
Το Κράμα (ή, γλώσσα: μηχανή) είναι το πρώτο ποιητικό έργο του Θοδωρή Χιώτη στα ελληνικά, μολονότι ο ίδιος έχει αρκετές δημοσιεύσεις, αυτοτελείς αλλά και σε περιοδικά και σε τόμους στα αγγλικά, ενώ έχει επίσης επιμεληθεί τη γνωστή ανθολογία Futures: Poetry of the Greek crisis (2015).
Διαβάζω ποιήματα του Θοδωρή Χιώτη για πάνω από είκοσι χρόνια. Αυτό σημαίνει στην πράξη πάρα πολλές λέξεις. Αυτός ήταν και ο τίτλος ενός ποιητικού μπλογκ που είχε παλιότερα. Γιατί είναι αλήθεια πως ο ποιητής ξεχειλίζει από λέξεις. Αρχαίες, νέες, γνωστές, άγνωστες, ξένες, κατασκευασμένες. Τις τοποθετεί αριστερά και δεξιά, πυκνές τόσο που σχεδόν δεν διαβάζονται, αραιές σαν αρχιπέλαγος, κρεμασμένες ανάποδα, κολλημένες σε σπείρα, κατηφορίζουν στον Άδη, διαγράφονται. Δεν υπάρχει πειραματισμός με αυτά τα σημαδάκια που να μην τον έχει δοκιμάσει, μάθημα από την καλλιτεχνική πρωτοπορία που να μην το έχει αφομοιώσει, περασμένο βέβαια και από το φίλτρο των ηλεκτρονικών μέσων. Ο εφιάλτης της σελιδοποιού, η χαρά της δημιουργικής ανάγνωσης.
Σ’ αυτή τη συλλογή, η γλώσσα, «αυτή η γλώσσα που μου δόθηκε», όπως αναφέρει στην αρχή απηχώντας τον Ελύτη, δεν έχει εθνική υπερηφάνεια, μεταφυσική, ούτε και διαφάνεια. Δεν είναι θησαυρός για να εκφραστείς πλουσιοπάροχα, αλλά ούτε και τζάμι που προσποιείται ότι λείπει για να δεις ανεμπόδιστα από πίσω. Έχει μια υλικότητα, που το βιβλίο δεν σ’ αφήνει να ξεχάσεις. Δεν σ’ αφήνει δηλαδή να ξεχάσεις ότι σκέφτεσαι με τη γλώσσα, όποια έτυχε να είναι αυτή που σού δόθηκε, όποια είναι αυτή που της δόθηκες («στη γλώσσα δόθηκε αυτό το εγώ»). Η συλλογή καταφέρνει όντως αυτό που θέτει ως πρόταγμα το εναρκτήριο ποίημα, να κάνει «τη μητρική γλώσσα επιτέλους να ακούγεται ξένη» - και ίσως, μαζί, να τής αποκολλήσει το ‘εγώ’ από τις συνήθεις προδιαγραφές του.
Γιατί στην πράξη, πλάι στην ανοικείωση της μητρικής γλώσσας, επανεξετάζεται και η καταγωγή – η εθνική καταγωγή, αλλά και η βιολογική, ακόμα και η κοσμική. Όχι τόσο η οικογενειακή, που θα περίμενε κανείς ως ενδιάμεσο κρίκο. Αυτή δεν είναι μια ποίηση για τα οικογενειακά τραύματα.
Στην πρώτη ενότητα, τη «Θεωρία της μηχανής», εξηγείται: «η γλώσσα είναι νοσταλγία […] ένας φακός/ για να δει/ αστέρια που σχηματίζονται στον μακρύ άπειρο χρόνο που αποκαλύπτει όλα όσα είχαν προηγουμένως κρυφτεί μόνο για να τα κρύψει ξανά μέσα σε σώματα καθώς μυαλά και όρκοι αφανίζονται.// Μας δίνεται η γλώσσα και μια σιδερένια αλυσίδα σιωπής/[…] Τίποτα δεν/ είναι/ απρόσμενο. Το μόνο που μένει/ είναι να συνεχίσεις σε μια μορφή που/ μπορεί να περιορίσει/ αυτόν τον χαμό».
Η γλώσσα είναι δεμένη με την κοσμική μας καταγωγή μ’ έναν πολύ υλικό τρόπο. Αυτό που φανερώνει και κρύβει διαδοχικά στο υλικό του μυαλού και στον τρόπο που ζουν και νιώθουν τα σώματα από τη μια γενιά στην επόμενη, δεν είναι το μυστικό του επέκεινα, αλλά οι δεσμεύσεις που έχουμε μεταξύ μας – η ακούσια αλληλεξάρτηση, διαγενεακή και συγχρονική, και οι οικειοθελείς μας όρκοι. Είτε ξέρει τη φυσική του, είτε απλώς έχει παρατηρήσει ότι πεθαίνουμε, ο ποιητής ξέρει ότι ποίηση είναι ο μόνος τρόπος να διαχειριστείς «αυτόν τον χαμό» – απώλεια και χάος εκφράζονται ωραία στα ελληνικά από την ίδια λέξη.
Βέβαια, όπως παραδέχεται σε ένα άλλο ποίημα (μια ανάποδη οδύσσεια που αρχίζει απ’ το ωμέγα για να καταλήξει στο άλφα): «Ως αρχή της έκφρασης του πένθους, το γράμμα α/ θυμίζει το ποίημα: αρχίζει κάτι αλλά δεν λύνει τίποτα.»
Αν η ποιητική αυτοαναφορικότητα φαίνεται συχνά περιοριστική και ναρκισσιστική, εδώ δεν είναι αυτή η περίπτωση. Η αντίληψη που ξεδιπλώνει στο βιβλίο για τη γλώσσα:μηχανή (όπως είναι ο υπότιτλός του), έχει μια σχεδόν καθολική ευρύτητα. Η γλώσσα δεν είναι ένα θολό τζάμι, ένας κάπως θλιβερός ενδιάμεσος που μας κρατάει πάντα λίγο προκατειλημμένους και μισότυφλους απέναντι στην πραγματικότητα. Η γλώσσα είναι ύλη, είναι σώμα («τα ερεθισμένα ούλα φουσκώνουν με λέξεις») – είναι λαιμός, εγκέφαλος, ηλεκτρικές συνάψεις.
Γράφει: «Αυτή είναι η μνήμη των εγκεφαλικών της γιαγιάς μου, το πρόσωπό της πυρωμένο/από λέξεις σχηματισμένες μα ποτέ αρθρωμένες/ το πρόσωπό της όραμα ενός/ ουρανού που ανοίγεται σε συγκρουόμενες γεωμετρίες/ σάρκας και ινών,/ γεωμετρίες που αναδιπλώνονται και απελευθερώνουν/ πυροτεχνήματα βαθιά κάτω απ’ το δέρμα.»
Αλλού γράφει: «Ντύνεις την πληγή/ με γλώσσα: με αυτόν τον τρόπο/ το σώμα πείθεται/ για τις νέες του ανάγκες». Η μεταφορά του ‘ντύνω την πληγή’ είναι πολύ κοντά στην κυριολεξία του ‘γλείφω την πληγή’, από όπου και έλκεται βέβαια, και έχει εξίσου κυριολεκτικό αποτέλεσμα – το σώμα πείθεται. Η γλώσσα σε κάθε περίπτωση επιτελεί.
Αλλού πάλι γράφει: «‘Λες αυτές τις ιστορίες για το αποτυχημένο σου σώμα για να αποφύγεις να αναλάβεις ευθύνη’: έτσι προδιαγράφεται ο πρόωρος θάνατος. Αυτό εξηγεί τη βία που ασκείται στο σώμα μου από το ίδιο μου το σώμα – μια βία που διατρέχει σαν ηλεκτρικό ρεύμα το πλάτος και το μήκος της σπονδυλικής στήλης.» Είναι έτσι γραμμένο αυτό το κομμάτι ώστε να μην μπορεί να ξεχωρίσει κανείς αν η αυτοάνοση βία προέρχεται από τις δήθεν ευθυνόφοβες ιστορίες που λέει το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο για το σώμα του ή από το γεγονός ότι κατηγορείται πως το κάνει αυτό. Σε κάθε περίπτωση, η γλώσσα επιτελεί.
Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, το σώμα σ’ αυτήν την ποίηση είναι γενικά πληγωμένο. Αν και η πιο σωστή λέξη είναι μάλλον ‘δυσλειτουργικό’, ελαττωματικό με βάση κάποια στάνταρ – «η συλλογή των σωμάτων που λειτουργούν με λάθος τρόπο» γράφει κάπου. Στην πράξη όμως δεν φαίνεται να είναι καθαυτό προβληματικό, ή να προκαλεί λύπη σε οποιονδήποτε, δεν είναι το θέμα η δυσκολία του, αν και εικάζεται. Είναι ένα σώμα με τη δική του μηχανική, που η ιατρική το έχει πολλές φορές κοιτάξει και εξηγήσει και αρχειοθετήσει. Ο ιδιοκτήτης του παρατηρεί αυτούς που το παρατηρούν, ξέρει πως οι περιγραφές τους τον προσδιορίζουν και τον πειθαρχούν: Η γλώσσα ντύνει την πληγή και το σώμα πείθεται. Δεν υπάρχει όμως θλίψη γι’ αυτό, υπάρχει κριτικό βλέμμα και μια ακλόνητη αίσθηση εαυτού. Είπαμε, σώμα και γλώσσα εδώ είναι σχεδόν ταυτόσημα, τον λόγο τον έχει ο ποιητής και η γλώσσα του είναι πολύ δυνατή: «Κάποτε νόμιζα ότι οι πολλαπλές/ ταυτότητες ήταν οδός προς την ελευθερία/ μετά κατάλαβα/ πόσο φτωχή ήταν η γλώσσα μου». Η γλώσσα του είναι δυνατή όχι γιατί είναι όμορφη, αλλά γιατί είναι αποφασισμένη. Αυτό το ποιητικό βιβλίο πρέπει να είναι από τα πιο ουσιωδώς αντι-μισαναπηρικά κείμενα που έχω διαβάσει.
Το σώμα είναι μηχανή και ως τέτοια δεν φοβάται τις άλλες μηχανές. Γράφει: «Σαν μια κούκλα-ρομπότ/ [δεν θα γίνω ποτέ ανδροειδές]/ μαθαίνω να αφαιρώ και να τοποθετώ τα μάτια μου σε διαφορετικά κρανία». Εδώ έχει νομίζω και λίγο χιούμορ, η εναλλαγή οπτικής μπορεί να είναι κυριολεκτική, αυτό μπορεί να το φανταστεί, αλλά το να ενσαρκώσει στ’ αλήθεια το φαντασιακό ενός ανδρικού ιδανικού, το ανδροειδές, ε όχι, έχει και η φαντασία τα όριά της – μια κούκλα ρομπότ, το φαντασιακό των παιδικών μας χρόνων, ναι, μια χαρά.
Στο ποίημα ‘60 fps’ (δηλ. 60 frames per second, ιδανικό πρότυπο για ρεαλιστική κίνηση στα βιντεοπαιχνίδια) περιγράφει τη ζωή σαν μέσα σ’ ένα πρωτόλειο βιντεοπαιχνίδι, και καταλήγει στωικά, σ’ ένα επίπεδο αυτοσαρκαστικά και σ’ ένα άλλο σοβαρά: «θα ζήσω/ όλες τις εκδοχές/ του παιχνιδιού/ και θα πεθάνω/ σε όλες τους/ καμμία απώλεια».
Στις «Τραυλίζουσες ιδιοφυίες» παρατηρεί ήρεμα ότι «το απλό αίνιγμα του/ έθνους διαλύεται κι έτσι άλλες/ τεχνολογίες καθίστανται/ απαραίτητες.// Δεν φαντάζει πλέον τρομακτική/ η προετοιμασία για την πιθανότητα έλευσης/ ενός νέου βασιλείου κυβερνητικών μηχανισμών». Τα πονηρά ελληνικά του Χιώτη δείχνουν πόσο κοντά είναι ήδη έτσι κι αλλιώς το cybernetic machines με το governmental mechanisms.
Όμως, αν με τις μηχανές τα πάει καλά ετούτη η ποίηση, με τους μηχανισμούς της εξουσίας αυτό συμβαίνει πολύ λιγότερο. Η εργασία, οι εταιρείες, η ιατρική, τα αρχεία είναι τέτοιοι μηχανισμοί – «αρχείο εργασίας/αρχείο ασθενείας/αρχείο νοσηλείας» γράφει για να εξηγήσει ότι τα σώματα «που λειτουργούν με λάθος τρόπο» είναι «εκείνα που κάποτε δούλευαν όπως τους ζητούσαν». «Το μόνο που απομένει στην εργατική τάξη είναι το σώμα και οι διάφορες καταρρεύσεις του», γράφει αλλού.
Από τις ωραίες δημιουργίες της συλλογής είναι το οπτικό ποίημα «επωδός», στο οποίο ένα υπαρκτό μήνυμα έχει διαγραφεί στο μεγαλύτερο μέρος του αφήνοντας λίγες μόνο λέξεις ορατές, που δίνουν ένα νέο κείμενο. Αυτό αποκαλύπτει την πραγματική πρόθεση πίσω από το γνωστό ξύλινο εταιρικό ιδίωμα, που μόνο σκοπό έχει να προστατεύει τα δικά του συμφέροντα: «Δεν τηρούμε αρχεία δυσμενούς επίδρασής μας, θα χρειαστεί όπως εκθέσετε αναλυτικά τον σκοπό και τον τρόπο χρήσης προκειμένου να εξετάσουμε ζητήματα προστασίας μας και ενδεχόμενη σχετική άδεια».
Για τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς του έθνους, πολύ ωραίο είναι ένα ποίημα για την εθνική γιορτή: «όταν κατάλαβα ότι έχουμε εκπαιδευτεί να καταναλώνουμε το τραύμα/ το στήθος του φίλου μου φούσκωνε από περηφάνια/ δεν καταλάβαινε ακριβώς γιατί […] ανακάλυψα πως η λάθος/ λέξη που δραπετεύει από τη λάθος/ γλώσσα/ μπορεί να χωρίσει το δέρμα από τα χέρια σου/ και το κρέας από τα αγιασμένα κόκαλα».
Η ποίηση αυτή αγαπάει πολύ ειλικρινά τη ζωή. Ακόμα και στα πολύ δύσκολα κρατιέται από πάνω της έστω με σκουριασμένους συνδετήρες. Έχει επίσης ένα πολύ πλατύ όραμα για το τι είναι ζωή, από την απώτατη κοσμική καταγωγή μέχρι τις μηχανές του μέλλοντος. Δεν χωνεύει το πόσο ενάντια στη ζωή είναι οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί. Οπότε το μεταβολίζει σε ποίηση, μήπως και το χωνέψει κι αυτό.
Η συλλογή έχει όλα τα σωστά μπαγκάζια μιας ποιητικής καριέρας – πλούσιες διακειμενικές και διακαλλιτεχνικές αναφορές, κλασικούς, ελληνικό και ξένο μοντερνισμό και πρωτοπορία, αμφισημία, επινοητικότητα, ενίοτε αποφθεγματικότητα, – τα ποιήματα αντιστέκονται στην ευφυΐα μας σχεδόν αποτελεσματικά, για να θυμηθώ και τον Wallace Stevens.
Αυτό που την κάνει όμως πραγματικά να αξίζει είναι το πώς όλα αυτά εμπεδώνονται σε μια διεισδυτική άποψη για τον εαυτό και τον κόσμο – ή, πιο σωστά, σε μια διεισδυτική βίωση του κόσμου, γιατί, αν για κάτι σε πείθει αυτό το βιβλίο είναι πως η γλώσσα είναι βίωση και επιτέλεση, όχι περιγραφή.
Για να συνοψίσω τον συλλογισμό μου: Η γλώσσα είναι σύμφυτη με το σώμα και την αστρική του καταγωγή, το σώμα είναι μηχανή σε συνέχεια με άλλες μηχανές. Αυτό εννοούσα όταν ανέφερα ότι το ‘γλώσσα:μηχανή’ έχει μια τεράστια ευρύτητα, αυτό ίσως εννόησε κι ο ποιητής όταν αντιλήφθηκε ότι η γλώσσα του έπαψε να είναι φτωχή – και ευτυχώς για μας.