
Μεταξύ του Μαρτίου του 1942 και του Απριλίου του 1945, ο Erich Auerbach γράφει τη μνημειώδη του Μίμηση, μια παράλληλη ανάγνωση των ομηρικών επών και των βιβλικών διηγήσεων, το πρώτο κεφάλαιο της οποίας ανοίγει με την «Ουλή του Οδυσσέα» και τη γνωστή οδυσσεϊκή αφήγηση από τη ραψωδία τ, όταν η Ευρύκλεια αναγνωρίζει τον βασιλιά της Ιθάκης από την ουλή που έχει στο πόδι του, για την οποία, μάλιστα, γίνεται και εκτενής λόγος, ώστε να μη μείνει τίποτα «κρυφό» από τους ακροατές των αρχαίων αοιδών. Αυτή η «ανάγκη της ομηρικής τεχνικής να μην αφήνει μέσα στην αφήγηση κανένα υποφωτισμένο σημείο ή υπονοούμενο» (Auerbach σ. 16), η κίνηση του αφηγητή «στο προσκήνιο» (Auerbach σ. 24), με τους περιορισμούς της, στους οποίους θα επανέλθουμε, τροφοδότησε από πολύ νωρίς τη δημιουργική φαντασία, η οποία δεν αναζήτησε απλώς κενά για να γεμίσει, όπως λ.χ. συμβαίνει με τις βιβλικές διηγήσεις, αλλά είδε τον μύθο, με τα λόγια του Richard Wagner, «[να] παραμένει ως τον αιώνα ανεξάντλητο. [Και έτσι], [κ]αθήκον του ποιητή είναι απλώς να τον ερμηνεύσει» (Οικονόμου σ. 34).
Αυτή η διαχείριση του μυθικού υλικού, της «μυθικής δομής» κατά τον Claude Léci-Strauss, η οποία, ας μην ξεχνάμε άνοιξε την αυλαία εν πολλοίς του μοντέρνου, με τον James Joyce να φέρνει τον Οδυσσέα του στο Δουβλίνο, επιβεβαιώνοντας πως ο μύθος περιμένει ήσυχα «τη δική του ώρα, τη δική του ευκαιρία, για να αναδυθεί», όπως έλεγε ο Ernst Cassirer (Οικονόμου σ. 23), πρωταγωνιστεί στο τελευταίο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού, με τίτλο Χάλκινα κατώφλια. Σε αυτά τα θεϊκά κατώφλια, ύστερα από την περιπλάνηση στην ευρυχωρία του ιστορικού μυθιστορήματος ―και όχι μόνο―, ο συγγραφέας δημιουργεί έναν κόσμο στο ενδιάμεσο θεών και ανθρώπων, γραμματειακής πρώτης ύλης και μυθοπλασίας, ιστορίας και λογοτεχνικής φαντασίας, κομίζοντας ένα άρτιο αποτέλεσμα, όμοιο με τον λεπτό χειρισμό του μυθικού προποιητικού υλικού, στον οποίο μας έχει μυήσει η υψηλή λογοτεχνία.
Αυτό, όμως, που ξεχωρίζει το παρόν έργο από άλλα είναι η παραχώρηση της αφήγησης όχι μόνο σε έναν δευτεραγωνιστή των «μεγάλων πολεμικών γεγονότων», αλλά σε έναν δούλο. Η προνομιακή, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, θέση του πρωταγωνιστή μας του επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα εντός κι εκτός της κύριας δράσης, της οποίας άλλοτε γίνεται αυτόπτης μάρτυρας, άλλοτε αυτήκοος ακροατής κι άλλοτε την αγνοεί πλήρως, εσκεμμένα ή μη. Ο λόγος για τον Λύκαστο, ο οποίος μας συστήνεται ήδη στο πρώτο κεφάλαιο από τον τίτλο του: «Αυτός που άκουγε φωνές»:
Ήμουν Παίονας αγνώστου πατρός, όμως αγόρι ενός γνωστού και αναμενόμενου προορισμού, να γίνω κι εγώ ένας άντρας της φυλής μου, ένας που κάθε τόσο θα διάλεγε γυναίκες απ’ το χωριό. Το τι έγινα τελικά είναι νωρίς ακόμη να το πω. […] Είμαι ο Λύκαστος και θυμάμαι. Είμαι εκείνο το αγόρι που άκουγε Φωνές και είχε την υπέρμετρη φιλοδοξία να κάνει χειραψία με τους θεούς. (σ. 16, 19)
Θα μπορούσαμε, παίζοντας με τα λόγια του πρωταγωνιστή μας, να πούμε ότι η χειραψία εν τέλει έγινε, αλλά έγινε με τους ήρωες, μια και ο Λύκαστος θα βρεθεί πολύ νωρίς, με ένα εξαιρετικά έξυπνο τέχνασμα του συγγραφέα, ο οποίος αποδεικνύει τη βαριά θεωρητική του σκευή ως προς τον κόσμο του τρωικού θέματος, από τη μεριά των Τρώων στη μεριά των Αχαιών μπροστά στα τείχη της επτάτειχης πόλης του Πριάμου. Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, στα Ομηρικά μεγαθέματά του έκανε την εξής διάκριση για την ομιλία στην Ιλιάδα: συζυγική, παρασυζυγική και εταιρική. Ο Ζουργός, θα λέγαμε, με τα Χάλκινα κατώφλια μάς φέρνει ενώπιον της δουλικής, αν και το κατά πόσο ο Λύκαστος ανταποκρίνεται σε αυτή την ιδιότητα θα φανεί αργότερα, προϊόντος του μύθου. Αυτός, λοιπόν, ο δούλος γίνεται ο κινητήριος μοχλός της αφήγησης της πολιορκίας του Ιλίου, την άλωσής του, στην οποία, όπως ειπώθηκε νωρίτερα, δεν συμμετέχει, και του μεγαλύτερου μέρους του οδυσσεϊκού νόστου. Με ομηρικούς όρους, θα χαρακτηρίζαμε τον Λύκαστο αντιήρωα, μια και κανένα πολεμικό κλέος δεν θα τον χαρακτηρίσει σε όλη την έκταση του έργου. Ο αφηγητής μας, σαν αντικαθρέφτισμα του ίδιου του Οδυσσέα, επιβιώνει διαρκώς χάρη στο μυαλό του και στην ικανότητά του να διηγείται. Τι είναι, όμως, αυτό που διηγείται και πώς το κάνει;
Για να διηγηθώ όλες τις περιπέτειες του Οδυσσέα, θα χρειάζονταν μέρες και νύχτες. Στη δική μου ιστορία ο χρόνος της αφήγησης δε μετράει πια ξέχωρα απ’ αυτόν, αφού οι ζωές μας κόλλησαν κι έγιναν σιαμαίες ιστορίες. Μόνο οι αοιδοί θα μας ξεκολλήσουν, θα επιλέξουν στιγμές απ’ τα δικά του κατορθώματα και με τη φόρμιγγα στο χέρι θα γυρνάνε πόλεις και χωριά υμνώντας τα ταξίδια του. Η δική μου ιστορία έγινε λόγια χωρίς μουσική, ούτε γραφή έγινε, γιατί κανείς δεν καταπιάστηκε να τη χαράξει σε κεραμίδια μ’ εκείνα τα σημαδάκια που μοιάζουν μυγοπόδαρα. Με τη γραφή δε συναντήθηκα, ούτε με τη μουσική, μόνο απήγγειλα τα δικά μου λόγια ως χάρισμα στις Αύρες […]. (σ. 208)
Ένα μεγάλο μέρος της αφήγησης του Λύκαστου καταλαμβάνεται από τα όνειρα, τα οποία, τεχνηέντως ή μη, έρχονται να τον συναντήσουν, δίνοντάς του λύσεις, προστατεύοντάς τον, αλλά τροφοδοτώντας και την ίδια την εξέλιξη της ιστορίας. Κι εδώ, ο Ζουργός αναδεικνύεται καλός αναγνώστης της αρχαίας γραμματείας, επενδύοντας τον δούλο Λύκαστο με την ικανότητα του ονείρου ή, τουλάχιστον κάποιες φορές, της διήγησής του. O Paulin Ismard, πρόσφατα, έδειξε τη σύνδεση δούλων και ονείρου στην αρχαιότητα, εστιάζοντας στη χειραφετική δυναμική του ονείρου (Ismard σ. 159-160). Ο Λύκαστος, κατά έναν τρόπο, απελευθερώνεται από τον κόσμο των δούλων χάρη στην κατασκευή ονειρικών αφηγήσεων, επιβεβαιώνοντας πως η λογοθετική πράξη ενέχει η δύναμη της αλλαγής. Ο Οδυσσέας, βασισμένος στα όνειρα/»όνειρα» του δούλου του θα λάβει ορισμένες από τις σημαντικότερες αποφάσεις, είτε αυτές αφορούν τον ίδιο του Δούρειο Ίππο είτε την πορεία του πλοίου τους.
Ο κόσμος, ωστόσο, των Χάλκινων κατωφλιών δεν είναι μια μεταφορά του ομηρικού έπους στη μυθιστορηματική φόρμα, η κατά Bakhtin «μυθιστορηματοποίηση», κατά την οποία το έπος ―ή όποιο άλλο είδος― «διαλογοποιείται», γίνεται πιο «ελεύθερ[ο], πιο ευλύγιστ[ο], η γλώσσα το[υ] ανανεώνεται ενσωματώνοντας την εξωλογοτεχνική ετερογλωσσία και τα “μυθιστορηματικά” στρώματα της λογοτεχνικής γλώσσας» (Bakhtin σ. 24). Ο Λύκαστος μιλά πρωτίστως για τον εαυτό του, για τον δικό του κόσμο, ο οποίος, όπως μας υπενθυμίζει ο Terry Eagleton, δεν μπορεί να ιδωθεί χωριστά από εκείνον που τον παρήγαγε ως «λογοτεχνικό χαρακτήρα» (Eagleton σ. 98), τον ομηρικό. Άλλωστε, σε μια ειρωνική αποστροφή στους αναγνώστες, ο αφηγητής θα πυκνώσει τη δράση του έπους της βίας ως εξής:
Εκείνος ο μεγάλος πόλεμος, το στρατόπεδο, οι αρουραίοι, όλα είχαν στεγνώσει και είχαν καταχωνιαστεί στο σκοτεινό κύτος του πλοίου. Κάποτε Αχαιοί και Τρώες σφάζονταν για χρόνια δίχως εμφανή αιτία. Κάποιες βασίλισσες άλλαζαν εραστές, ένας κακομαθημένος γιος μιας θεάς είχε πεισμώσει και δε μιλούσε σε κανέναν, και αμέτρητοι δούλοι είχαν αφήσει τα κόκαλά τους στις πιο αηδιαστικές αγγαρείες, με χιλιάδες αρουραίους να τριγυρίζουν ανάμεσα στις σκηνές και στα σκουπίδια. (σ. 297)
Τίθεται, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα: απομυθοποιείται ο κόσμος του Ομήρου; Η εύκολη απάντηση είναι όχι, μια και δεν είναι λίγες οι φορές που φανταστικά στοιχεία του έπους, όπως οι Κύκλωπες, θα εμφιλοχωρήσουν στις σελίδες του βιβλίου, με τον αφηγητή μας, ωστόσο, να διατηρεί απόσταση ―κυριολεκτική και μεταφορική― από τα ομηρικά αυτά τέρατα. Ο Ζουργός δημιουργεί έναν κόσμο μεταξύ μύθου και ιστορίας, μια και, όπως δείχνει η εμπεριστατωμένη βιβλιογραφία που τεκμηριώνει το πραγματολογικό πλαίσιο του έργου και κατατίθεται στο τέλος, πατά σταθερά στο ιστορικό πλαίσιο για να συνθέσει.
Η τελευταία αυτή λέξη δεν χρησιμοποιείται τυχαία, καθώς ο κόσμος του Ομήρου συναντά εκείνον του «αντίπαλου δέους» κατά Auerbach, τον βιβλικό. Πλέοντας μέσα στα χωρικά ύδατα της Οδύσσειας, ο συγγραφέας κάνει μια παρέκβαση, στέλνοντας το πλήρωμα του Οδυσσέα στην Ανατολή. Τα κεφάλαια που αφιερώνονται στις περιπέτειες του πληρώματος στη γη της Τύρου και του Ισραήλ, στις συναντήσεις του βασιλιά της Ιθάκης με τον Χιράμ της Τύρου και με τους αξιωματούχους του Σολομώντα, στις περιγραφές των χώρων, των ναών και των ανακτόρων, αποτελούν ένα σφιχτοδεμένο κράμα της Μίμησης. Αν σε αυτές τις αφηγήσεις προσθέσουμε τις αφηγήσεις δευτεραγωνιστών, δούλων από την Ανατολή, συντρόφων, σκλάβων, ανδρών και γυναικών, θα λέγαμε ότι ο Ζουργός μας δίνει πρόσβαση σε μια από τα κάτω ιστορία. Αν και ο Μαρωνίτης κάνει λόγο για την ξενία του Οδυσσέα, ο Λύκαστος, ο Ύλακας, ο Ιλκιά, αναδεικνύονται στους κατεξοχήν ξένους, αποκομμένοι από το πλαίσιο που τους παρήγαγε, ριγμένοι σε έναν άλλο κόσμο από αυτόν που ήξεραν, αναγκασμένοι να πειθαρχήσουν στις επιταγές του για να επιβιώσουν. Κι αυτή είναι μια ακόμη από τις αρετές του έργου, η πρόσβαση σε αφηγήσεις μάλλον παραγνωρισμένες, αφού, για αιώνες, τη μερίδα του λέοντος διεκδικούν οι φωνές των «μεγάλων».
Θα μπορούσαμε, κλείνοντας, να συνοψίσουμε την πορεία της Οδύσσειας στη δημιουργική φαντασία της Δύσης ως εξής: από τους ναυτικούς της Αναγέννησης που είδαν στο ομηρικό έπος την περιπλάνηση, στους διαφωτιστές που έψαξαν την οδό της εκπαίδευσης των νέων Τηλέμαχων, στον μοντερνισμό που έστρεψε τον φακό του στους ανώνυμους συντρόφους και τους λησμονημένους Ελπήνορες. Στην παράδοση αυτή, ο Ζουργός κομίζει κάτι νέο: τη συνάντηση έπους, ιστορίας, μύθου και Βίβλου στο πρόσωπο ενός χαρακτήρα. Ο Λύκαστος, εκείνος που βρίσκεται μετά από ένα σημείο της αφήγησης μεταξύ αφέντη και δούλου, ο ενδιάμεσος, εκών άκων, θεών και ανθρώπων, ο αντιήρωας του ομηρικού κόσμου αλλά ο ήρωας της νεότερης λογοτεχνικής παραγωγής, είναι ο κατεξοχήν μεταιχμιακός πρωταγωνιστής. Έτσι, η Οδύσσεια δεν ολοκληρώνεται με την επιστροφή, άλλωστε και στο έργο αυτή δεν υπάρχει, αλλά μετατοπίζεται στον χώρο του ενδιάμεσου, εκεί όπου κατοικεί ο ίδιος ο Λύκαστος. Δεν είναι ο ήρωας που θριαμβεύει ούτε εκείνος που επιστρέφει, αλλά αυτός που μένει ανάμεσα: ανάμεσα στην εξουσία και την υποταγή, στον μύθο και την ιστορία, στο ανθρώπινο και το θείο. Στο πρόσωπό του συμπυκνώνεται μια άλλη εκδοχή του οδυσσειακού που δεν αφορά την κατάκτηση του νόστου, αλλά την εμπειρία της μεταιχμιακής ύπαρξης. Και ίσως τελικά ο Λύκαστος να είναι ο πιο σύγχρονος από όλους, ακριβώς γιατί ενσαρκώνει όχι τον προορισμό, αλλά την αβεβαιότητα, όχι την επιστροφή, αλλά τη διαρκή εκκρεμότητα της ανθρώπινης μοίρας.
_____________________
Εκτεταμένη μορφή κειμένου που αναγνώσθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, στις 10 Μαΐου 2026.
Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ
Auerbach, E. (2014). Μίμησις. Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία, ΜΙΕΤ.
Eagleton, T. (2023). Πώς να διαβάζουμε λογοτεχνία. εκδ. Πεδίο.
Ismard, P. (2025). Ο καθρέφτης του Οιδίποδα. Σκέψεις για τη δουλεία. Εκδ. Πόλις.
Ζουργός, Ι. (2026). Χάλκινα κατώφλια. Εκδ. Πατάκη 2025.
Οικονόμου, Μ. (2016). Κουπιά και φτερά. Ο μύθος του Οδυσσέα στη λογοτεχνία κα τον κινηματογράφο του μοντερνισμού. Εκδ. Νεφέλη.