
Δέκα διηγήματα απαρτίζουν το σώμα της νέας συλλογής διηγημάτων της Μαρίας Μαραγκουδάκη. Δέκα ιστορίες χτίζουν το αφηγηματικό της σύμπαν, όπου η χαρακτηριστική της τεχνική, αυτή, του να καταλήγει υπαινικτικά περιεκτική, καθώς ξεδιπλώνει την πλοκή της, προσφέρει σίγουρη αναγνωστική απόλαυση. Ρεαλισμός, σύμβολα, στοιχεία noir λογοτεχνίας, διακειμενικότητα, μικτές αφηγηματικές τεχνικές που επιτρέπουν τη συνομιλία ρεαλισμού και μαγικού ρεαλισμού, ζουν και αναπνέουν στη γραφή της. Ο λόγος της μεστός, διαχειρίζεται τη ρεαλιστική γλώσσα με λογοτεχνική στιβαρότητα, καθώς ρέει παρασύροντας στο διάβα του στοιχεία από όλα τα μορφολογικά και ειδολογικά πεδία της ελληνικής γλώσσας. Άλλοτε ποιητικός, άλλοτε επιλεγμένα δημώδης, μα πάντα δεμένος στο άρμα της απλής καθομιλουμένης αποδίδει έντεχνα στην κάθε αφήγηση το λογοτεχνικό βάρος που της αρμόζει. Η Μαραγκουδάκη κατέρχεται για άλλη μια φορά στα άδυτα της κοινωνικής κατασκευής, χωρίς έμφυλη διάκριση. Αρσενικά και θηλυκά αντιμετωπίζονται ως ίσα ως προς τις τραυματικές και τις μετατραυματικές τους εμπειρίες, αλλά κυρίως ως προς τις επιπτώσεις τους. Ο χρόνος και δεν είναι κάτι που την απασχολεί, καθώς κινείται μπρος πίσω και εντός αυτού και του προηγούμενου αιώνα και ίσως και στο διηνεκές. Επιπλέον, η εικονοπλαστική της δύναμη είναι αδιαπραγμάτευτη, ενώ ο τόπος εμπλέκεται και επιδρά στη ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων.
Οι χαρακτήρες της Μαραγκουδάκη φλερτάρουν συνειδητά, ασυνείδητα και τραγικά με τον θυμό, την υπαρξιακή αγωνία, τον ψυχικό πόνο και το τραύμα. Την ίδια στιγμή, τολμά και ξεγυμνώνει τα άδυτα της ψυχής τους, χωρίς τις συνήθεις επιδερμικές ηθικολογίες και έτσι ακριβώς τους προσφέρει στον αναγνώστη, με όλα τους τα ψεγάδια. Κοινωνικά διλήμματα, κοινωνικά στερεότυπα, έμφυλες ταυτότητες, επαρχία και αστικός ιστός, άνθρωποι της διπλανής πόρτες, χαρακτήρες απλοϊκοί, αστοί και χωρικοί, κινούνται με φυσικότητα στον αφηγηματικό χώρο και χρόνο της Μαρίας Μαραγκουδάκη.
Στο εισαγωγικό διήγημα, με τίτλο «Λεύκα», ο κεντρικός χαρακτήρας, φέρει κάτι από το μυστήριο των ηρώων του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, όπως και το όλο κλίμα που δημιουργείται γύρω του, καθώς κινείται σε ένα κλίμα σαφώς μαγικό, όπου η κίτρινη σκόνη του ζωτικού χώρου που παρεμβάλλεται μεταξύ πραγματικού και φανταστικού κόσμου είναι αισθητά ορατή. Εντός της κινούνται και οι χαρακτήρες, όπου η κακοτυχία τους, τους αναγκάζει να στοχοποιήσουν μεταφυσικά τη διαφορετικότητα του Λεύκα. Η φύση εξαναγκάζει, βάλλεται και τιμωρεί. Στο αφηγηματικό σύμπαν, δεν ενδιαφέρει τη συγγραφέα η δυνητική τιμωρία που επιφέρει ο νόμος. Στο δικό της σύμπαν η τιμωρία ακολουθεί τους δικούς της νόμους, οι οποίοι πηγάζουν απολύτως φυσικά από το συμπαντικό και ηθικό δίκαιο. Οι χωρικοί τιμωρούνται από την ίδια τη φύση, η οποία θα αποκαταστήσει το δίκαιο. Κάποιες φορές εξάλλου, εξίσου μαγικά, ο θάνατος μυρίζει καλοσύνη, με τον σκληρά ρεαλιστικό τρόπο που αποφάσισε ο Παπαδιαμάντης στη «Φόνισσα», και αυτό συμβαίνει και στο δεύτερο διήγημα της συλλογής, όπου η γυναίκα με το «πένθιμο σάλι» παίρνει τον νόμο της επιβίωσης στα χέρια της και θυσιάζει το μικρό Γιαννιό, λόγω μιας, εκ γενετής, διαφορετικότητας.
Οι ήρωες της Μαραγκουδάκη έχουν ένα κοινό σημείο. Τον θάνατο. Τιμωρούν ή τιμωρούνται σε έναν φαύλο κύκλο που συνδέεται συχνά με αυτό που αποκαλούμε τραγική ειρωνεία. Άλλοι αποδέχονται τη μοίρα τους ως έχει και άλλοι, αναλαμβάνουν δράση. Στην «κομμένη ταυτότητα», το ομότιτλο διήγημα της συλλογής, συναντώνται αρκετά στοιχεία διακειμενικότητας, καθώς η Αικατερίνη, που «Στο Παρίσι όλοι τη φώναζαν Κατρίν.», αλλά οι γονείς της και στη «Στη Μήλο όλοι τη φώναζαν Κάκια.», παλεύει με την έμφυλη ταυτότητά της κόντρα στην κοινωνική της κατασκευή. Έτσι, κάπου ανάμεσα στους στίχους της Γεωργίας Σάνδη και των βασικών χαρακτήρων τής ταινίας η Ωραία της ημέρας του Λ. Μπουνιουέλ, της Μπλε ταινίας του Κισλόφσκι, αρνείται να αποδεχτεί την ομοιότητα με την Ανί Ζιραρντό, της ταινίας Πεθαίνω από αγάπη. Ο συμβολισμός της κομμένης ταυτότητας, μιας πολιτειακής πρακτικής, που παλαιότερα αφαιρούσε από τη γυναίκα το επίθετό της αλλά και την κοινωνική της ταυτότητα ως αυθύπαρκτο πολιτογραφημένο ον, ταυτίζεται με τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, «…όπως σε κάποιες χώρες της Αφρικής…», αλλά και με το «…αίσθημα της αρμονίας και του ωραίου, όση αρμονία και ωραιότητα μπορεί να έχει μια ταυτότητα μέχρι το τέλος.» (σ. 50). Διττή η διαχείριση του νοήματος από τη συγγραφέα, η οποία διαλέγεται συμβολικά και αφηγηματολογικά με δύο καταστάσεις, οι οποίες αποτέλεσαν κοινωνικό αγκάθι στο παρελθόν. Την έμφυλη και την κοινωνική ταυτότητα, διεκδικώντας τη θέση της ως ισότιμη πολίτης του κράτους. Για του φίλους ήταν η Κατερίνα, το Κατερινάκι, το Κατερινιώ, μα η Αικατερίνη δεν μπόρεσε να συγχωρήσει αυτή την έλλειψη που την άφηνε ημιτελή. Εκείνο το κομματάκι της ταυτότητας που έλειπε, ώστε να μην είναι όλα ακρωτηριασμένα και μισά. Από την άλλη, η Νάγια δεν κατάφερε ποτέ να ισορροπήσει μεταξύ των δικών της δύο ημισφαιρίων. Γυναίκα, σύζυγος, περιστασιακή ερωμένη κάποιων γυναικών, μεταξύ των οποίων και η Αικατερίνη. Ένα κίτρινο φουλάρι, μία στιγμή και έγιναν όλα μπλε κι ο θάνατος φόρεσε τα σουρεαλιστικά του για να βολτάρει με όλες του τις ενοχές στη ξένη βεράντα.
Ακολουθούν εφτά ακόμα διηγήματα, όπου η περιοδικότητα του χρόνου και των αριθμών πρωταγωνιστεί για άλλη μια φορά στο αφηγηματικό σύμπαν της Μαρίας Μαραγκουδάκη, μ’ εκείνη την αδέκαστη ορμή που διαθέτουν τα Μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες, να οδηγούν σε λογικά και ενίοτε μεταφυσικά μονοπάτια. Κάτι σαν προαίσθηση. Εξάλλου, το πώς θα χρησιμοποιήσει κανείς την επιστήμη και όλα όσα μας χαρίστηκαν ως γνώση, είναι στη διακριτική ευχέρεια του καθενός. Με αυτήν την ελεύθερη βούληση διαπραγματεύεται τους βίους των χαρακτήρων της η συγγραφέας, η οποία τους οδηγεί σε λογικά και κάποιες φορές παράλογα εγχειρήματα, επιβεβαιώνοντας τη φιλοσοφική της πρόθεση.
Ταυτόχρονα, οι γονείς διαπλάθουν, τραυματίζουν και σε κάθε περίπτωση απομυθοποιούνται από τον ρόλο τους. Η Μαραγκουδάκη υπηρετεί τη ρεαλιστική δομή με ευλάβεια, δεν επιχειρεί να ωραιοποιήσει, ούτε να δικαιολογήσει την μητέρα ούτε τη γιαγιά, ενώ ο πατέρας σε ορισμένες περιπτώσεις παραμένει αρσενικό που άγεται και φέρεται από το ορμέμφυτο της φύσης του. Όπως η γιαγιά, ηθική αυτουργός, στο διήγημα «Το επτά κι εγώ», ένας αριθμός που εμφανίζεται συχνά στο αφηγηματικό σύμπαν της Μαραγκουδάκη, όπως η μητέρα της ηρωίδας του διηγήματος με τίτλο «Κλίση σαράντα πέντε μοιρών». «Η παραλληλία μητέρα έχει το ασυνάντητο, έχει μοναξιά.», θα της απευθύνει η κόρη σε έναν εσωτερικό μονόλογο, μια τεχνική που ποτέ δεν παραλείπει αφηγηματολογικά η Μαραγκουδάκη στα έργα της.
Αυτό το «ασυνάντητο» είναι που καθορίζει τις μοίρες των χαρακτήρων της. Καμιά φορά, όπως ο ήρως του διηγήματος με τον τίτλο, «Δεν την έλεγαν Ελένη», δεν συναντούν ούτε τον εαυτό τους, ζουν παράλληλες ζωές με ανεξάρτητο χαρακτήρα. Ωστόσο, ο χρόνος είναι αμείλικτος. Ο χρόνος είναι αριθμοί, λεπτά, δευτερόλεπτα και ώρες και όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος και το αντίστροφο, μα οι αριθμοί ποτέ δεν λαθεύουν, γιατί όσα φέρνουν στην πλάτη τους συσσωρεύονται και το τραύμα πονάει και όπου πόνος συνεπάγεται αντίδραση και όπου αντίδραση, απώλεια ελέγχου και η συνεπαγωγή συνεχίζεται για να φθάσει στην εντροπία…
Τα σπασμένα γυαλιά δεν ξανακολλάνε μεταξύ τους.