
Μετά την βραβευμένη ποιητική της συλλογή με τον τίτλο Stanza, η Μαρία Καντ (Καντωνίδου) επανέρχεται δριμύτερη με την παρούσα συλλογή, η οποία μορφολογικά κινείται στο ίδιο πλαίσιο, αφού η φωτογραφία παραμένει ένα δομικό στοιχείο της συλλογής αλλά και του ίδιου του ποιητικού της σύμπαντος. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να θαυμάσει λήψεις εύγλωττες και εξίσου λογοτεχνικές, οι οποίες τροφοτούν και τροφοδοτούνται από τη γραφή της.
Ωστόσο, ο τίτλος και κατ’ επέκταση η συλλογή Ρunctum, πέρα από τις ετυμολογικές ερμηνείες του λήμματος, εννοεί αυτό που μεταφράζει ο Roland Barthes «Στην σημειολογία» του: «Μια απρόσμενη λεπτομέρεια σε μια φωτογραφία που «τρυπά» τον θεατή συναισθηματικά, προκαλώντας μια προσωπική και βαθιά αντίδραση, πέρα από το προφανές νόημα (studium)». Πολύ σοφά η ποιήτρια οδηγείται προς την επιλογή αυτής της λέξης, ως τίτλο της συλλογής, αφού κατά την προσφιλή πρακτική της προτείνει άλλη μία φορά τη σύμπτυξη του νοήματος. Η ποίηση της Μαρίας Καντ πραγματοποιεί και επιβεβαιώνει τις νεωτεριστικές απόψεις του Μεταδομισμού και κυρίως τις ριζοσπαστικές απόψεις του Ντεριντά για την «αναβολή του νοήματος», αφού η ανάγνωση του ποιητικού της σύμπαντος μπορεί να είναι πολυεστιακή και χρονικά διαθλασμένη. Το νόημα τεσσάρων ρημάτων και τριών εκφράσεων, εκ των οποίων η μία γαλλική, μίας παρομοίωσης και ενός επιτελεστικού ευρήματος, διασπείρεται και τα σημαίνοντα χωρίζονται σε πέντε κεφάλαια για να υποδυθούν τα σημαινόμενα.
Το ποιητικό σύμπαν τής Καντ είναι βέβαιο ότι είναι λογοτεχνικά πολυδιάστατο και επιδέχεται πολλών αναγνώσεων, καθώς δεν περιορίζεται σε απλές φόρμες. Εντός του κατοικούν πέραν των ποιημάτων και ποιητικά πεζά, ενώ η επιτελεστικότητά του είναι εμφανής και ουσιαστικά λειτουργική. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του, πέρα από τη διακειμενικότητα, η οποία καταδεικνύει και τη βαθιά λογοτεχνική μελέτη της Κάντ, είναι και η εμφανής γνώση και η ικανότητα στον χειρισμό της ελληνικής γλώσσας. Είναι σαφέστατη η υπερρεαλιστική επιρροή που ασκείται στο έργο της Καντ, ωστόσο η ποιητική της επιτελεί όλες τις λογοτεχνικές ιδιότητες του ρεαλισμού αγγίζοντας ακόμα και τις μαγικές του αποχρώσεις, για φτάσει μέχρι τις παρυφές του παραλόγου.
Ο έρωτας έχει χρώμα και είναι απολύτως πορφυρό, όπως θα έπρεπε να είναι το χρώμα του συντελεσμένου αλλά και του ανεκπλήρωτου πόθου, «Το σώμα σου corpus/αμεταγλώττιστο/.../, ολίγον χρόνος/που συμβαίνει το σώμα σου/που λέω θέλω/αμέσως τώρα/αμέσως απτά/αμέσως πάλι/αμέσως πολύ» (σ. 70), ο χρόνος αναγνωρίζεται ως πεπερασμένος, ενώ το πένθος έχει προορισμό αλλά και πολιτισμική αλλά και σαφέστατη γεωγραφική ταυτότητα. Πατρίδα, ρίζες, πρόγονοι, άνθρωποι κατοικούν στους στίχους, στις βαθιά υπαινικτικές αφηγήσεις της, άλλες φορές με τον θεατράλε και παράλογο τρόπο του Μπέκετ και άλλες μ’ εκείνην την σύγχρονη επιτελεστική λειτουργία της ποίησης που οδηγεί ευλόγως τον αναγνώστη στο συμπέρασμα ότι η ποίηση της Καντ αποτελεί πρόταση για τα νέα λογοτεχνικά πεπραγμένα. Ρήματα και επιρρήματα κυριαρχούν αποδίδοντας στους υπσαινιγμούς της κίνηση, άλλοτε εμπροσθοβαρή και συχνά αναστοχαστική, με μία θλίψη που δεν κραυγάζει αλλά διεκδικεί το μερίδιό της στην ιστορία.
Στην πρώτη ενότητα η Καντ επιλέγει ρήματα ως τίτλους με πρώτο το «ρ. σκάβω», δηλώνοντας την πρόθεσή της να επιβεβαιώσει μία από τις βασικές λειτουργίες της ποίησης και της λογοτεχνικής γραφής γενικότερα: την ψυχαναλυτική. Ταυτόχρονα εισάγει ένα από τα μοτίβα της. Έναν χαρακτήρα ο οποίος εμφανίζεται σε αρκετά κείμενα. Στην πρώτη ενότητα λειτουργεί και ως αρματηλάτης της αφηγηματικής λειτουργίας. Ο Δ.Χ. κάνει το ντεμπούτο του στην εισαγωγική, ομότιτλη με την ενότητα, πρόζα ως φιλήσυχος κηπουρός αποκαλύπτοντας τις προθέσεις της ποιήτριας να βρει τις ρίζες που τη συνδέουν με τις υπαρξιακές και τις λογοτεχνικές της καταβολές, την ιστορική πραγματικότητα και με ό,τι ρεαλιστικά την επηρέασε βαθιά αλλά και με την ίδια την ποίηση. Αργότερα, θα κρατήσει τα αρχικά του, αλλά θα αλλάξει ρόλους. Άλλοτε μεταποιητής, άλλοτε επίμονος ποιητής που γράφει εικόνες, στην πρόζα υπό το «ρ. κέλομαι», πρώην αρτιμελής χορευτής θα δηλώσει: «Η μεγαλύτερη αδυναμία υπήρξε η χλόη της και η επιθυμία μου να χορεύω σε χώμα…», ενώ «…(μόλις πριν είχε κάνει κομμάτια τις κλειδώσεις του και τον ιμάντα ασφαλείας)» και θα αποχωρήσει. Επίμονος συντηρητής θαυμάτων, υποδημάτων και άλλων τινών στη (σ. 92), «…πήρε να ξεσκονίζει τις χαμηλοτάκουνες γόβες της νεαρής Περσεφόνης,/…/μετά τις ψηλοτάκουνες της ολίγον μεγαλύτερης Lady Lazarus,/…/και αμέσως μετά τα σαντάλια του Λάζαρου της Βηθανίας, καφετί με λουράκια και δεύρο, που τριγυρνάς;
τον ερώτησε και αυτός δεν απάντησε. Παρότι γηραιός. Παρότι χλομούλης.» και άλλοτε σαν ανοϊκός ασθενής. Η τελευταία του εμφάνιση στο «ρ. sans filtre» αναζητά διακαώς μία νεράιδα ή κάποιον να τον κάνει παραμύθι ή να του το διηγηθεί, ίσως το ποιητικό υποκείμενο, ίσως αυτό είναι που επιθυμεί να ξεφύγει από την σκληρή πραγματικότητα, να διαφύγει συνειδητά μέσω του απατηλού ρομαντισμού, μα ο ρεαλισμός αρνείται να εγκαταλείψει τις λέξεις, «–Και;/–Πίσω από τις λέξεις, εμείς. » (σ. 117).
Ταυτόχρονα, η Καντ ξεκινά την αφήγησή της ως άλλος Ησίοδος, «Ποτέ ο φιλήσυχος κηπουρός, το γένος Χοάδων δεν είχε ταραχτεί τόσο εντός του (στο περικάρδιο σάκο και τα πέταλα) όσο όταν τον είπε “σπλάχνο μου” —σαν έκκληση του φάνηκε, σαν προσφορά στο πιάτο με μπορντούρα — κόκκινο χρώμα κρεμεζί με ρίζες και ριζούλες…». Ακολουθεί το «ρ. λαχταρώ», όπου η κοσμογονία επιβεβαιώνει την παρουσία και τον ρόλο της με την παρουσία της Σάρας, «Και μην ξεχνάς, λ α χ τ ά ρ α (χωρίς άρθρο και αριθμό) / θα πει ποίηση σε γλώσσα ιδιόλεκτη.», θα πει το ποιητικό υποκείμενο απευθυνόμενο στον Δ.Χ. επιβεβαιώνοντας την πρόθεσή του να δημιουργήσει ένα ιδόλεκτο ποιητικό σύμπαν, ενώ, «όχι, όχι ακόμα, έλεγ’ η Σάρα που αγαπούσε τα/Σάββατα, δεν είναι η ώρα να κλείνουμε, δεν, μα…» (σ. 17), σε μια παραλλαγή του στίχου «Hurry up please it’s time» του T.S. Eliot. Τα σχεδιάσματα και οι πρόζες που ακολουθούν, υπηρετούν απολύτως επιτελεστικά την έκφραση, ενώ συχνά αποτελούν μέρος της αφήγησης η κάποια σκηνική οδηγία. Τα πρόσωπα εναλλάσσονται μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου ενικού, ενώ οι διάλογοι επιβεβαιώνουν την θεατρικότητα του ποιητικού δια-κόσμου της ποιήτριας.
Η Καντ απευθύνεται στο ποιητικό υποκείμενο, ενώ το διακείμενο συνδιαλέγεται με την υπαρξιακή αγωνία του ποιητικού υποκειμένου, με τη γλώσσα, με τις λέξεις, «–Συν και τυγχάνουμε εδώ και καιρό,/ήρθε ο καιρός να γνωριστούμε./–Θα σε πω obscura και lucida./ ― Θα σε πω κοχύλι και μέγγενη…» (σ. 40) με τη σημασία τους, την ετοιμολογία τους, την ιστορία τους, κατεβαίνει στον κάτω κόσμο, καταφεύγει στην παραμυθία, πιάνεται από αναφορές, αντιπαραβάλλεται με στίχους του και κάπως έτσι παρελαύνουν πλείστες αναφορές σύγχρονων λογοτεχνών, αλλά και δημιουργών της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Από τον Όμηρο ως τον Μαλαρμέ και από τον Κάφκα ως τον Εμπειρίκο, τον Μπέκετ, τον Βερν και την Σέξτον, την Πλαθ, τη Λαϊνά, ως τον Βιργίλιο, τον Περέκ και την επιρροή που δέχεται η ίδια και από το κίνημα του OULIPO, «η κυρά της Ρω και η Θεομήτωρ», ο Η. Λάγιος και η λίστα μακροσκελής…
Η γλώσσα και το σώμα. Οι τόποι και η γλώσσα. Ο χρόνος, ο τόπος και η γλώσσα που καταλήγει έως και στην κυπριακή διάλεκτο αποτελούν το σύμπαν όπου η Μαρία Καντ επιτελεί και επιτελείται. Τα ρήματα, συγκινούν, αισθάνονται και τα επιρρήματα περιγράφουν, συγκλονιστικά και υπαινικτικά, με μια πυκνότητα που διδάσκει, διερευνά, συναρπάζει και καλεί τον αναγνώστη να την εξερευνήσει. «Μα είναι φανερό./Ξανασυμβαίνω αδια-κόπως./Δεν τρέμω την επανά-ληψη,/ Τρέμω στην σκέψη ότι θα εκ-/τεθώ στον λυρισμό σου….» (σ. 38). Λίγες οι στιγμές που το ποιητικό υποκείμενο στρέφει την αφήγηση στον εαυτό του, και όταν συμβαίνει ο αναγνώστης συμμετέχει σ’ ένα υπαρξιακό δρώμενο, «…[Αν κάτι με μελαγχολεί είναι οι μεντεσέδες μου/και η περιορισμένη γωνία περιστροφής τους]» (σ. 39).
Στην ενότητα «το ρ. γυμνώ», στο κείμενο με τίτλο «τούτο εστί το σώμα μου», ο έρωτας, η υπαρξιακή κατάβαση, η γήινη καταβολή και η φθαρτότητα αναμετριούνται με τη λογοτεχνική αξία, καθώς αποτελεί καθρέφτης του ρήματος «αχνίζω» και επιτελεστικά θεατρικό, όπου όλες οι παραπάνω έννοιες συνυπάρχουν σε ένα θεατρικό δρώμενο που συναρπάζει, «[σκηνή 1: ποθητό ή ποθούμενο]/άθλιο δίλημμα πόθου (πώς ένα συμβάν παραμένει συμβάν σε χαρτί κατριγέ; Συνήθιζε να λέει μετά από τη συνεύρεση). Η επιλογή έγινε, ως έπρεπε, με περισσή περίσκεψη και δια της τόπου και ατόπου» (σ. 78). Ένα «σύντομο βιογραφικό» του ποιητικού της σύμπαντος δίνει τη σκυτάλη στην επόμενη ενότητα, «…άλλωστε στην αφήγηση αυτή/τοιχογραφούμαι α σύμμετρα/δια ξηράς ή και θαλάσσης είτε//ότι ακολουθεί δεν είναι κάτι/που ήδη δεν γνωρίζω, εμπρός/μ α ρ ς» (σ. 94), όπου επιχειρεί χωρίς φίλτρο να καταδυθεί στα άδυτα της ύπαρξης χωρίς φίλτρο. Ακολουθούν ποιητικά κείμενα, διηγήματα που ξεχωρίζουν για την πρωτοτυπία τους, τα οποία κινούνται άλλοτε δυστοπικά όπως το «επιλαθού, επιλαθού, εφώναζε» (σ. 100), όπου επικηρύσσονται και ενοχοποιούνται οι αναμνήσεις, ενώ στο κείμενο «την έκανε μητέρα και την έφαγε» το παράλογο συναντά τον αρχαίο μύθο. Με έμφαση στο διακείμενο και αναφορά στον Έρικ Σέλτον, φαροφύλακα στο Νόρθερν Έντ, και τον στίχο της Μαρίας Λαϊνά, όπου η έντεχνη προφορικότητα, αντίθετα, συναντά τις αναμνήσεις και η ενοχή ανταγωνίζεται τη μοναξιά από υποχρέωση. Η υπαρξιακή κατάδυση του ποιητικού υποκειμένου ίσως να ξεκινά πρωτοπρόσωπα και ίσως βιωματικά με την «Η Επιτέλους» και εντελώς παραστατικά, ωστόσο η ύπαρξη την αφορά και η Μαρία Καντ την περιβάλλει με μητρική στοργή, παραμυθικά με δύο παραμύθια, τα οποία καθόλου δεν υπόσχονται όσα οι νεράιδες στις ρομαντικές σελίδες που θα άκουγε ένα παιδί. Είναι όσα η ζωή πρόκειται να διαψεύσει και ο ρεαλισμός να επιβεβαιώσει συμβολικά και υπερρεαλιστικά, καθώς το σώμα, η ίδια ή ύπαρξη θα γίνει φουστάνι και θα πέσει στις λάσπες μιας χαμένης πατρίδας, και θ’ αναρωτηθεί, «…και τι θ’ απογίνω σαν σε ξε-ντύσει χαμαί, με ρωτούσε επίσης. Δεν άκουγα./—Και;/—Στείρος ο Άδης.» (σ.121).
Το ποιητικό ταξίδι της Καντ οδεύει προς την εκπλήρωση των στόχων του με τις δύο τελευταίες ενότητες, «κάτι σαν φίνο έγκλημα» και το «ρ. φφφ» όπου επανέρχεται προοδευτικά στην ποιητική δομή με μία πρόζα «έσσω μου» στην κυπριακή διάλεκτο, η οποία παραπέμπει σε χορικό αρχαίας τραγωδίας εμπλουτίζοντας την πολυπλοκότητα και τον πλούτο της γραφής της ποιήτριας, ενώ υπαινίσσεται σαφέστατα τον πόνο της για τη χαμένη της πατρίδα, τον τόπο που τη γέννησε και εχάθη, την Κύπρο, «Τρομαγμένος ταξίδεψε υποφέροντας. Υπό και φέροντας και αποζητώντας. Χώμα και μια ανεμόσκαλα.[…] Σαν από άλγος να την ανέβει ολόκληρος. Σαν από άλγος να την ανέβει ολόκληρη. Σαν από άλγος. […] Λάμπουσα την έλεγαν τότε (τώρα αλλιώς).»
(σ. 129)
Στην τελευταία ενότητα, όπου εμπεριέχεται και το ομώνυμο ποίημα «punctum» πρωταγωνιστούν λέξεις με ηχητική και μορφολογική συγγένεια, δημιουργώντας μια παρήχηση με μουσικότητα και ένταση, συνδέεται με την απώλεια και την ανακοινώνει ως τετελεσμένη, ενώ η ποίηση «εσχάτως στην κουζίνα» αναζητά λέξεις θηλυκές και ουδέτερες όπως ένας καινούριος τόπος και συνδέεται με τη γέννηση και το «ρ. πεινάω», σαν όλα από την αρχή, όπως, «προζύμι, τη λέξη τόπος, η λέξη βετέξ και οι λέξεις μου/πολιορκητικές και πολιορκημένες //Τόπος η γλώσσα./Το ποίημα λέξεις./Το ποίημα τόπος.» (σ. 144).
Ναι, πρόκειται για αναγέννηση, αφού η ποίηση γεννά και αναγεννά και ναι, εν κατακλείδι, υπάρχει «happy end» στην ποίηση της Καντ, αν και μπορεί να γίνει σκληρή σαν το μαντέμι, είναι και μήτρα, κλειστό ημικύκλιο που γεννιέται και γεννά. «[Όταν εθεάθη ξανά το Ποίημα φορούσε πέπλο και πέταλα από μαντέμι σε σχήμα σχεδόν κλειστού ημικυκλίου. Πρόκειται περί υψηλής ραπτικής, διαβεβαίωσε ο γνωστός μόδιστρος και σιδεράς Δ.Χ. Παντρεύομαστε, είπε. Τι ωραία, είπε, το Ποίημα.
________________
«Πού θα βρεθεί το ποίημα-ξίφος»: [Δημήτρης Αρμάος, Του βίου έργον], από την αρχική προμετωπίδα της παρούσας συλλογής.