
Ενθυμήσεις-αφηγήσεις επέλεξε η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη να περιλάβει στο νέο της βιβλίο Όταν και οι λακκούβες ήταν χαρά. Οι ενθυμήσεις είναι ένα μεικτό αφηγηματικό είδος λόγου με έκδηλα στοιχεία αυτοβιογραφίας, στοιχεία λογοτεχνίας της μνήμης αλλά και λογοτεχνίας της πόλης. Η συγγραφέας καταθέτει στο σώμα της γραφής προσωπικές αναμνήσεις από τη γενέθλια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, οικογενειακές ιστορίες, γεγονότα του ιδιωτικού βίου ή ιστορικά γεγονότα που έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στη δική της πρόσληψη του κόσμου, ενώ την ίδια στιγμή αναδύονται και ανασυντίθενται εικόνες από το παρελθόν της συμπρωτεύουσας, σε διάφορες χρονικές στιγμές της ιστορίας της, ένα παλίμψηστο του αστικού ιστού αποκαλύπτεται, συμβάλλοντας στη διάσωση της μνήμης αυτής της πόλης. Στιγμιότυπα από την καθημερινότητα περασμένων εποχών, από τις αρχές του 20ου
αιώνα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60 αναβιώνουν με ζωντάνια, χάρη στις ακριβείς και λεπτομερείς περιγραφές, μέσα από τη γραφή της Σεφεριάδη. Η αφήγηση λειτουργεί ως μια μαρτυρία για τον αλλοτινό καθημερινό βίο, προκαλεί την περιέργεια και το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενώ παράλληλα ευαισθητοποιεί και κεντρίζει τη μνήμη του, ενεργοποιεί τη φαντασία του να ανασυνθέσει τις περασμένες εικόνες με βάση τις περιγραφές που έχει διαβάσει, οξύνει το βλέμμα του στην παρατήρηση της πόλης σήμερα, μετά το πέρας της ανάγνωσης. Αναπόφευκτα συγκρίνει το άλλοτε με το τώρα.
«Παράδεισος οι χωματόδρομοι για τα παιδιά της εποχής μου! Άνοιξη και φθινόπωρο γέμιζαν οι λακκούβες τους βρόχινο νερό, να πλατσουρίζουμε με τις μαύρες γαλότσες της “Αλυσίδας”». Η φράση αυτή μας παραπέμπει κατευθείαν στον τίτλο του βιβλίου, τον επεξηγεί με τον καλύτερο τρόπο και δηλώνει ευκρινώς την επιλογή της συγγραφέως να εστιάσει στις παιδικές κι εφηβικές αναμνήσεις, να τιμήσει τους φίλους και τους συμμαθητές εκείνων των χρόνων, να δώσει την ευκαιρία στο παιδί μέσα της να μιλήσει για τον εαυτό του, για τα συναισθήματά του, να κρατήσει ζωντανό έναν κόσμο που ως ενήλικος βλέπει πως έχει ολότελα μεταλλαχτεί. Ο τίτλος μας υπενθυμίζει ότι αυτό που αποτελεί για τους μεγάλους πρόβλημα, για τα παιδιά είναι πρόκληση της φαντασίας, κίνητρο παιχνιδιού, γέλιου και χαράς. Τα παιχνίδια και οι φίλοι έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις αφηγήσεις του βιβλίου. Πέρα από τη γοητεία και τη νοσταλγική διάθεση που διαφαίνεται σε μια τέτοια επιλογή, δίνεται η αφορμή στη συγγραφέα να παρατηρήσει τα βήματα της πορείας της προς την ενηλικίωση. Στην αφήγησή της συνδυάζει την οπτική του παιδιού που ήταν τότε με την οπτική αλλά και την ωριμότητα του ενήλικου αφηγητή που έρχεται μετά από χρόνια να παρατηρήσει και να σχολιάσει μια προηγούμενη φάση ζωής. Σε αυτή την αναδρομή, σε αυτόν τον αναστοχασμό βρίσκει η Σεφεριάδη στοιχεία, συμπεριφορές και πρόσωπα που αξιοποίησε αργότερα στο συγγραφικό της έργο.
Ο τόπος λειτουργεί ως αφόρμηση, για να ξεδιπλωθούν οι αναμνήσεις και την ίδια στιγμή αυτός καθαυτός γίνεται περιεχόμενο των αναμνήσεων. «Η γειτονιά μας οριζόταν από την 25ης Μαρτίου προς τη θάλασσα, περιλαμβάνοντας μέρος της Θάλητος, μέρος της Ανθέων, μέρος της Καλλιγά και ολόκληρη τη Ναταλίας Μελά-τον χωματόδρομο της καρδιάς μας». Ένας μικρόκοσμος μιας αστικής γειτονιάς μέσα στην πόλη, οριοθετημένος, με σταθερές αξίες, εν πολλοίς κοινές συνήθειες και συμπεριφορές. Η γειτονιά της Σεφεριάδη, στην περιοχή της Μαρτίου και στους γύρω δρόμους, σήμερα γεμάτη πολυκατοικίες, καταστήματα, λίγα δέντρα, θορύβους και καυσαέριο. Ανοίγοντας όμως το βιβλίο, ο αναγνώστης εισέρχεται σ’ ένα όμορφο περιβάλλον, όπου οι αισθήσεις του ευφραίνονται. Κήποι, λουλούδια, μυρωδιές, γεύσεις αυθεντικές, σπιτικές λιχουδιές, γλυκά του κουταλιού, ρυζόγαλο, κομπόστες, ασουρέ, μαλεμπί, πίτες, φωνές παιδιών που παίζουν στους δρόμους, μαθαίνουν ποδήλατο, επινοούν παιχνίδια για να γεμίσουν δημιουργικά τον χρόνο τους. Εποχή αθωότητας κι ελευθερίας. Οι δυσκολίες υπάρχουν, δυσάρεστα γεγονότα σκιάζουν και την αλλοτινή καθημερινότητα, οι περιπέτειες της Ιστορίας δεν αγνοούνται, αλλά η συγγραφέας προκρίνει να εστιάσει στη χαρά, στις καθημερινές απολαύσεις, στη σύνδεση των ανθρώπων, στην παρατήρηση των αλλαγών στη γειτονιά και στην πόλη. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στην οικογένεια αποφεύγανε να μιλούν τόσο για τα δύσκολα όσο και για τα όμορφα χρόνια. Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως οι γλυκιές αναμνήσεις μπορεί να είναι πιο πικρές απ’ τις γλυκιές». Η Ιστορία εμφανίζεται στις αφηγήσεις του βιβλίου, κυρίως, ως πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται ο βίος της αφηγήτριας και των οικείων της: Πυρκαγιά του 1917, άφιξη των προσφύγων, Κατοχή, Εμφύλιος. Στη μεταπολεμική περίοδο η συγγραφική μνήμη επιλεκτικά και εν παρόδω αναφέρει τους απόηχους γεγονότων που άφησαν το αποτύπωμά τους στη ζωή της πόλης, όπως ήταν η δολοφονία του Πολκ, ο δράκος του Σέιχ Σου, οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για την προίκα της Σοφίας αλλά και οι πορείες υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
Παράλληλα με τη ζωή της αφηγήτριας παρακολουθούμε και τη ζωή της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης, καθώς και τα βήματά της πόλης προς τον εκσυγχρονισμό. Οι παλιοί χωματόδρομοι θα γίνουν άσφαλτος, οι πρώτες πολυκατοικίες θ’ αρχίσουν να ξεφυτρώνουν κι οι αλάνες για τα παιδικά ομαδικά παιχνίδια να μειώνονται. Παλιά επαγγέλματα καταργούνται, δεν περνά πια ο παγοπώλης, ο γανωτής, ο γαλατάς, ο ψαράς, ο αρκουδιάρης, οι ηλεκτρικές συσκευές διευκολύνουν την οικιακή ζωή, νέες συσκευές συμβάλλουν στη διασκέδαση των ανθρώπων. Το τραμ διακόπτει τον επιτυχημένο βίο του, τα καραβάκια του Θερμαϊκού γράφουν κι αυτά τη δική τους ιστορία. Η Σεφεριάδη δίνει έμφαση στην πολιτισμική μνήμη της πόλης, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της ταυτότητας του ατόμου. Με αφορμή την αφήγηση των πρώτων κινηματογραφικών της εμπειριών, μας συστήνει παλιούς κινηματογράφους της πόλης: Κρόνος, Ποσειδών, Άστρον, Κορωνίς, Ολύμπια και το εφτάψυχο Κολοσσαίον‧ μας θυμίζει ταινίες της εποχής, αναφέρεται και σχολιάζει τα μουσικά ακούσματα: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, λαϊκά, Μητσάκης, Τσιτσάνης, Καζαντζίδης, Γούναρης, Τζίμης Μακούλης‧ αναφέρεται σε ραδιοφωνικές εκπομπές, θεατρικές παραστάσεις που έστηναν τα ίδια τα παιδιά και σε αναγνωστικές εμπειρίες, λαϊκών αλλά και λογοτεχνικών περιοδικών: Μικρός Ήρωας, Κλασικά Εικονογραφημένα, Μίκι Μάους, αλλά και Επιθεώρηση Τέχνης κι Εποχές, ενώ μας μεταφέρει με ακριβείς, κινηματογραφικές περιγραφές στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, τονίζοντας την ιδιαιτερότητα και τη σημασία του γεγονότος αυτού στη ζωή της πόλης. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται πλούσιο φωτογραφικό υλικό από το προσωπικό αρχείο της Σεφεριάδη. Φωτογραφίες μελών της οικογένειας, φιλικών προσώπων, φωτογραφικά στιγμιότυπα από τη σχολική ζωή, εικόνες χαρακτηριστικές της πόλης, αλλά και ενθυμήματα πολιτισμικά της εποχής, εξώφυλλα περιοδικών και βιβλίων, αφίσες διαφημίσεων.
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, η Θεσσαλονίκη καταγράφεται στη σκέψη μας ως μια πόλη ανθρώπινη, νοσταλγούμε τη γειτονιά ως κοινότητα, εικόνα που στο σημερινό φαντασιακό μας μοιάζει ειδυλλιακή. Η Σεφεριάδη μ’ αυτό το βιβλίο δίνει την ευκαιρία στους παλιούς της φίλους, μέσω της ανάγνωσης, να θυμηθούν λησμονημένες εικόνες των παιδικών και νεανικών τους χρόνων και να ξαναζήσουν στιγμές της ζωής τους που έμειναν τόσα χρόνια στη σκιά. Οι νεότεροι αναγνώστες μέσα από τις σελίδες του βιβλίου πραγματοποιούν ένα ταξίδι σε μια άλλη Θεσσαλονίκη, που υπάρχει πια μόνο σε παλιές φωτογραφίες, σε καρτ ποστάλ και στις σελίδες της λογοτεχνίας.