«Tartaros Ltd»

«Tartaros Ltd»

Παναγιώτης Ρίζος, «TaRTAROS Ltd», εκδ. Παπαδόπουλος 2024


Υπάρχει άραγε τρόπος να έχουμε τον έλεγχο στο άνυσμα του χρόνου; Υπάρχει δηλαδή τρόπος να έχουμε λόγο επάνω στη διάρκεια του βίου μας και μάλιστα στην ποιότητα της ζωής μας, με αποτέλεσμα ο κερδισμένος χρόνος να είναι αποτέλεσμα και επιβράβευση ορθών προσωπικών μας χειρισμών;
Στον έβδομο και τελευταίο τόμο του (Le Temps retrouvé), όπου γίνεται λόγος για τον ανακτημένο χρόνο, ο Προυστ υποστηρίζει πως ο χρόνος δεν εξανεμίζεται αποκλειστικά στο βιωμένο παρελθόν αλλά ανακτάται και άρα επεκτείνεται ως ακούσια μνήμη (Mémoire Involontaire) που τυχαίες αισθήσεις την ενεργοποιούν (όπως η μαντλέν στον πρώτο τόμο ή το παραπάτημα σε ανισόπεδη πλάκα στο σπίτι των Γκερμάντ στον τελευταίο), ανακαλώντας με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο τη μνήμη αλλά μετακομίζοντας αυτούσιο το παρελθόν στο παρόν.
Ωστόσο, την τάξη του χρόνου κατά τον Προυστ τη διαταράσσει μόνο ο αληθινός κόσμος της Τέχνης καταλήγοντας πως μέσα από τη λογοτεχνία βγαίνουμε από τον εαυτό μας και αντικρύζουμε τον κόσμο πολλαπλώς ειδωμένο και μέσα από τα μάτια των άλλων, ενώ κατά τη διάρκεια της συγγραφής πίσω από την αρχική, πίσω από την πάνω πάνω εντύπωση των πραγμάτων, αφηγούμαστε επιπλέον και την κρυμμένη ουσία τους. Ο μόνος τρόπος άρα, για να νικηθεί η φθορά, είναι η μετατροπή της ζωής σε βιβλίο.
Στο βιβλίο του Παναγιώτη Ρίζου ο χρόνος είναι δυνατόν να ανακτηθεί, μόνον όταν ο πρωταγωνιστής κατορθώσει να αφηγηθεί τη ζωή του στην πλήρως αληθινή της διάσταση, ακόμα και αν είναι οι ιστορίες του είναι προϊόν φαντασίας, υπακούοντας όμως αυτή η αφήγηση σε συγκεκριμένα ερωτήματα και κανόνες της τεχνητής νοημοσύνης. Ένας από αυτούς μάλιστα, μια προϋπόθεση για την ακρίβεια, είναι η απόκρυψη του προσώπου του αφηγητή πίσω από διάφορα προσωπεία.
Το πρόσωπο ωστόσο εδώ είναι αυτονόητο πως είναι ο ίδιος ο συγγραφέας ο οποίος καλείται μέσα από πολλαπλές ιστορίες να θέσει τον εαυτό του στην κρίση της Τεχνητής Νοημοσύνης, κάτι σαν να επιτρέπει να συμβεί ένας πολλαπλασιαστικός αντικατοπτρισμός όπου ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος τόσο με το βλέμμα του μηχανήματος όσο και του εκάστοτε αναγνώστη.
Όλα ξεκινούν στις 29 Σεπτεμβρίου, μια φαινομενικά ολόιδια με τις άλλες μέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας μένοντας ο δικηγόρος αφηγητής στο σπίτι του λόγω μιας ίωσης που τον ταλαιπωρεί πληροφορείται ότι η συγκεκριμένη μέρα έχει θεσπιστεί ως Παγκόσμια Ημέρα Καρδιάς. Η καμπάνια "Don’t Miss a Beat" (Μη χάσεις τον ρυθμό) αποβλέπει στην ευαισθητοποίηση για την καρδιακή υγεία σχετικά με τα καρδιαγγειακά νοσήματα (ΚΑΝ) και τα εγκεφαλικά επεισόδια, που προκαλούν πάνω από 20 εκατομμύρια θανάτους ετησίως.
Στη συνέχεια όλα παίρνουν ξαφνικά μιαν άλλη τροπή τρομακτική καθώς μια απρόσμενη συνειδητοποίηση τού χτυπά αιφνίδια την πόρτα. Πέφτει τυχαία πάνω σε διαφήμιση μεγάλης ασφαλιστικής εταιρίας στο διαδίκτυο, η οποία προειδοποιεί: «Oλόκληρη η ζωή μας μετριέται σε περίπου 3.363.840.000 χτύπους της καρδιάς μας, κάν’ τη να ηχήσει δυνατά και ζήσε την κάθε στιγμή, τον κάθε χτύπο ξεχωριστά!»
Και συνεχίζει: «Θα πεθάνεις. Ασφαλίσου». Στη φοβερή αυτή κατραπακιά έρχεται η δική του σκέψη πως οι άλλοι θα μπορούν να ζήσουν καλά από το θάνατό του. Από εδώ αρχίζει να ξετυλίγεται το νήμα της αφήγησης που ήδη από το μότο του βιβλίου μάς έχει προϊδεάσει: «Ιδού, παλαιστάς έθου τας ημέρας μου» (Ιδού, μετρημένες έκαμες τις ημέρες μου) (Ψαλμοί, 38:6) μια εναγώνια παραλλαγή τού χωρίου: «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;» (Ρωμ. 7,24)
Σ’ αυτή την έκκληση του αποστόλου Παύλου στην επιστολή του προς Ρωμαίους, αποπειράται να απαντήσει ο Παναγιώτης Ρίζος και στήνει έναν ολόκληρο μύθο όπου τείνει να παγιδεύσει στην αρπάγη του τον άρπαγα χρόνο του βίου μας.

Έκανα διαιρέσεις, διαιρέσεις, διαιρέσεις να βρω τους χτύπους της καρδιάς ανά χρόνο ανά ώρα ανά λεπτό. Στην αρχή για πλάκα, γενικότητες, όταν όμως για πλάκα άρχισα να κάνω υπολογισμούς για μένα, που είμαι πενήντα οχτώ πατημένα, τότε όχι μόνο έπαθα παροξυσμό βήχα, αλλά ίδρωσα ξαφνικά και όταν κατάλαβα ότι όταν ίδρωσα και έπιασα τους σφυγμούς μου, η καρδιά μου χτύπαγε σαν παλαβή, μειώνοντας δραματικά τους χτύπους που θα μου απόμεναν, τότε το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου με το οποίο συζώ από παλιά με οδήγησε ταχέως στην τουαλέτα.

Η αγωνία του για τον έλεγχο του εναπομείναντα χρόνου και για την οικονομία των χτύπων της καρδιάς, τον οδηγεί να ενδώσει στο πολλά υποσχόμενο από την ΑΙ ρολόι «Τάρταρος», που μετρώντας τους καρδιακούς παλμούς που έχει ξοδέψει και βέβαια λαμβάνοντας υπόψη του τις συνήθειες, το παρελθόν, την κληρονομικότητα, είναι σε θέση να του υπολογίσει τον χρόνο ζωής που του απομένει. Όλα βέβαια υπόκεινται στον αλγόριθμο της τεχνητής νοημοσύνης που παίρνει τις πληροφορίες για τον ασφαλιζόμενο πελάτη μετά από μια συνέντευξη στο πλαίσιο της οποίας καλείται ο ενδιαφερόμενος να αφηγηθεί μικρές ιστορίες. Το πρόσωπο γίνεται ένα ολόγραμμα ΑΙ που τροποποιείται η μορφή του, ανάλογα με το περιεχόμενο της κάθε ιστορίας. Μάλιστα η αφήγηση των είκοσι έξι αυτοτελών μικρών ιστοριών καθορίζει το 70% του χρόνου που του αναλογεί. Η δημιουργία ενός αλγόριθμου από την εταιρεία TaRTAROS Ltd βασίζεται και επηρεάζεται από τον εαυτό που υπολανθάνει αθέατος και άγνωστος στο υποσυνείδητό του. Και όλα αυτά κρίνονται και παραμετροποιούνται ανάλογα με τις ιστορίες που θα αναδυθούν αυθόρμητα ως απαντήσεις σε τυχαίες δήθεν, ωστόσο απόλυτα στοχευμένες, ερωτήσεις του τύπου:

Έχετε επισκεφθεί ορθόδοξο μοναστήρι; Κληρονομικότητα, από την πλευρά του πατέρα σας; Αν ήσασταν εικόνα βυζαντινού αγίου ποια θα θέλατε να είστε και πολλά άλλα απίστευτης ευφυίας και χιούμορ που πάντα αφήνουν μια γλυκόπικρη επίγευση λες και όλα υπαινίσσονται κρυμμένες, ανομολόγητες δικές μας ανάγκες, δικά μας ανατρεπτικά παιχνίδια φαντασίας που θα θέλαμε να μας επισκέπτεται συχνότερα και κυρίως χωρίς ενοχές.
Στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου, η αφήγηση ιστοριών λειτουργεί ως ένα ισχυρό «αντίδοτο» στον θάνατο, όχι με την έννοια της βιολογικής ίασης, αλλά ως μέσο για την ανασυγκρότηση της κοινωνικής και ψυχικής συνοχής απέναντι στη φρίκη της πανώλης. Ενώ ο «Μαύρος Θάνατος» προκαλεί την πλήρη κατάρρευση των ηθικών αξιών και των οικογενειακών δεσμών στη Φλωρεντία, η ομάδα των δέκα νέων που καταφεύγει στην εξοχή χρησιμοποιεί τις ιστορίες ως πράξη δημιουργίας, τάξης και ζωής μέσα στο χάος και τον θάνατο. Ο Βοκάκιος δεν στρέφεται στη θρησκεία για λύτρωση, αλλά στην ανθρώπινη ευφυΐα, στο χιούμορ και την τέχνη του λόγου.
Η αφήγηση κι εκεί όπως στην περίπτωση του Ρίζου, δεν είναι τυχαία, αλλά διέπεται από αυστηρούς κανόνες (κάθε μέρα έχει έναν «βασιλιά» ή «βασίλισσα» που ορίζει το θέμα). Αυτή η δομή λειτουργεί ως ανάχωμα στο χάος που επικρατεί στην πόλη. Οι ιστορίες απομακρύνουν το μυαλό από τον φόβο του επικείμενου θανάτου, αντιπαραβάλλοντας τη ζωντάνια της αφήγησης στη στατικότητα του τάφου.
Με αυτόν τον τρόπο, τόσο το «Δεκαήμερο» όσο και το Tartaros λένε σαφώς ότι η λογοτεχνία καθιστά τον αφηγημένο χρόνο ανάχωμα στην αποσύνθεση.
Το βιβλίο του Παναγιώτη Ρίζου ξεκινά από μια απλή ιδέα: τη μέτρηση της ζωής μας μέσω των χτύπων της καρδιάς. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της υπερσύγχρονης τεχνολογίας, ο αφηγητής επιχειρεί να κατανοήσει τον χρόνο ζωής του και τις επιπτώσεις της τεχνολογίας στη θνητότητα και την αθανασία.
Η λατινική φράση «Memento mori» που μεταφράζεται ως «Θυμήσου ότι θα πεθάνεις» προτρέπει στη συνειδητή ζωή, μια ζωή με νόημα εξαιτίας της επίγνωσης της παροδικότητας των εγκοσμίων.
Στη Ρωμαϊκή Εποχή, όταν ένας Ρωμαίος στρατηγός επέστρεφε θριαμβευτής στην πόλη, ένας σκλάβος πίσω του κρατώντας το δάφνινο στεφάνι τού ψιθύριζε τη φράση αυτή, ώστε να μη λησμονήσει τη θνητότητά του και παρασυρθεί από την αλαζονεία.
Η έννοια του memento mori (να θυμάσαι τον θάνατο) επανεμφανίζεται στην Ευρώπη, με τη ρήση του Μισέλ ντε Μοντέν, «φιλοσοφώ σημαίνει μαθαίνω να πεθαίνω» και εικονοποιείται στις πραγματείες των Ars Moriendi. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο το ότι στα Αρχαία Ελληνικά η λέξη «τέλος» σημαίνει σκοπός, αποτέλεσμα.
Ο James Joyce το 1906 ολοκληρώνει τους Δουβλινέζους με τους «Νεκρούς», τους οποίους βλέπει ανάμεσα στα πρόσωπα του περιβάλλοντός του.
Σήμερα, η φράση παραμένει επίκαιρη ως μια φιλοσοφική στάση ζωής, ενθαρρύνοντας το "Carpe Diem" (Άδραξε τη μέρα), κάτι που όλη η αφήγηση του Παναγιώτη Ρίζου μέσα από τις πολλαπλές εγκιβωτισμένες αφηγήσεις το υποστηρίζει. Σαν μπάμπουσκα που βγάζει από τα σπλάχνα της πολλαπλά ομοιώματα, περιεχόμενα στην αρχική μήτρα, το βιβλίο του Ρίζου αποκαλύπτει και εμφανίζει, όπως ο μάγος το κουνέλι απ’ το καπέλο του, μικρές ιστορίες που όμως δεν είναι παρά μικρές μεταμφιέσεις τής μίας και μοναδικής αλήθειας που δεν είναι άλλη από το: ζήσε με ουσία, μη σπαταλάς τον χρόνο σου σε συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, νιώσε τον άλλον και τη μοναξιά του, γέλα χωρίς φόβο, μην επιτρέψεις να σου γελοιοποιήσουν και να καταπατήσουν τα όσια της ψυχής σου, παίξε και διακωμώδησε και κυρίως μην έχεις τύψεις ούτε και να κουβαλάς σαν αχθοφόρος τα δράματα και τις αμαρτίες των άλλων ακόμα κι αν είναι οι ίδιοι οι γονείς σου.
Κάθε πράξη προς τον άλλον που περιέχει αγάπη, χαρά και ενσυναίσθηση αλλά και καθετί που αποδεικνύεται ικανό να μας εμβολιάσει με τη λεπταίσθητη ευαισθησία του, είναι ικανό να κάνει την καρδιά να χτυπά απαλά και να μη λαχανιάζει. Θέματα ποικίλα και ευφάνταστες ιστορίες που αφορούν σε εγκλήματα, πάθη, θρησκευτικές πεποιθήσεις και τελετουργίες, μυθολογικές αναφορές και τόσα άλλα απολαυστικά και παιγνιώδη αλλά και δραματικά παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια μας, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί το χρονικό προφίλ του αφηγητή.

Η συνέντευξη τελείωσε.17 χρόνια, 235 ημέρες, 4 ώρες, μου είπε η HELL EN ότι ακόμη μου απομένουν, με βάση τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μου.[…] Αυτός ο χρόνος μπορεί να κυλίσει γρηγορότερα ή βραδύτερα, είπε, ανάλογα με τις επιλογές μου να ζω σε αρμονία ή όχι με τα χαρακτηριστικά μου, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στον αλγόριθμο του χρόνου μου με βάση τα κείμενά μου και τις παραμέτρους της υγείας και της κληρονομικότητάς μου.

Προκειμένου ο πρωταγωνιστής να είναι έτοιμος για το αναπότρεπτο του τέλους ξετυλίγει τις αφηγήσεις του σε πεδία άλλοτε φανταστικά και άλλοτε πραγματικά με αποτέλεσμα η αίσθηση της λύτρωσης και της γαλήνης ή ακόμα η αίσθηση της ιλαρότητας να είναι στοιχεία επαρκή να ρυθμίσουν τον χρόνο σε συχνότητες βραδύτητας και ηρεμίας, ώστε να μη σπαταληθεί άσκοπα ο διαθέσιμος χρόνος των καρδιακών παλμών.

Καθόμουν πριν καιρό σ’ ένα ξύλινο παγκάκι στην αποβάθρα στον κεντρικό σταθμό των τρένων, καθώς πάντα μου άρεσε και πήγαινα στα τρένα να τα βλέπω στις τροχιές τους να ‘ρχονται και να φεύγουν πάνω στις ράγες τους, να κατεβαίνει και να ανεβαίνει ο κόσμος με τις βαλίτσες. Μια μέρα καθώς έτρωγα ένα «βρόμικο» μπάο και παρακολουθούσα, απόγευμα θα ήταν, σταματάει κάποιος με μια βαλίτσα και μια γκρι καμπαρντίνα και μου λέει, φεύγω για Καντόνα από την αποβάθρα Οκτώ σε 10 λεπτά, μπορείτε να μου κάνετε μια χάρη μεγάλη, τι του λέω αδιάφορα, όπως θα φεύγει το τρένο θα βγω στο παράθυρο και τότε θέλω να με χαιρετήσετε, να σηκώστε το χέρι σας και να με χαιρετήσετε. Αυτό μόνο ούτε να μιλήσετε ούτε τίποτε, μόνο να χαιρετήσετε τρεις τέσσερις φορές, να σηκώσετε το αριστερό χέρι ή το δεξί και να κουνήσετε τον βραχίονα και την παλάμη, όπως χαιρετάνε όλοι, αριστερά δεξιά την παλάμη, γρήγορα πρώτα και μετά πιο αργά όσο θα ξεμακραίνω και θα χάνομαι. Μπορείτε να το κάνετε, κύριε; […] Τι περίεργη φάση! Το πιο περίεργο επίσης είναι ότι, όταν πήγα σπίτι και άδειασα τις τσέπες μου βρήκα μέσα δέκα δολάρια αμερικάνικα. Μάλλον θα μου τα ’ριξε χωρίς να το καταλάβω στην τσέπη του μπουφάν όσο προχωρούσαμε προς την αποβάθρα. Έτσι άρχισαν όλα. Μετά μου ζητούσαν να τους χαιρετάω όταν έφευγαν με τα τρένα ή στους σταθμούς των λεωφορείων, ήθελαν να βλέπουν κάποιον να τους χαιρετάει όταν έφευγαν, σαν να είχαν κάποιον που θα ήθελαν να έχουν να τους χαιρετάει στ’ αλήθεια όταν έφευγαν. Δεν μιλούσα ούτε έκανα κάτι άλλο. Απλώς ήμουν εκεί και τους χαιρετούσα. Έτσι έζησα, από τότε και μέχρι που πέθανα, στις αποβάθρες, σηκώνοντας το χέρι και κουνώντας την παλάμη πότε την αριστερή πότε τη δεξιά σε αυτούς που μου το ζητούσαν, για λίγα γουάν που μου έδιναν χωρίς ποτέ να τους τα ζητάω. Με την άκρη του όχι κινέζικου ματιού μου κοίταξα φευγαλέα την οθόνη του αλγορίθμου του χρόνου μου, και πρόσεξα μια μικρή άνοδο στην καμπύλη και μετά μια σταθεροποίηση. Η HELL EN, το ολόγραμμα, φάνηκε να τακτοποιεί τις ηλεκτρονικές σημειώσεις της και μου έκανε την επόμενη ερώτηση.

Αν η τεχνητή νοημοσύνη είναι η Artificial Intelligence, τότε ο Παναγιώτης Ρίζος με το έργο του, γνήσιο και βιωμένο, γεμάτο προτάσεις ζωής δεν έχει ανάγκη να δημιουργήσει στο cloud το ψηφιακό του δίδυμο, αφού ακέραιος διασώζεται στη λογοτεχνία που ο ίδιος δημιουργεί με ένα βιβλίο αυθεντικό, μέσα από τη συγγραφική του νοημοσύνη, την Author’s Intelligence. Αν η AI είναι το νέο «ψηφιακό σπήλαιο» με δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, τότε οι δεσμώτες στο σπήλαιο του Πλάτωνα, που βλέπουν σκιές και τις θεωρούν την απόλυτη αλήθεια, στον κόσμο της AI, οι «σκιές» αυτές δεν είναι άλλες από τα data. Τα μοντέλα AI δεν γνωρίζουν τον πραγματικό κόσμο· γνωρίζουν μόνο τις ψηφιακές αναπαραστάσεις του, παρουσιάζοντας μια «σκιά» της ανθρώπινης γνώσης και όχι την ίδια την εμπειρία της πραγματικότητας.
Ο Αλγόριθμος, ως άλλος «Δεσμοφύλακας», μάς κρατά «δεσμώτες» σε μια κατασκευασμένη πραγματικότητα, εμποδίζοντάς μας να δούμε το «φως» της αλήθειας. Αν ο Πλάτωνας ανησυχούσε για τις σκιές που έριχνε η φωτιά, σήμερα θα ανησυχούσε για τα Deepfakes. Για τον Πλάτωνα η Έξοδος από το Σπήλαιο είναι η φιλοσοφία, στο βιβλίο του Παναγιώτη Ρίζου η λογοτεχνία σημαίνει την «έξοδο προς το φως». Αυτή την αλήθεια με την ευρηματική του αφηγηματική τεχνική πραγματεύεται ο Ρίζος και συστήνει την γραφή ή αλλιώς την αφηγημένη ζωή ως αντίδοτο σε έναν δυστοπικό κόσμο που φοβάται και τρέμει για την εξαφάνισή του.
Δεν εξαφανίζεται όμως ο σπινθήρας της έκλαμψης που δημιουργείται όταν με τη γραφή συναντιέται ο αγνοημένος εαυτός με τον ήδη γνωστό, όταν ο κόσμος εγγράφεται μέσα μας αλλιώς ειδωμένος, ικανός να απαιτήσει την αιωνιότητα και να του χαριστεί.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: