«Νύχτες με την Κάλλη»

«Νύχτες με την Κάλλη»

Γιώργος Συμπάρδης, «Νύχτες με την Κάλλη», Μεταίχμιο 2026


I had found the spell of the picture in an absolute life-likeliness of expression, which at first startling, finally confounded, subdued and appalled me.
―Edgar Allan Poe, The Oval Portrait.



Η πεζογραφία του Γιώργου Συμπάρδη είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας ενός πολύ καλού τεχνίτη και εδράζεται σε πολλαπλά επίπεδα νοήματος και υπαρξιακό βάθος –κάτι όχι πολύ συχνό σήμερα, σε μια εποχή ευκολίας και προχειρότητας. Αποτελούν μια γοητευτική πρόκληση και για τον αναγνώστη και για τον κριτικό.
Υποβλητική ατμόσφαιρα, συμβολισμοί και ρυθμικός λόγος, μυστήριο και αναζήτηση, φροντισμένη γλώσσα, συντακτική ιδιαιτερότητα με φανερή προτίμηση το ρήμα να τίθεται στο τέλος της πρότασης, πρόσωπα διφυή, με ρευστή ταυτότητα ή/και σεξουαλικότητα και ενίοτε με κρυμμένο τον βαθύτερο εαυτό, τον οποίο αναζητούν ή υποκρύπτουν, αφηγηματική ανοικτότητα.
Κυρίαρχα συναισθήματα η ανασφάλεια και η μοναχικότητα. Πόσο φιλήσυχοι είναι οι «απλοί» άνθρωποι; Πόσο ασφαλείς είμαστε και πόσο αδιατάρακτη είναι η φαινομενικά ήσυχη ζωή των ανθρώπων; Κάτω από την επιφάνεια, ποιο βάθος παθών κρύβουμε, χωρίς να το αποκαλύπτουμε; Πόσο εφικτή είναι η σύνδεσή μας με τον άλλον και πόση εμπιστοσύνη μπορούμε να δείχνουμε σε όσα μας λέει αλλά και σε όσα ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες μπορούμε να ελέγξουμε; Πόσα ο ασταθής μας έλεγχος –που επηρεάζεται από την οπτική μας γωνία, τα συναισθήματα αλλά και την τυχαιότητα π.χ. την κούραση, τη ζέστη, τη ζάλη του αλκοόλ– μας επιτρέπει να κρίνουμε;
Αυτά, λοιπόν, τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των μυθιστορημάτων του Συμπάρδη τα συναντάμε και στη νέα του νουβέλα. Δύο στοιχεία θεωρώ ότι διαφοροποιούνται εν μέρει, το ένα είναι πως η μοναχικότητα υπογραμμίζεται με τρόπο σχεδόν νομοτελειακό (ο Σάκης εγκαταλείπει την Νίνα, η Ματούλα εγκαταλείπει την Κάλλη, μια άλλη γυναίκα εξαφανίζεται αιφνιδίως από τη ζωή του Γιώργου, ο Γιώργος και η Νίνα αποξενώνονται, η ξαδέλφη και ο αφηγητής δεν συναντιούνται πια) και το άλλο ότι ο συγγραφέας αποκαλύπτει το συγγραφικό του εργαστήρι σε ένα βάθος που δεν έκανε στα προηγούμενα βιβλία του.
Ο αφηγητής, με τον συνήθη συγγραφικό τρόπο του Συμπάρδη, μάς δίνει σταδιακά και με προσοχή τις πληροφορίες που ολοκληρώνουν την προσωπογραφία του: οι υπόλοιποι ήρωες όπως και ο αναγνώστης οφείλουν να κοπιάσουν, για να σχηματίσουν το παζλ, η κεντρική ηρωίδα μέσω των αφηγήσεών της φτιάχνει το δικό της πορτρέτο, όπως αυτό φιλτράρεται μέσα από την οπτική του Γιώργου-αφηγητή.
Ο υπόρρητος συγγραφέας, ως ήρωας ο ίδιος, μάς συστήνει, λοιπόν, την πρωταγωνίστριά του δείχνοντάς μας ταυτοχρόνως πώς χρησιμοποιώντας το υλικό που του προσφέρει η γνωριμία τους, χτίζει μπροστά στα μάτια μας την κειμενική του ύλη.
Δηλωμένες στις Σημειώσεις οι οφειλές στις Λευκές Νύχτες του Ντοστογιέφσκι αλλά και άλλες, που δεν δηλώνονται, με την προφάνειά τους εσκεμμένη: η δομή του βιβλίου, οι ονομασίες των κεφαλαίων, οι νυχτερινές αφηγήσεις της ηρωίδας. Εξάλλου ο Συμπάρδης δεν αφήνει τίποτα στην τύχη μέσα στις έντεχνες αφηγήσεις του, όπως π.χ. το σημειολογικό βάρος της ονοματοδοσίας. Τα ονόματα δεν είναι απλοί δείκτες παραπομπής στην εξωκειμενική πραγματικότητα, έχουν συμβολικό βάρος ή κρύβουν κι αυτά κάποιο μυστικό για το οποίο καλείται να αναρωτηθεί ο αναγνώστης, άλλοτε με επιτυχία άλλοτε όχι.
Ο παραλληλισμός ανάμεσα στην ξαδέλφη και την ηρωίδα δημιουργεί περισσότερα ερωτηματικά από όσα λύνει και η κατακλείδα του τέλους ανανοηματοδοτεί όλη την ιστορία με έναν τρόπο που αποκαλύπτει το συγγραφικό τέχνασμα, ενώ ταυτοχρόνως αντί να το υπονομεύει, το δικαιώνει.
Ο αφηγητής ξεκινά την ιστορία του μιλώντας με θαυμασμό και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μια γυναίκα που φαίνεται πως συναντά τυχαία στη γειτονιά του και η εμφάνισή της τον γοητεύει. Η ακολουθία της γνωριμίας τους είναι εκείνη της αιφνίδιας έλξης ενός άντρα προς μια γυναίκα ή ενός συγγραφέα προς μια υποψήφια ηρωίδα. Όλα είναι εκστατικά στην αρχή, όλα φαίνονται πως είναι εργαλεία της σαγήνης, τα ρούχα, η ομιλία, οι μικρές καθημερινές συνήθειες που προβάλλουν αξιοθαύμαστες.

[…] ήμουν τόσο επηρεασμένος από την καλλιεργημένη, τη βραχνή από τα τσιγάρα φωνή της και κυρίως από την εγγύτητα της σωματικής παρουσίας της ώστε συχνά άκουγα αλλά ήταν σαν να μην άκουγα […]

Σταδιακά παρακολουθούμε την κορύφωση του πόθου αποκρυπτογράφησης του Άλλου στον οποίο οδηγούμαστε από τη βαθύτερη ανάγκη της σύνδεσης είτε πρόκειται για φυσική έλξη είτε για μυθο-πλαστική.

«Όλα θα πάνε καλά» κατάφερα και είπα, κάτι για το οποίο ήμουν σίγουρος. Το σφίξιμο του χεριού της που αποτόλμησα στη συνέχεια, μια χειρονομία επιβεβαίωσης παρά ενθάρρυνσης· αχρείαστης σε μια τέτοια γυναίκα, το πίστευα. Την αναγνώρισε άμεσα γέρνοντας το κεφάλι της στον ώμο μου. Το βάρος της ανεπαίσθητο, αρωματισμένο. Μια ελαφριά ευωδία λουλουδιών ανάβλυζε (από το δέρμα ή τα μαλλιά της, δεν ξέρω) τόσο ελαφριά που μόνον σαν με άγγιξε έγινε αισθητή. Παρέμεινα ακίνητος με κρατημένη ακόμα και την ανάσα και παρακαλούσα να διαρκέσει.

Και εκεί όπου αναμένεται να επέλθει μια κορύφωση, όταν τα μυστικά φωτίζονται από τις πιθανές τους λύσεις και το μυστήριο ξεθωριάζει, η σαγήνη ξεφουσκώνει. Αμέσως μετά ο γοητευμένος βλέπει το αντικείμενο του πόθου του με τα μάτια της πραγματικότητας και ο συγγραφέας με τα μάτια των κοινών ανθρώπων. Αφού του έχει εμφυσήσει την απαραίτητη μυθοπλαστική πνοή, δεν έχει πλέον γι’ αυτόν ενδιαφέρον. Τα ρούχα της, από ψαγμένα περασμένης μόδας που της προσδίδουν γοητεία σαν από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία, γίνονται παλιατσαρίες για να ξαναγίνουν στο τέλος, από μια απόσταση πιο ψύχραιμη: περασμένης μόδας που της πάνε πολύ∙ η όψη της άρρωστη, τα ψώνια της όπως όλων των άλλων. Η γοητεία έχει εξανεμιστεί και όλα επιστρέφουν σε μία κατάσταση κανονικότητας.

Να καθίσεις εκεί που κάθεσαι Κάλλη και να αποτελειώσεις με τις μικρές ποντικίσιες δαγκωματιές σου τα σοκολατάκια. Κάνε τουλάχιστον αυτό το λίγο για μένα, μούσκεμα έγινα το μεσημέρι για να σου τ’ αγοράσω.
Επέμεινε, το ίδιο κι εγώ. Ύψωσα τη φωνή, μπορεί να φάνηκε ότι αγρίεψα -ξέρω πώς ακούγομαι μερικές φορές όταν νευριάζω- και την απέτρεψα.

Στην αφήγηση της νουβέλας έχουμε παρακολουθήσει την απομυθοποίηση της σχέσης του αφηγητή με την Κάλλη αλλά και τη διαδικασία της μυθοποίησής της μέσα στο σώμα του βιβλίου. Η Κάλλη υπάρχει εκεί με την παλιομοδίτικη γοητεία της, τα μυστικά της τα έχουμε ψηλαφήσει, συμβιβασμένοι με την ιδέα ότι ποτέ δεν θα μας αποκαλυφθούν πλήρως: εξάλλου για πόσους ανθρώπους γύρω μας είμαστε πεπεισμένοι για τη διαφάνεια της προσωπικότητάς τους;
Εν τέλει η Κάλλη εκμεταλλεύτηκε τον αφηγητή γιατί εκείνο που την ενδιέφερε ήταν από την αρχή να αποκτήσει εγγύτητα στον χώρο της Ματούλας; Ή ο αφηγητής εκμεταλλεύτηκε τη Νίνα, γιατί ήθελε να πλάσει την Κάλλη μέσα από τα κομμάτια της; Μήπως εκείνο που ήθελε εξαρχής ήταν να σαρκωθεί η κατακλείδα του τέλους και έτσι να απομυθοποιήσει τόσο τον ανθρώπινο δεσμό όσο και τη συγγραφική ιδέα; Η αφήγηση όπως και το βιβλίο έχουν, πάντως, ολοκληρωθεί.
Αυτό που υπονομεύει την ανθρώπινη ειλικρίνεια του αφηγητή εκείνο ακριβώς δικαιώνει την αφηγηματική ειλικρίνεια του συγγραφέα. Τι σημαίνει, τι μπορεί να σημαίνει η ομορφιά, η αγάπη, ο θαυμασμός, η συμπόρευσή μας με τον Άλλον και στη ζωή αλλά –ίσως προπάντων– και στην τέχνη.
Και με αυτές τις περίεργες συνάψεις που κάνει μέσα μας η λογοτεχνία, οι οποίες κινούνται συνήθως πέραν της συγγραφικής πρόθεσης (ο συγγραφέας έχει δηλώσει εκτός από τον Ντοστογιέφσκι και οφειλές στον Κουμανταρέα) θα πω ότι η αναγνωστική μου μνήμη ανέσυρε Το Οβάλ Πορτρέτο του Έντγκαρ Άλαν Πόε για τον τρόπο που η τέχνη αντλεί από τη ζωή* αλλά και τον μονόλογο της γυναίκας στη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου που, παρόλες τις επικλήσεις της (Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου) προς τον νέο άντρα, εν τέλει δεν φεύγει μαζί του:

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.**

Υπογραμμίζοντας τη μοναχικότητα που προσπαθούμε να άρουμε μέσα από τη λογοτεχνική γραφή, είτε τη γράφουμε είτε τη διαβάζουμε, ακόμη κι όταν πιθανολογούμε –ή και γνωρίζουμε– πως η χειρονομία μας ενδέχεται να μείνει μετέωρη και εκκρεμής.
Και κάθε φορά δοκιμαζόμαστε από την αρχή σαν να είναι και πάλι η πρώτη.




*[…]ο ζωγράφος έβρισκε μεγάλη χαρά στο έργο του και εργαζόταν μέρα και νύχτα για να αποδώσει τη μορφή της αγαπημένης του, που όμως γινόταν όλο και πιο αδύναμη. Κάποιοι που έβλεπαν το πορτρέτο μιλούσαν ψιθυριστά για την απίστευτη ομοιότητά του, ως απόδειξη όχι μόνο της ικανότητας του ζωγράφου αλλά και της βαθιάς αγάπης του. Όταν το έργο πλησίαζε στην ολοκλήρωσή του, κανείς δεν επιτρεπόταν πια να μπει στο δωμάτιο. Ο ζωγράφος είχε γίνει σχεδόν μανιακός και σπάνια σήκωνε το βλέμμα του από τον καμβά […] Δεν αντιλαμβανόταν πως τα χρώματα που έβαζε στον καμβά τα έπαιρνε από τα μάγουλά της.[…] Edgar Allan Poe, The Oval Portrait. The Library of America. Story of the Week, From Edgar Allan Poe: Poetry & Tales (LOA, 1984), σσ. 481-84. (Σε μετάφραση δική μου για την ανάγκη της παρούσας δημοσίευσης. Οι υπογραμμίσεις δικές μου).
** Ανάκτηση από: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/h_sonata_toy_selhnofwtos.htm

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: