
Η εύρεση του τίτλου τόσο για μια ποιητική συλλογή όσο και για ένα ποίημα δεν είναι πάντα αποτέλεσμα τυχαίας επιλογής και ούτε έχει ως κριτήριο την πιο εύηχη εκδοχή ανάμεσα σε πολλές. Δεν είναι μια εθιμοτυπική διαδικασία, προκειμένου να μην είναι άστεγα τα ποιήματα ή η συλλογή μας. Τουναντίον, όπως συμβαίνει και στο όνειρο, μια άλλη γλώσσα που υποδύεται έναν απλό τίτλο έρχεται να αποκαλύψει για εμάς ένα σωρό πράγματα.
Τα γενέθλια είναι μια λέξη εξόχως ελληνική και σοφή. Αν σκεφτούμε ότι δεν γράφεται με δύο ν, ώστε το πρώτο μέρος να μη συνδέεται ετυμολογικά με τη γέννα ή το ρήμα γεννώ αλλά με το ουσιαστικό «Γένεσις», τον αρχετυπικό δηλαδή ορισμό της Δημιουργίας και αν στη συνέχεια σκεφτούμε ότι το δεύτερο μέρος είναι κατά τους Ορφικούς ο όρος «Άθλος», τότε Γενέθλιον ή γενέθλια ονομάζεται η Γένεσις δηλαδή, η απαρχή, η εκκίνηση ενός μεγάλου Άθλου της ψυχής που ονομάζεται Ζωή.
Την έναρξη του άθλου της ποιητικής της ζωής γιορτάζει η Ειρήνη με ένα τουρτάκι που εμπεριέχει γεύσεις γλυκές και αλμυρές, όστρακα, χώμα και κελύφη, βουή και αντάρα ποταμού όλα αειθαλή / ψημένα ιζήματα / με θέλημα ατάραχο. // Να ψηλώνει η ζωή.
Γιορτάζει τη ζωή αναμειγνύοντας σε ένα όλα τα υλικά της. Και αυτή είναι εντέλει η πεμπτουσία του βίου. Η συνεργασία των επιμέρους, προκειμένου να προκύψει η σύνδεση με το ένα, μέρος του οποίου άλλωστε είμαστε όλοι. Με μια μικρή διευκρίνηση. Το τουρτάκι δεν συμβολίζει απλώς την ενότητα. Το ένα δηλαδή δίπλα στο άλλο. Είναι η επιτομή της ενοποίησης. Είναι το αδιαχώριστο και το αξεδιάλυτο, η ανάμειξη που συμβάλλει στο ενιαίο. Και τότε τίποτα δεν υπάρχει ξέχωρο από το διπλανό του. Κανένα υλικό δεν εξέχει ανάγλυφο. Κανένα δεν βροντοφωνάζει την ιδιότητά του. Η ζάχαρη δεν διεκδικεί μερίδιο προσοχής ανώτερο από εκείνο του βουτύρου ούτε το αλεύρι και τα αμύγδαλα θέση πρωτοκαθεδρίας μεγαλύτερη από την κουβερτούρα ή τη βανίλια. Όλα συμβάλλουν αθέατα και ορατά στη γεύση της αγάπης.
Η ποίηση της Ειρήνης Ασημένιου είναι ποίηση της αποδοχής και την ίδια στιγμή είναι ποίηση της άρνησης. Είναι η δήλωση πως εν πλήρη γνώσει και επιγνώσει επιλέγει να σταθεί ενώπιον εαυτού και να αρθρώσει λόγο κατηγορητήριο και λόγο φανέρωσης.
Σαν να λέει: Δεν πηγαίνω ανυποψίαστη στη σφαγή. Γνωρίζω κι ας μην κατανοώ κι ας μην συμπλέω. Μια ανάγκη επιτακτική να διαχωρίσει τη θέση της από την αφέλεια των ανίδεων και να δηλώσει παρούσα στην αμφισβήτηση και τη διερεύνηση.
Δεν αρκείται να βαδίζει αμέριμνη στην κρούστα της επιφάνειας. Τη νιάζουν οι μέσα ιστοί και οι φλέβες. Προσπερνάει το δέρμα. Στη δύσκολη αυτή εξόρμηση επικαλείται να τη συντρέξει η γλώσσα που μας επιστρέφει στην πρωτογενή μοίρα και με μικρές τομές ανοίγει αυλάκια να αναβλύσει το νερό της κάθαρσης.
Εννοείται πως όλα απόπειρες απέλπιδες αποδεικνύονται, ως επί το πλείστο, για τους βροτούς, όμως η ποίηση δεν το βάζει κάτω. Γιατί η ποίηση συναλλάσσεται με το αόρατο αλλά αληθινό, για να αποκαλύψει την ένδεια, την ανεπάρκεια του πραγματικού. Την όραση των οφθαλμών τότε έρχεται να την αντικαταστήσει η άλλη όραση, και κάπως έτσι δικαιώνεται ο στίχος του Μπλάνα στην Αυτοκρατορία: «Σε λίγο έρχεται το τέλος της ιστορίας, τι να τα κάνεις τα μάτια;».
«Μονάχα απόλυτοι αριθμοί / θάνατοι μικροί / στην τρίπτυχη ύπαρξή μας. / Άπαξ και ακούστηκε / έχει ήδη τελειώσει./ Ρόγχος μεταθανάτιος / που παίζεται ξανά και ξανά / σε θάλασσα, γη και ουρανό / ωσότου να εμπεδωθεί / φόρος τιμής για τα απολεσθέντα. / Χωρίς τη λύπη της απόσχισης / χωρίς κραυγή γι’ αυτούς που μένουν / δίχως το κλάμα των μαυροφορεμένων», θα πει στο ποίημα «Ελέω Εκάτης». Πρόκειται για την Εκάτη στο πρόσωπο της οποίας ο ποιητής της Θεογονίας, Ησίοδος, αναγνωρίζει την πανίσχυρη Κυρία των τριών βασιλείων: της γης, του ουρανού, της θάλασσας. Όλα τελούνται κάτω από τη χθόνια επίβλεψή της, μια ιδιότυπη συμφωνία που, αν και γνωρίζουμε την έκβασή της, εκούσια την παρακούμε, για να γίνει κάπως ανεκτό το υπόλοιπο της διαδρομής. Και η έκβαση είναι το ήδη προδιαγεγραμμένο τέλος από αιώνων, ένα κληροδότημα που αδυνατούμε να το αποσείσουμε. Μάλιστα, στον στίχο της Ειρήνης «άπαξ και ακούστηκε έχει ήδη τελειώσει», ακούω το ανάλογο που δήλωνε ο ήρωας του Μπέκετ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό»: «Ξεγεννάνε καβάλα σ’ ένα τάφο, αστράφτει το φως μια στιγμή, κι ύστερα πάλι σκοτάδι».
Η γραφή της Ειρήνης Ασημένιου διεισδύει άφοβα σε περιοχές αχαρτογράφητες και τολμά να φτάσει στο μεδούλι και αυτής ακόμα της ποιητικής διαδικασίας. Συνειδητοποιεί πως η γλώσσα είναι η απαρχή των πάντων και είναι αυτή που αρδεύει από τον Λόγο, για να μας κοινωνήσει αποκόμματα του ολόκληρου που πάντοτε θα μας διαφεύγει. Αναγνωρίζει στη γλώσσα τον φωτεινό παντογνώστη, τον οδηγό και δάσκαλο, που όλοι αδέξια κάποτε τον μιμούμαστε, όπως μιμούνται οι ανήλικοι τους μεγάλους. Την παρουσιάζει να κάθεται κάποτε άνεργη και αδικαίωτη, «Κάθεται ανέγγιχτη και δανεική / ― συνταγογραφημένο δεκανίκι / για τους φιλόδικους», ως τη στιγμή που θα «την ακουμπήσει ο ποιητής αυτός που πάντα ονειρευόταν να αποτύχει». Και εδώ στον στίχο αυτό περικλείει την πιο βαθιά αλήθεια, την πλέον έντιμη ομολογία, γιατί, ναι, ο ποιητής είναι αυτός που ξεκινά ηττημένος από την εγγενή του αδυναμία να ανασύρει πλήρες το νόημα, ηττημένος από την ανεπάρκειά του να αρθρώσει ακέραιο εκείνο που συλλαμβάνει.
«Η σύλληψη δεν είναι καν το ποίημα. Η τελειότητα δεν είναι πια το ποίημα», θα δηλώσει απελπισμένος ο Αλέν Μποσκέ. Γι’ αυτό και η Ασημένου δεν υπολήπτεται την ποίηση που αγωνιά να αποδειχτεί τέλεια και καλοδουλεμένη, δεν θαυμάζει το προσεκτικό και άψογο που αποβλέπει στον θαυμασμό των πολλών. Η ποίηση για την οποία μιλά «Γράφεται στα περιθώρια / σαν επεξήγηση / για τα ουσιαστικά εκείνα /που παρέπεσαν».
Θίγει έτσι το ζήτημα της καλοδουλεμένης, της πεποιημένης ποίησης ή αλλιώς το ζήτημα των γνωστών κατασκευών που βασίζονται σε εύκολα ξεπατικώματα αλλότριων τρόπων βαδίζοντας εκ του ασφαλούς σε χνάρια άλλων. Αυτού του είδους την ποίηση την παρομοιάζει με «βαρυφορτωμένο ποδήλατο / με μπαγκάζια από άλλα ταξίδια / ξένα, απρόθυμα / κάποτε επί χρήμασι». («Ατίθασος τοίχος»)
Πίσω από το βαρυφορτωμένο ποδήλατο ακούω τον ορισμό του Εμπειρίκου για την ποίηση ως «ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου». Για την Ασημένιου η ποίηση γράφεται στα περιθώρια των βιβλίων και αποφεύγει την πόζα. Ξεκινά ηττημένη και θυμίζει την απάντηση του Ντίλαν Τόμας σε φίλο του.
«Όλες οι λέξεις σου, του έγραψε, είναι όμορφες, μα φαίνονται υπερβολικά διαλεγμένες ̇ διακρίνω το ευαίσθητο μάζεμα των λέξεων, μα όχι το δυνατό, αναπόφευκτο ξεριζωμό τους, που μετατρέπει το ποίημα σε συμβάν, σε χάπενινγκ […]
Δεν σου ζητάω ευτέλεια, μολονότι την επιθυμώ ̇ σου ζητάω λίγη δημιουργική καταστροφή, καταστροφική δημιουργία...» («Αυγά γεννημένα από τίγρεις»)
Το ανεπιτήδευτο και η καταστροφική δημιουργία έχουν την τιμητική τους στους στίχους της συλλογής ως στάση και φιλοσοφία της ίδιας, κάτι που μνημειώνεται σε ποιήματα ενσταντανέ και αποσπάσματα βίου ανειδίκευτου. Μιλά για κάποιες γυναίκες που «Κάθονται όλες αφτιασίδωτες / στη μέση της αυλής / και συζητούν. // Πίσω τους / τα νυφικά σεντόνια απλωμένα / δίπλα από εκείνα του νεκρού. // Ο ήλιος δεν έχει ακόμα σηκωθεί / να κυνηγήσει τους αδέσποτους. // Κι εκείνες / που τώρα έμειναν δίχως δεσπότη / με μάτια απέναντι κλειστά / κρατούν το στόμα ανοιχτό / να πουν η μια στην άλλη / την αλήθεια. («Της Ανατολής»)
Εντέλει με μάτια κλειστά διαβάζεται η αλήθεια και μόνο από εκείνες τις αφτιασίδωτες, στη μέση της αυλής που έχοντας προσπεράσει και τη γιορτή και τον θρήνο, τα νυφικά σεντόνια και τα σεντόνια του νεκρού, είναι σε θέση να ομολογήσουν εκείνο που δεν είναι βολικό στους πολλούς να το αρθρώσουν. Την αλήθεια.
«Κακής ποιότητας τα λόγια σου / δεν την τολμούν ακόμα την αλήθεια / κι ας προσπαθείς», θα πει στο ποίημα «Καρδιογραφήματα».
Ποιήματα μικρές συμφωνίες με τη ζωή και την ελευθερία, ώστε να επισυμβεί ο θάνατος του θανάτου. Γιατί μονάχα η ελευθερία ξεριζώνει τους ασφόδελους, μονάχα εκείνη συνομιλεί και αμφισβητεί το αμετάκλητο, η μόνη αμετανόητη στάση της ψυχής απέναντι στις τόσες συμβάσεις, στα όρια και τις εξουσιαστικές σχέσεις που ελέγχουν. Τολμά και δείχνει τον τρόπο και την κίνηση.
Έξω απ’ το αυτοκίνητο / τα χέρια ελεύθερα / οι δρόμοι δεμένοι με σχοινιά / οι πορείες καθορισμένες από δορυφόρους. // Στην άκρη ανθισμένοι ασφόδελοι/ θα θυμίζουν / πως υπάρχει ορισμός στο μοιραίο / πως τα αγκάθια ανθίζουν κι αυτά / κι όταν ανθίζουν δεν κόβονται./ Τα σχοινιά μόνο κόβονται / οι δορυφόροι γκρεμίζονται / τα αγκάθια δεν μαλακώνουν / πληγώνουν / ακόμα και όταν μαραίνονται. // Τα πόδια ελεύθερα / τα χέρια ελεύθερα / η σκέψη αλλάζει // φωτιά στον ορίζοντα / τα χέρια ελεύθερα / τα μάτια ανοιχτά. // Ελεύθερα. («Τα άνθη του ασφόδελου»)
Το ταξίδι ως προορισμός γνώσης που επαγγέλλεται τη μεταμόρφωσή μας λειτουργεί στην ποίηση της Ειρήνης Ασημένου σαν βουτιά σε πελάγη άγνωρα, γεμάτα μυρωδιές και πρόσωπα που η ιστορία των μύθων τους γίνεται ο παραμυθητικός λόγος του βίου τους και η φιλοσοφία της ζωής τους. Η εικόνα των τόπων υποσκελίζεται από το νόημα που φέρει η κάθε νέα γη, από την αύρα, την αχλύ που ίπταται πέραν του ορατού και καταγεγραμμένου. Στο ποίημα «Από το Κιότο Τόκιο», θα γράψει:
Κανένας οδηγός / δεν πρόσεξε τις αβαρείς συνήθειες / της αμαξοστοιχίας / την άκαμπτη ανάγκη για το αθόρυβο / την εξιλέωση / προσώπων χωρίς ράγισμα / ανέγγιχτων στο ισοζύγιο κεριού και πορσελάνης».
Για να καταλήξει:
«Κανείς δεν φωτογράφησε το φως / γιατί ήταν πολύ γρήγορο. / Προλάβαμε, όμως, ευτυχώς τις ανθισμένες κερασιές / ―Sakura για το μεταξύ ― / απ’ το παράθυρο του τρένου».
Το τοπίο γίνεται γλώσσα και οι λαοί μιλούν την ίδια πάντα αγωνία του αδικαίωτου, εκείνου που πάντα εκκρεμεί. Και εκείνο που εκκρεμεί είναι η ευτυχία και η ασφάλεια. Πλάσματα ανυπεράσπιστα είμαστε και φοβισμένα. Κι όμως, σε όλα η ποίηση έρχεται να αποκαλύψει το άλλο νόημά τους και η έτοιμη συνείδηση της Ειρήνης είναι σε θέση να το διαβάσει. Το διαβάζει ακόμα κι όταν βλέπει το φύλλο μιας αγκινάρας που όταν το ξεφυλλίζει ώσπου να φτάσει στην καρδιά της αγκινάρας, για να τη γευτεί, αυτό την παραπέμπει στην αγωνία όλων να βρουν το μαλακό εκείνο μέρος των ανθρώπων που, αν και παραμένει ερμητικά κλειστό, ωστόσο κάποτε ευελπιστούν να ανθίσει.
«Μου δίνεται άγουρο / το φύλλο της αγκινάρας. / Πασαλειμμένο με λεμόνι και αλάτι ωραίο στη γεύση τραγανό και απρόσιτο. / Ύστερα, ένα ακόμα / κι άλλο ένα / ώσπου να λείψουν οι ανυπεράσπιστοι / ―θέλει γερό στομάχι η αποστολή― για μια καρδιά που μένει αλώβητη / κλειστή / μέχρι ν’ ανθίσει».
Το ταξίδι στην ποίηση της Ειρήνης είναι η περιπλάνηση του βλέμματος σε ό,τι κινείται όχι μόνο εκτός του τόπου της αλλά και εντός. Μια απλή περιήγηση στην πόλη της και το βλέμμα της πέφτει σε έναν τοίχο τής θυμίζει πως η Λεμεσός κάποτε ήταν η πόλη των ρομαντικών. «Πόλη άδεια / προς πώληση. / Τα ντουβάρια, καθώς πέφτουν, ξεγράφονται / τα συνθήματα κρύβονται./ Βλέπεις / δεν ανεβάζουν τώρα την αξία οι έρωτες. / Κάποτε ήταν κάπου γραμμένο: / Έλλη γύρνα πίσω, η Κύπρος σε περιμένει. / Τα χρόνια πέρασαν, το κόκκινο κρύφτηκε. / Από πάνω σοβάς και τραχύ πωλητήριο. // Η Κύπρος δεν περιμένει τίποτα πια. «Χρώμα στο χώμα» Όμως η ποιήτρια περιμένει και γι’ αυτό γράφει, γι’ αυτό ταξιδεύει. Κι όσο κι αν η Κική Δημουλά στο «Λίγο του κόσμου» διατείνεται: «Ταξίδεψα μάλιστα. / Πήγα κι από ’δω, πήγα κι από ’κει…/ Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος», («Πέρασα», Το λίγο του Κόσμου, 1971) εντούτοις η Ειρήνη ταξιδεύοντας καταλήγει πως δεν είναι η φυγή η λύση, αφού, όταν φεύγουμε ουσιαστικά αποφεύγουμε να αντικρύσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Διαφωνώντας μάλιστα με τη φράση του Σαρτρ στο «Κεκλεισμένων των θυρών» πως «Η κόλαση είναι οι άλλοι», γράφει πως η κόλαση είμαστε εμείς και η αδυναμία μας να σπάσουμε το είδωλό μας στον καθρέφτη. Δεν φεύγουμε για να ξεχάσουμε, αλλά για να ξαναθυμηθούμε την αλήθεια που μας διαφεύγει πως η ελευθερία μας είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε.
ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: HANOI, VIETNAM
Οι Λωτοί
στο ανατολικότερο κομμάτι
της παλιάς Ινδοκίνας
χρόνια καταναλώνονται
μα δεν ξεχνά κανείς.
Μπαίνουν με θράσος
σαν μυρωδιά στο φαγητό
σαν πράσινο καρύκευμα στις σούπες
και σαν ζαχαρωτά στις τελετές τσαγιού
για να θυμίζουν με τη γλύκα τους
πώς είναι να ονειρεύεσαι.
Εκεί, η τροφός αποξεχνιέται
από τα δυνατά λουλούδια τους
απ’ τους ευωδιαστούς καρπούς τους
κι από υποσχέσεις
εραστών και υποπρόξενων
πάντοτε ανεκπλήρωτες.
Μετά ξυπνά
κι ανακατεύει τα τσουκάλια
τραγουδώντας.
Κρατά εκείνον τον σκοπό
που κυκλοφόρησε στις σκοτεινές στοές
της πόλης του Hanoi.
Εκείνον που
αν σήμερα σταθείς στην είσοδο του δρόμου
και κάνεις μία παύση
θα τον ακούσεις να χτυπά
σε φύλλα μπανανιάς
στις ξεχασμένες σκαλωσιές
των γαλλικών σπιτιών
στο κατακάθι του δυνατού καφέ τους.
Στις πέντε κορυφές των αστεριών.
Σ’ εκείνη την ιδέα της ελευθερίας
που, αν ξεθυμάνει, αλίμονο
μπορεί να νοθευτεί με σκέψεις άρρυθμες
όπως οι αναθυμιάσεις καταγώγιου.
«Όσο θυμόμαστε
είμαστε ελεύθεροι», λένε
κι ας ζέχνει η πόλη απόνερα
κάτουρα και φύλλα ξεραμένα
του Λωτού.
Το Τουρτάκι γενεθλίων, άρτι αφιχθέν και ολόφρεσκο, μας καλεί να γευτούμε την αίσθηση της συνύπαρξης όλων των υλικών, σε μια σύνθεση όπου τίποτα δεν υπάρχει για να ξεχωρίσει από το άλλο, όπου όλες οι επιμέρους γεύσεις κατατείνουν στη μία και μοναδική απόλαυση της εορταστικής διάθεσης για τη ζωή που κάθε μέρα γεννιέται και γεννιέται και μας γυμνάζει στο άθλημα της αγάπης.