
Ξένα βλέμματα, περαστικοί, μνηστήρες/ με τρομάζουν/ κρύβομαι/ εκεί που έζησα τις καλύτερες μέρες μου,/ανήκω σ’ όποιον θυμάται (σελ. 71), γράφει η Ακριβή Κακλαμάνη στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο Ακόμα κρύβομαι, ενώ η ζωγραφική στο εξώφυλλο συνομιλεί και (υπο)στηρίζει διακριτικά τον τίτλο αυτόν.
Η σεμνότητα είναι διάχυτη στην ποίηση της Κακλαμάνη. Η ποιήτρια δεν φωνασκεί, είναι χαμηλόφωνη, έχει πυκνότητα και βάθος κι αυτό γατί μπορεί και στρέφει το βλέμμα έσω. Αντικρύζει εκεί στο βάθος τον εαυτό της σαν έναν άλλο, εξομολογείται και συνδιαλέγεται μ’ αυτόν τον άλλο, ταυτίζεται, ενίοτε, μαζί του δίχως τα φίλτρα του εγώ. Είναι ο δικός της τρόπος να κάνει την αναγωγή από το εγώ στο συλλογικό γίγνεσθαι, σ’ αυτό που λέμε δημόσιο βίο. Κάποιες φορές φοράει προσωπείο, «κρύβεται» πίσω από εμβληματικές μορφές ιστορίας ή μυθολογίας, τις αναποδογυρίζει, καταργεί το χρόνο και όλα συμβαίνουν στο τώρα. Φανερό. Ολοφάνερο. Με λένε Πασιφάη. (σελ. 70) γράφει στο τέλος του ομώνυμου με τον τίτλο της συλλογής ποιήματος. Άλλοτε είναι η Πηνελόπη, η Καλυψώ, η Άλκηστη, ακόμη και ο Άργος σ’ έναν εκπληκτικό μονόλογο τριών μόλις στροφών: Μη νομίζεις, στην αρχή ήταν μόνο δύσκολα,./ με τον καιρό συνήθισα./ Τραβήχτηκα στην άκρη περιμένοντας./ Έβλεπα τους άλλους να κυνηγούν χωρίς εσένα/κι έτσι σταμάτησα να τους ακολουθώ./Άφησα το σώμα να ρημάξει./ Κι όμως, μπορούσα να ζήσω ακόμα λίγο/ αν δεν επέστρεφες στο τέλος (σελ. 75)
Η ποιήτρια συνομιλεί με υποδειγματική εντιμότητα με έργα δασκάλων (κυρίως με Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο, Σολωμό, Πεσόα), ίσως όμως δεν είναι ακριβώς συνομιλία αλλά ευγνωμοσύνη κι ένας φόρος τιμής σε ό,τι την έχει διαπλάσει και πλέον αποτελεί ένα αδιάσπαστο κομμάτι του εγώ. Τα δε cento είναι μια σκυτάλη φωνών που κουβαλάει και οφείλει αυτήν την πολύτιμη σκυτάλη να την παραδώσει στον αναγνώστη.
Η γραφή της Κακλαμάνη είναι κοντά στον Κάρβερ. Είναι ρεαλιστική, το ύφος είναι προσβάσιμο, το λεξιλόγιο καθημερινό. Αποδίδει, εστιάζοντας σε λεπτομέρειες, βαθιά συναισθήματα των οποίων μόνο ένα πολύ μικρό μέρος διακρίνουμε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ποίημα με τίτλο Μέρες του 2023, αφιερωμένο στη Μνήμη Γιώτας Λαγουδάκου (σελ. 83). Γράφει: […] Καθόμασταν για λίγο κάτω από το μοντέρνο υπόστεγο/ έβηχες, γελούσες, κάπνιζες,/ χαζεύοντας επισκέπτες, ασθενείς και συνοδούς/ να στροβιλίζονται στον ρυθμό της περιστρεφόμενης εισόδου.
Τα ποιήματα της συλλογής Ακόμα κρύβομαι είναι πεζόμορφα, έχουν ρυθμό, αφηγηματική ροή και δομή, ανάγλυφη εικονοποιία που εστιάζει στη λεπτομέρεια, μεταφορές, και κυρίως ευφυείς ανατροπές. Ποικίλουν ως προς την έκτασή τους, από ολιγόστιχα έως δύο-τριών σελίδων.
Η θεματολογία στην ποίηση της Ακριβής Κακλαμάνη, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει υπαρξιακές ανησυχίες, αλλά και τη μοναξιά της ύπαρξης, γράφει στο ποίημα Ευαίσθητη ισορροπία: […] Έχουν κάτι απειλητικό τα καλοκαιρινά καταλύματα/ αυτή την εποχή. Σαν να σ’ έχουν ξεχάσει στ’ αζήτητα./ Και ναι, σίγουρα, ο καιρός είναι γλυκός,/ οι παραλίες άδειες και το φαγητό προσεγμένο// ο φόβος όμως,/ ο απογευματινός φόβος μπορεί να σ’ αρπάξει ξαφνικά./ Απ’ τον λαιμό. (σελ. 61)
Επίσης η θεματολογία της περιλαμβάνει προβληματισμούς, εμμονές. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα με τίτλο «Η Νεύρωση του Ιώβ» […] Αποδέχτηκε την αλλαγή, τις απώλειες και τα τραύματα ως τιμωρία. Ήθελε να νιώθει ασφαλής. Άρχισε να φροντίζει τις πληγές του ευλαβικά. Η νέα ρουτίνα περιλάμβανε γάζες, καθαρισμό, περιποίηση. Αυτή η μικρή ιεροτελεστία αντικατάστησε όλες τις παλιές του συνήθειες. […] (σελ. 35)
Συχνά υποφώσκει μια λεπτή διάθεση ειρωνείας και χιούμορ. Η Κακλαμάνη δεν φιλοσοφεί, στοχάζεται και αναζητεί το βάθος των πραγμάτων στις αποχρώσεις της επιφάνειας. Αποδομεί και αντιστρέφει την κοινή αντίληψη που θέλει το «βάθος» κάτω από την επιφάνεια. Το «βάθος» είναι ορατό στην επιφάνεια. Γράφει στο ποίημα με τίτλο Η ξύλινη επιφάνεια των πραγμάτων (σελ. 41): […] ξέρω ότι αρκεί ένα τηλεφώνημα ανωτέρου, κι ό,τι έχτισα/ με τόσο κόπο/ να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη στον κάλαθο/ των αχρήστων./ δίπλα στην τσαλακωμένη συσκευασία από τις φρυγανιές,/ το άδειο πλαστικό ποτήρι του καφέ, το ένθετο της εφημερίδας, τους σκισμένους φακέλους πληρωμένων λογαριασμών/
Στις τελευταίες σελίδες παρατίθενται με πληρότητα και ακρίβεια οι πηγές απ’ όπου έχει αντληθεί υλικό (δάνειες λέξεις, στίχοι, σκέψεις κ.ά), το οποίο αναπλάστηκε με σεβασμό από την ποιήτρια.
Τέλος θα ήθελα να υπογραμμίσω την αρτιότητα της έκδοσης.