ένας αναγνώστης με φαντασία δεν μπορεί παρά να αρχίσει, από την πρώτη στιγμή, να ανακαλύπτει κρυμμένους θησαυρούς που προαναγγέλλουν την εξέλιξη και μελλοντική προσφορά του ποιητή. Και πρώτα απ’ όλα, η ευλαβική γραφή του, πλαισιωμένη με ρυθμό και ποιητικότητα, επιβεβαιώνει την αίσθηση ότι ο γράφων γεννήθηκε ποιητής.
Ο χαρακτηρισμός «πρώτο βιβλίο» δεν σηματοδοτεί έλλειψη πείρας στη γραφή ή ένδεια πυκνότητας του λόγου. Π.χ., η επανάληψη του μονοσύλλαβου συνδέσμου να αρκεί, για να φτάσουμε στο σύνθετο «Να με υπάρχεις» (σ. 15): υπάρχω στη σκέψη σου, άρα υπάρχω και στην πραγματικότητα, γιατί εσύ όντως υπάρχεις. Η μοναχικότητα είναι κατάκτηση και μας δίνει δύναμη για την πιθανή μοναξιά που απειλεί όλους μας. Και βέβαια, η μοναξιά δεν είναι ποτέ το ζητούμενο. Απροσπέλαστη καθώς είναι, έρχεται εντελώς απρόσκλητη, όπως το «άδυτο» του τίτλου, αλλά με αντίθετη φόρτιση. Οι κραυγές φρίκης, οι ικεσίες του παιδιού που δολοφονείται από άλλα παιδιά, «Μη με κτυπάτε άλλο» (σ. 13), δεν τραβούν την προσοχή των περαστικών, που επιλέγουν να κοιτάζουν τις βιτρίνες. Η κοσμοαντίληψή τους αποκαλύπτεται εκείνη τη στιγμή: τα υλικά αγαθά εκπροσωπούν το «εγώ», αξίζουν περισσότερο από τη ζωή ενός αθώου. Το παιδί που πήγε στο παιχνίδι του θεού του πολέμου, ας χάσει, όχι απλώς το παιχνίδι, αλλά και τη ζωή του. Στοχάζονται, αναιρώντας την έννοια του στοχασμού. Εκφράζονται, σαν να μην ήταν το μέλλον αόρατο:
Οι περαστικοί περνούν.
Ο ένας δείχνει στον άλλο
ένα παιδί που το χτυπούν.
Κοιτούν τις βιτρίνες, τον δρόμο, το κινητό τους. (σ. 13)
Στίχοι συγκρατημένοι, που εκφράζουν βαθιά συγκίνηση με δέος. Η βία είναι πλέον τρόπος ζωής. Δεν πρόκειται μόνο για ομάδα παιδιών που επιτίθεται σε ένα παιδί. Οι μεγάλοι, προφανώς αδιάφοροι, κοιτούν το κινητό τους, για κάποιο μήνυμα, αλλά γιατί να το χρησιμοποιήσουν να καλέσουν σε βοήθεια; Στο ποίημα «Πύλη» (σ. 35), η σταθερότητα, συνώνυμο της αδιαφορίας, υπερισχύει της αξιοπρέπειας. Και αυτή τη στιγμή συνειδητοποιώ ότι η απάντηση είχε ήδη δοθεί νωρίτερα στο βιβλίο, με την πολύσημη γλώσσα του ποιητή, σαν να υπογραμμίζει το παράλογο στο οποίο ζούμε:
Συνεχίζουμε στη θύελλα βέβαιοι πως θα σωθούμε. (σ. 9)
Μέσα στην τρικυμία, το ποίημα κλείνει συνειδητά με τη χρήση αφελούς αισιοδοξίας, ενώ η ώριμη γραφή, με εμπλουτισμένα σημαίνοντα, μιμείται τον άνεμο που χαστουκίζει τις λέξεις του ποιήματος:
Ο άνεμος χαστουκίζει τις λέξεις.
Ο χρόνος λυσσομανά
στα σοκάκια του κόσμου.
(σ. 13)
Αυτή είναι τελικά η ιστορία του ανθρώπου; Τι απέγινε το μεγαλείο του; Ο εγκέφαλος, κατ’ εικόνα του σύμπαντος, έχει αναχθεί σε εμπόρευμα και πουλιέται πλέον στην αγορά, είτε είναι πλασμένος με τα χέρια του Δημιουργού, είτε, όπως ισχυρίζεται ο Kant, και θα συμφωνήσει ο Einstein, πλασμένος από το σύμπαν με εντολή του Δημιουργού, που αναπαύεται μετά την πρώτη μέρα.
Παύσεις και σιωπές κατέχουν εξέχουσα θέση. Τι είναι όμως παύση; Τι είναι σιωπή;
Παίζεις με τις σιωπές.
Τις παύσεις. […]
Πίσω απ’ τα βλέφαρα σ’ ακούω να χαμογελάς.
Γεύομαι της σιωπής τις παύσεις
(σ. 8).
Η παύση είναι ένα θεατρικό, λογοτεχνικό φαινόμενο. Δεν είναι συνώνυμο με τη σιωπή. Τη σιωπή ακολουθεί η Δημιουργία, η αρχή της ύπαρξης. Μετά την παύση, δημιουργούμε θεατρική δράση, αρχή της καλλιτεχνικής μορφής μας. Άραγε οι δύο τρόποι ζωής θα κάνουν ποτέ τον κόπο να ενωθούν βαθιά μέσα στην ανθρώπινη ψυχή;
Ο καθένας μας κι ένα νησί, ξεχωριστό από τον πλανήτη Γη και τον άνθρωπο, γράφει ο ποιητής μας (σ. 28), σε αντίθεση με τον σύγχρονο του Shakespeare, Άγγλο ποιητή, John Donne: «No Man is an Island», η ανθρωπότητα είναι όλη μια ψυχή, είμαστε μια ήπειρος όλοι μαζί, καθένας μας ένα κομμάτι της στεριάς. Ο Πετρόπουλος θρηνεί, δεν θριαμβολογεί όπως ο Donne. Ξέρει ότι ζούμε σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη κοινωνία. Ο άνθρωπος είναι εγκλωβισμένος στη μοναξιά του, μέσα στο υπερτροφικό Εγώ του. Κάθε κίνησή μας επιφέρει αδόκητη αλλαγή στο σύμπαν. Η βροχή πεθαίνει, η θάλασσα ξαναγεννιέται (σ. 7):
Τακτοποιώ την οικουμένη.
Παράθυρο που κλείνει.
(σ. 26)
Είμαι νησί […]
Είμαι νησί, τ’ ακούς;
Τι γυρεύεις στην ακτή μου;
(σ. 28)
Τελικά, όταν το σπίτι φεύγει, μιμούμενο κάθε μας κίνηση, γυρνά και μας κοιτά:
Το σπίτι φεύγει.
Το κοιτάζω προσεκτικά.
[…]
Το σπίτι με κοιτά.
Το σπίτι φεύγει. (σ. 10)
Εξακολουθεί, ωστόσο, να είναι η εστία μας, το εγκαταλείπουμε, μας εγκαταλείπει:
[…] είμαστε νέοι ακόμη, γερνάμε, τα παιδιά φεύγουν, φοβόμαστε, φοβόμαστε, τα παιδιά γυρνούν, ξαναφεύγουν κάνουν τα δικά τους σπίτια (σ. 10)
Η Ισμήνη σκέφτεται την αδελφή της. Με τιθασευμένο μεταφορικό λόγο, που συγκλονίζει με τη λιτότητά του, η εποχή προσωποποιείται, αντικαθιστά την Αντιγόνη, μόνη της μια αιωνιότητα, ολομόναχη, η ανθρωπότητα ολόκληρη:
(Μαύρο κυλά –ακόμη–
το αίμα της αδερφής της
στον κρόταφο της εποχής). (σ. 41)
Ενώ εμείς ψάχνουμε λευκές σελίδες σε υπόγεια, εκεί που κρύβονται τα θαύματα του παρελθόντος:
Κι εσύ σε βιβλιοθήκες μυστικές
θαύματα γυρεύοντας
σελίδες να διαβάζεις λευκές
(σ. 29).
Η λευκή σελίδα υποδύεται νέο ρόλο. Απομακρύνεται από την εσωτερική ποίηση και ανάγεται σε θαύμα που κρύβεται ανάμεσα σε λέξεις, στα βάθη βιβλιοθηκών, για να παραμείνει ανεξήγητο και να ανακαλυφθεί από τον δημιουργικό αναγνώστη. Διαβάζοντας τη λευκή σελίδα, ανοίγουμε το δρόμο που οδηγεί στα μυστήρια της ψυχής μας και στην ποιητική δημιουργία.
Το πρώτο ποιητικό βιβλίο του Θόδωρου Πετρόπουλου κρατά τον αναγνώστη δέσμιο μπροστά στις λέξεις, που κρύβουν επιμελώς τα μυστικά τους και τον δεσμεύουν να βλέπει την ποίηση στα μάτια. Την μετατρέπει σε θεολογικό-φιλοσοφικό στοχασμό και μας καλεί να δημιουργήσουμε τον κόσμο από την αρχή.