
Τρεις προσωπικότητες των γραμμάτων μας, ο ποιητής, πρόσφατα εκλιπών, Κώστας Θ. Ριζάκης, η ποιήτρια Ελένη Σιγαλού και η ποιήτρια Ισιδώρα Μάλαμα, επιπλέον φιλόλογος με την έννοια που χρησιμοποιούσε τη λέξη ο Σωκράτης –αυτός που αγαπά το Λόγο και όχι τα λόγια, όπως ο λογόφιλος–, υπογράφουν την ποιητική συλλογή με τον τίτλο που γεννά απορίες, Ανοικτότερα της νύκτας, ενώ επιτρέπει στους όρους που χρησιμοποιούν οι γραφείς να παραμένουν και να αιωρούνται γύρω μας και μετά την ανάγνωση του βιβλίου. Πολυπρόσωπη η νύχτα: βεντάλια που ανοίγει τα φτερά της, ανοιχτή πόρτα, αν και χαραματιά στο σύμπαν, ζεστή αγκαλιά.
Εντυπωσιακή από την πρώτη σελίδα, η Εισαγωγή στηρίζεται στον πλούτο τού αρχαίου μας γραπτού λόγου, τραβά το πέπλο των χιλιετιών που μας χωρίζουν, ενώ εμπνέει ευθέως την κλασική και όχι μόνον φιλόλογο, που γράφει και μας εντυπωσιάζει με τα ευρήματά της. Πλατωνικό σπήλαιο η Ποίηση, κινείται από το σκοτάδι στο φως, ανανεώνεται από τους μεγάλους φιλοσόφους και ποιητές τής Αρχαιότητας και τους απογόνους τους σε παρόμοιους τομείς Νέο-Έλληνες και όχι μόνον.
Πρώτη σημαντική αναφορά στην Εισαγωγή, οι «πλατωνικοί δεσμώτες». Η εξέλιξη γίνεται αποκλειστικά από το σκοτάδι στο φως. Η Μάλαμα συνεχίζει με τον Σοφοκλή, τον Ησίοδο, τον Όμηρο, τη Σαπφώ (όταν τραγουδά «την ερωτική διάσταση της Νύχτας», σ. 19), με Νοε-Έλληνες άξιους να σταθούν πλάι στους Αρχαίους, όπως ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Σεφέρης, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Γκάτσος, και κάποιους Έλληνες στην ψυχή και στην έμπνευση, ο Θερβάντες, ο Νοβάλις, η Έμιλι Ντίκινσον.
Ο Ριζάκης, με την προσωπική του γραφή, το δικό του στίγμα, όπως οφείλει να είναι κάθε γνήσιος ποιητής, κόβει συχνά τις λέξεις στο τέλος του στίχου του, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαφοροποίηση ανάμεσα σε στίχο και αράδα, να καθρεφτίζουν τον διαμελισμένο κόσμο που έπλασε με το Λόγο του ο Άνθρωπος από την πρώτη στιγμή της Δημιουργίας, σαν να ήταν η θεία επέμβαση ανεπαρκής: φίδι-Εύα, Κάιν-Άβελ, αλλά και την απόσταση που επιβάλαμε στον εαυτό μας με τη γοητεία που ασκούσε επάνω μας η αμφίσημη πνοή του Δένδρου του Καλού και του Κακού. «Συνολικά, πρόκειται για ποίηση που δεν επιδιώκει τη διαύγεια, αλλά τη βίωση» (σ. 39), επισημαίνει η Μάλαμα. Ωστόσο, γιατί ο ποιητής κόβει τις λέξεις, με δικό του κανόνα, στο τέλος του στίχου, δημιουργώντας μια άλλη εικόνα της ζωής και του πεπρωμένου μας; Γιατί τις παρασύρει να χάσουν την αυτονομία τους, να γίνουν γράμματα, να γίνουν ήχοι; Ή μήπως πρόκειται για αυτονομία των λέξεων που καταλήγει σε ανεξαρτησία των στίχων και άρα σε πιθανή ανεξαρτησία του ίδιου του ποιητή από την ποίηση που γράφουμε εμείς οι άλλοι, επιβεβαιώνοντας τη διαφορετικότητά του, την πρωτοτυπία του; Ο στίχος γίνεται μιμητικός, σε κάθε συλλαβή του υπονοεί νοήματα, κινείται στα βάθη του νήματος που πλέκει η έμπνευση και οδηγεί σε τεχνούργημα.
Το ίδιο παιχνίδι, αν και λιγότερο σύνηθες, ανάγεται στα χέρια του ποιητή σε ατομικό ύφος, με την αυθαίρετη χρήση των τόνων:
οπώς πρέπει ν’ ακούγεται ο σάλαγος (σ. 75).
Ο τόνος μετατοπίζεται για να θριαμβεύσει ο ίαμβος; Σαν να επρόκειτο για παρωδία ποιητών, πιστών αποκλειστικά σε ένα μέτρο.
Στον τίτλο τα όμικρον οδηγούν στο ύψιλον, το σκοτάδι του κλειστού χώρου στο φως, το κενό σε κοσμική ενέργεια. Η ζωή μας, ταξίδι από τη νύχτα στην ημέρα, άρα η νύχτα ανάγεται σε μια πορεία προς το φως. Η παρήχηση του τίτλου συνδέει το άνοιγμα με τη νύχτα. Τα φωνήματα γεννούν γραφήματα.
Στο ποίημα «Απροκάλυπτα», ο ποιητής μάταια ψάχνει να βρει το φως, καθώς οι επιδράσεις του άγριου ανέμου δεν καταλαγιάζουν:
[…] την χθεσινή νυχτιάν σπάζει
άγριος άνεμος ολοσχερώς το φέρετρον συν-
ήθειας ευνουχισμένος σκάει στην άσφαλτο
μπατίρης πλέον καιρός […]
οι μπάτσοι πιστολίζουνε
νεκροί μόνον τα φώτα (σ. 70).
Ενώ λίγο αργότερα
μελανωμένα εσφούγγισεν δυο δάκρυα φως, η νύκτα
(«Ωροδείκτης», σ.74)
Η εξαίσια ποίηση της Ελένης Σιγαλού παραμένει συγκρατημένη και στα δεκαεπτά ποιήματα, σαν να αρνείται να συναγωνιστεί με το δάσκαλο. Βρίσκει με έμπνευση, άρα δημιουργικότητα και άνεση, τον δικό της δρόμο και κατορθώνει να επινοήσει μια δική της γραφή με πυκνότητα και βάθος, ώστε «να μπορεί να αξιώνει μια θέση στο Φως» (Μάλαμα, σ. 55). Δεν ψάχνει να συναντήσει το φως, το βλέπει και το υποδέχεται με χαμόγελο, με το φως των λέξεων, παντού:
Ποτάμι κύλαγε το φως.
Ιριδισμοί παράσερναν τη μέρα.
Λίγο ακόμη θα πνιγόταν.
(«Οκτώβρης», σ. 88)
Απόψε η νύχτα τρυπά
το παλιό πατρικό υπερώο.
Σωρός οι πέτρες φωνές.
Ισορροπία ανέστια.
Ένα τριζόνι στο ζύγι
γέρνει το φως.
Λάχεσις σπίθα
εθελούσια σκλήθρα
στο αίμα. Αγριόχορτο
κλήρος πήρε φωτιά.
Τώρα διψούν φυτρωμένα
βρέφη.
Ολόκληρη προίκα αξόδευτη
αντάριασαν όνειρα βρύα.
Το αγρίμι απόψε πλησίασε
να πλαγιάσει εδώ
όσο η νύχτα αστέρια
καρφώνει.
(«Λάχεσις», σ. 83)
«Λάχεσις»: ένα ποίημα που προκαλεί ατελείωτα σχόλια θαυμασμού. Η ποίηση γεννιέται χάρη στην έννοια του ταξιδιού και την αέναη περιπλάνηση του Λόγου. Αν και το πουλί που πετά έχει μεγαλύτερο βάρος, μεταφορικά, αν όχι και κυριολεκτικά, από τη λάμψη, όσο και αν πέτρες, αγριόχορτο, βρέφη έχουν την ίδια αξία, «η νύχτα αστέρια / καρφώνει», μεταμορφωμένη σε μητέρα του φωτός. Και τότε η Λάχεσις επιβεβαιώνει τη δημοκρατικότητα και συνάμα την παντοδυναμία της. Η Μοίρα που μετράει το νήμα της ζωής μας, άρα επιβραβεύει τους στίχους μας, μία από τις τρεις –με την Κλωθώ και την Άτροπο–, κόρες της Νύχτας, σύμφωνα με τον Ησίοδο, επιβεβαιώνει τη σημαντική θέση της στη ζωή μας και ανάγεται σε κύρια εμπνεύστρια της ποίησής μας. Το σχόλιο της Μάλαμα εκθειάζει το ξεχωριστό ταλέντο της Σιγαλού: «Είναι άλλωστε κι αυτή μία νίκη κατά της φθοράς: να μπορείς να τη δαμάζεις με τη γραφή και να την κάνεις τέχνη» (σ. 33).
Το έργο εξωφύλλου, γυναίκα με σκούρο κεφάλι και πολύχρωμα ρούχα, από την Τίνα Κόντογλη, αναδεικνύει τη συνεχή πορεία προς τη νύχτα, σε πείσμα της κοσμοθεωρίας μας και των ψευδαισθήσεών μας.
Κλείνω με την ενδιαφέρουσα παρατήρηση της Ισιδώρας Μάλαμα για τους δύο σπουδαίους ποιητές, που δίνει την ίδια ποιητική αξία στο δάκρυ και στο χαμόγελο. Καθώς μελετά σε βάθος κάθε λέξη που τραβά την προσοχή της, αλλά και κάθε λέξη που ενεργοποιεί την ελληνική μας παιδεία, μας προσκαλεί σε μια αξιοσημείωτη πρόταση για μελέτη, ανάγοντας την εισαγωγή της σε πραγματεία της ελληνικής διανόησης μέσα στους αιώνες: «Απέναντι στα διαβρωτικά φώτα του Ριζάκη που συγκαλύπτουν και αγκυλώνουν στέκει το φως της Σιγαλού που φανερώνει κι απελευθερώνει» (σ. 55).Ένα εξαιρετικό βιβλίο από τις εκδόσεις Κουκκίδα.