Στη μεγάλη θάλασσα κολυμπάει η αλήθεια

Στη μεγάλη θάλασσα κολυμπάει η αλήθεια

Γιάννης Πάσχος, «Ουρές», εκδ. Περισπωμένη 2025


[ Βλ. και Χάρτης#87 ]

__________

Αν δεν αργούσε ο Ιωνάς τρεις μέρες, για να γυρίσει σπίτι του και αν δεν δικαιολογούνταν στη γυναίκα του πως άργησε επειδή τον είχε καταπιεί μια φάλαινα, μπορεί, σύμφωνα με τον Mάρκες να μην είχε γεννηθεί η φανταστική λογοτεχνία.
Όπως όλα ξεκίνησαν τότε από ένα θαλάσσιο ον, από μια φάλαινα, έτσι και τώρα η ιστορία συνεχίζεται και καλά κρατεί με ένα πλήθος θαλάσσια όντα που ο Πάσχος ακολουθεί κατά πόδας, για την ακρίβεια τρέχοντας πίσω από τις ουρές τους, γιατί, κακά τα ψέματα, ο Γιάννης έχει ανοιγμένο μέτωπο με την πραγματικότητα. Ολημερίς και ολονυκτίς βάζει σε μιαν αρένα να συγκρούεται το ορθολογικό με το ανορθολογικό, σε μιαν ανάγκη του να μεταστοιχειώσει και να αναδημιουργήσει τον κόσμο. Η άλλη αυτή πραγματικότητα, που υπονομεύει την υπάρχουσα, χωρίς να αναιρεί τη γνώση μας για αυτήν, είναι αυτή που επιχειρεί και κατορθώνει να αποδεικνύει το «πεπερασμένο» μας. Άλλωστε, ο Σαίξπηρ στον Άμλετ το λέει ξεκάθαρα: «Στον ουρανό και τη γη υπάρχουν ασύλληπτες δυνάμεις».

Αυτές τις «ασύλληπτες δυνάμεις» που υποστασιοποιούν το απρόσιτο και προσυπογράφουν την ύπαρξή του τείνει να εξετάζει ο Γιάννης, όχι τόσο για να τις αναδείξει και να μας εξοικειώσει μαζί τους αλλά για να ροκανίσει υπογείως την ίδια την ύπαρξη του φανταστικού. Όχι, δεν υπάρχει το φανταστικό στη γραφή του Πάσχου κι ας κυκλοφορεί αυτή η κακόβουλη φήμη. Δεν υπάρχει τίποτα το φανταστικό. Όλα ενοικούν και συγκατοικούν, όλα είναι ήδη και πάντα ήταν. Απλώς, ο Πάσχος τόσα χρόνια πασχίζει να μας συστήσει τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ αισθήσεων και νοημάτων όπου πιθανοί όγκοι και σχήματα αναλαμβάνουν αιωρούμενα και μετασχηματισμένα να μας διδάξουν πως δεν υπάρχει πουθενά η περιοχή τού μη είναι. Στην Ιδιωτική οδό γράφει ο Ελύτης: «Εκατοντάδες χρόνια πριν όταν υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που δεν είχαν κλεισθεί στο κλουβί των αιτίων και των αιτιατών, η καρέκλα πετούσε και η θάλασσα πατιόταν. Ο ροφός ανέβαινε το ρεύμα των φυλλωμάτων και όλοι οι δαίμονες τον αγροκηπίων βομβίζοντας περιβάλλονταν το ιμάτιο του αγίου. Μ’ άλλα λόγια, τότε που του παίρναν του ανθρώπου τη μιλιά οι ξωθιές, αυτός μιλούσε. Σήμερα κιοτεύει, και συντηρείται με τη μασημένη τροφή των μέσων μαζικής ενημέρωσης ̶ πούθε να περάσει ο άγγελος; «Μα είναι πλάσμα της φαντασίας σου» ψιθυρίζουνε δειλά μερικοί. «Ωραία, κι εκείνη τίνος πλάσμα είναι;» ρωτάω. Ένα βόδι μας βλέπει ή μας φαντάζεται;». Αυτά ο Ελύτης.

Και τώρα στα καθ’ ημάς, στα σαρανταοκτώ υδρόβια πλάσματα του βιβλίου του Πάσχου. Από ποια περιοχή εξορμούν και με τι τρόπους όλα μαζί σαν χέλια γλιστρούν στο κεφάλι του και στη συνέχεια εφορμούν στις σελίδες επιμένοντας να ζήσουν; Και όλα αυτά, αν λάβουμε υπόψη μας τον Ελύτη, μας βλέπουν ή μας φαντάζονται; Σίγουρα, δεν είναι αποκυήματα φαντασίας κάτι ανάλογο που συμβαίνει με τις Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα του Χούλιο Κορτάσαρ.

Τα ψάρια του Πάσχου έχουν ταυτότητα και ΑΦΜ, πλήρες γενεαλογικό και κοινωνικό ιστορικό, είναι οντότητες με άποψη που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Έχουν χαρακτήρα και αμφιταλαντεύονται, είναι υπομονετικά και αναρχοαυτόνομα. Χρυσόψαρα και σουπιές, κυπρίνοι και πετρόψαρα, φάλαινες, ζαργάνες, καραβίδες, και γοβιοί αλλά και μια τσιπούρα αλανιάρα που, ενώ γεννιέται αρσενική μετά τα δυο της χρόνια αλλάζει φύλο και γίνεται θηλυκή καθώς και είδη διχασμένα που ακολουθούν το μοτίβο του διπλού εαυτού όπως το χελιδονόψαρο, ο ιχθύοχαρος και η ζαργανογάλλω. Μέσω αυτού του μοτίβου θέτει ερωτήματα υπαρξιακού και κοινωνικού χαρακτήρα, ως έμμεση αμφισβήτηση του αδιατάρακτου και ενιαίου ανθρώπινου ψυχισμού, ερωτήματα που αφορούν στα όρια της ατομικότητας και των ταυτοτήτων. Αγκαλιάζοντας όλους τους τρόπους αποσταθεροποίησης της εσωτερικής μας συνοχής εισάγει την πολύσημη έννοια του «διπλού» και τις πολλαπλές αμφιθυμίες που ενίοτε μας κατατρύχουν. Γράφει για το χελιδονόψαρο:

Εκεί που σηκώνεται να πετάξει, η αμφιθυμία εκρήγνυται μέσα του, κάνει καμιά δεκαριά μέτρα και προσγειώνεται γρήγορα στην επιφάνεια της θάλασσας. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν βουτά, γρήγορα ανεβαίνει στην επιφάνεια του νερού, αναλογιζόμενο ότι ίσως δεν είναι ψάρι. Επισήμως, ανήκει στα ψάρια. Εκεί το κατατάσσουν οι σεβαστοί επιστήμονες, αλλά αυτό δεν λέει τίποτε και ούτε ενδιαφέρει τελικώς πού κατατάσσουν οι άλλοι κάποιον που ζει παρόμοιο μαρτύριο.
Τα ίδια ζητήματα με το χελιδονόψαρο έχουν και άλλοι οργανισμοί, όπως ο Σμαραγδένιος Θαλάσσιος Γυμνοσάλιαγκας, που ταλαντεύεται ανάμεσα από ζώο και φυτό, αντίστροφα, επίσης, τα συλλογίζεται τα πράγματα το φυτό Κόμπρα, που αναρωτιέται μην και είναι ζώο. Η πιο δύσκολη περίπτωση, όμως, είναι, κατά γενική ομολογία, αυτή του ανθρώπου, που ταλαντεύεται αδιάκοπα σαν εκκρεμές: Άγιος ή διάβολος; Σωστό ή λάθος; Έτσι ή αλλιώς;

Δεν θα περιοριζόμουν να χαρακτηρίσω τον Πάσχο απλώς άνθρωπο με απίστευτα οξυμένη φαντασία που βγάζει κουνέλια, ψάρια ήθελα να πω, απ’ το καπέλο του, για να εντυπωσιάσει με το εξωφρενικά σπάνιο και απίθανο. Δεν είναι εφευρέτης ο Πάσχος. Είναι ένα βλέμμα γεμάτο τρυφερότητα, αποδοχή και ανοιχτότητα που γράφοντας σηκώνει το σεντόνι από το σκοτεινό ακατοίκητο σαλόνι μας και αποκαλύπτει υπέροχα έπιπλα και καναπέδες για να αναπαυθεί η άχρωμη και κουρασμένη όρασή μας. Δεν επινοεί, συνεπώς, απλώς φανερώνει. Καμιά παραδοξότητα δεν υποφώσκει στις ιστορίες του αλλά μόνο μια χειρουργική και υπομονετική διάθεση να συνυπάρξει με το άλλο, το κάθε άλλο, και να του προσδώσει μια ιστορία αξιοπρεπή και εξόχως σημαντική μέσα στην ιδιαιτερότητά της. Όλα υπάρχουν γύρω μας σπουδαία και μοναδικά, όλα έχουν τη δική τους μοίρα συνδεδεμένη με τη δική μας, στο σημείο που θα διασταυρωθεί η ματιά μας με την πιθανότητα να ιδωθούν λιγάκι αλλιώς τα πράγματα. Ναι, ο Γιάννης είναι καθηγητής Ιχθυολογίας, όμως αυτό δεν είναι η εξήγηση, είναι μάλλον η οφειλή. Το ότι γράφει για όλα αυτά τα όντα του βυθού είναι μάλλον από την ανάγκη του να τους ανταποδώσει τη δωρεά που εν αγνοία τους έκαναν στη ζωή του. Όλα ρευστά και ελισσόμενα με βράγχια και λέπια, χρώματα και οφθαλμούς και στόματα σιωπηλά που εκείνος αναλαμβάνει να τους δώσει ήχο και εκ μέρους τους να μιλήσει. Η σιωπή τους είναι θαρρώ το κίνητρο και η ανάγκη του να τους εξασφαλίσει κάτι που δεν έχουν, φωνή. Μόνο που η φωνή τους είναι διπλή. Κι αυτό γιατί αυτά τα πλάσματα περιέχουν και τη δική μας κρυμμένη αφήγηση, του καθενός μας την ανάλογη συνθήκη, που διαβάζοντας τις υπέροχες ανταποκρίσεις του Πάσχου κάτι μέσα μας παρηγορείται και ησυχάζει. Μια αναλογία υποφώσκουσα βρίσκει τα σημεία αναφοράς της στη δική μας ιστορία ατομική και ευρύτερα ιστορική. Αλληγορικός και δοκιμιακός, φιλοσοφικός και ποιητικός, επιστημονικός και μυθοπλαστικός, στοχαστικός και φιλοπαίγμων ο ιδιόμορφος λόγος του θαρρείς και ειρωνεύεται τη σοβαροφάνειά μας και υπαινίσσεται πως η υδάτινη φύση μας είναι εκείνη που κινητοποιεί το θεϊκό μας κομμάτι (ποταμοί ύδατος ζώντος ρέουν εκ της κοιλίας αυτού) γι’ αυτό και με τη γραφή του επιχειρεί να ενώσει τα διεστώτα και τότε: Τότε το ψάρι της έκστασης είναι το μόνο που γλιτώνει γιατί είναι το ψάρι του θεού Διόνυσου και δεν τσιμπά κανένα δόλωμα. Η δελφινολαμπίδα διασώζει τους μεγακύκλους των ψιθύρων, συγκεντρώνει τα δάκρυα των απωλειών και απορρίψεων, ταξινομεί τα πάθη που η ιστορία δεν τα αναγνωρίζει. Η πέστροφα δανείζει τη μοίρα της στην Ντίνα την Αμερικάνα που όμοια με το ψάρι σπαρταρά μες στην απόχη και αναπολεί τις χαμένες ευκαιρίες που δεν της επέτρεψαν να αποδράσει από τη φρικτή οικογενειακή της παγίδευση. Το Περιμενόψαρο, ψαράκι συντροφιάς της Πηνελόπης, χάνει τον ρόλο του με την επιστροφή του πολυμήχανου και τότε, όταν εκείνη το επιστρέφει τελικά πίσω στη θάλασσα, εκείνο μαθημένο στην αναμονή δεν ξανοίγεται στο πέλαγος αλλά στέκεται στις πέτρινες τρύπες των βράχων και κάνει αυτό που γνωρίζει καλά: περιμένει το επόμενο κύμα.

Όντα υβριδικά και γραφή ακατάταχτη που θα την τοποθετούσα μεταξύ υπερρεαλισμού και αισθητισμού. Κάτι σαν η ποίηση της πεζογραφίας να είναι ανάλογη με την ποίηση των εικαστικών, για να θυμηθούμε τον Σαγκάλ, όταν παρασταίνει τον έρωτα ως συμβάν αιώρησης, ως καθεστώς αγαστής συνύπαρξης ονείρου και μουσικής. Μπορεί λοιπόν όσα διαδραματίζονται να αντιστρατεύονται την εμπειρική μας πραγματικότητα, ωστόσο η ποιητική δυναμική των ιστοριών θα έλεγα πως διευρύνει, για να μην πω φαρδαίνει τη χωρητικότητα της αντίληψής μας και θέτει υπό αμφισβήτηση τα περιορισμένα όριά της. Η γοητεία της ασάφειας τότε σε συνδυασμό με την απόλυτα λεπτομερή και επιστημονικά τεκμηριωμένη στήριξη των γραφομένων δημιουργούν ένα τρίτο ενδιάμεσο πεδίο ζωής όπου εκεί εμφανίζεται ένα άλλο είδος: το υδρόβιο υβρίδιο. Ο υδρόβιος είναι ο οργανισμός που ζει στο νερό, το υβρίδιο προερχόμενο από τη λατινική λέξη "hibrida" (γόνος διασταύρωσης), συνδέεται ετυμολογικά με την αρχαία ελληνική λέξη «ὕβρις», καθώς η διασταύρωση διαφορετικών ειδών αποτελούσε προσβολή ή «παραβίαση» των νόμων της φύσης.
Κάπως έτσι θα χαρακτήριζα τις ιστορίες του Πάσχου υδρόβια υβρίδια, άφοβα και τολμηρά, γενναία και αυθάδικα, υδρόβια υβρίδια που ψυχαναλύονται και θεολογούν, επικαλούνται μύθους και λογοτεχνικά προηγούμενα, δεδικασμένα δηλαδή, και είναι δεδικασμένα, γιατί απλώς κάπως έτσι μίλησε και ο Μπροντ, το ίδιο υποστήριξε ο Κάφκα και ο Πόε. Ποιο υποστήριξε ο Πόε; Μα αυτό που υποστήριζε ο Σαχτούρης και ο Λευκάδιος Χερν, ο Όμηρος, ο Πφίστερ, ο Παυλόπουλος και ο Μποντλέρ, ο Μπόρχες, ο Οβίδιος. Μα τι υποστήριξαν; Όλα είναι τόπος και μάλιστα μεταφερόμενος σαν φορητό ναυάγιο που το υποβρύχιο της γραφής αναλαμβάνει να εντοπίσει για να το ανελκύσει. Από τον βυθό του ασυνειδήτου φυσικά και τότε ο εφιάλτης και το όνειρο αρμονικά συνοικούν στο παραμύθι που η αφήγησή του, αυτή η διελκυστίνδα ταυτόχρονης ανόδου και καθόδου, μας βγάζει στην επιφάνεια τη χαμένη Ατλαντίδα που δεν είναι άλλη από τον απολεσθέντα εαυτό. Το αποσιωπημένο και άρρητο σε ίση απόσταση μεταξύ τους κυνηγούν την ουρά τους και αποφασίζουν να ελευθερώσουν το ερωτικό και σαρκικό στοιχείο από την όποια παγίδευσή του. Και ναι υπάρχει πάντα η παγίδευση, αν σκεφτούμε ότι το Φωτεινόψαρο, ενώ «ανοίγει διαδρόμους στα απύθμενα βάθη των φόβων, ενώ φωτίζει την έξοδο, εντέλει «πιάνεται σπαρταρώντας, στο δόλωμα της καθημερινότητας». Υπάρχει όμως και το χρυσόψαρο που δεν πιάνεται στα δίχτυα της καθημερινότητας αλλά βλέπει εγκλωβισμένα σε γυάλα τα μέλη της οικογένειας που το έχει υπό την προστασία της. Σχεδιάζει λοιπόν τον φόνο εκείνων που ανίδεοι το περιποιούνται μέσα από τη δική τους γυάλινη φυλακή. Ο Πάσχος αναλαμβάνει σαν παγοθραυστικό να σπάσει τη δική μας γυάλα και να μας βγάλει στον ωκεανό των πολλαπλών πιθανοτήτων. Απενοχοποιεί όλες τις επιθυμίες μας, αναδεικνύει το αόρατο πιο ορατό από το απτό και μας πείθει πως όλα όσα υπάρχουν γύρω μας έχουν τελικά διπλό πάτο.

Ας είμαστε ευγνώμονες για αυτή τη ρήξη του ενυδρείου μας που επισυμβαίνει αμέσως μετά την ανάγνωση των ιστοριών. Κι ας διαβιούσαμε εκεί ανίδεοι και εφησυχασμένοι. Στη μεγάλη θάλασσα κολυμπάει η αλήθεια.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: