Υπέροχη ζωή

Λεπτομέρεια από το έργο «Απόλλων και Δάφνη»   του René-Antoine Houasse (1677). Μουσείου του Λούβρου με μόνιμο δανεισμό στο Παλάτι των Βερσαλιών
Λεπτομέρεια από το έργο «Απόλλων και Δάφνη» του René-Antoine Houasse (1677). Μουσείου του Λούβρου με μόνιμο δανεισμό στο Παλάτι των Βερσαλιών

Μαρία Σφήκα «Vita mirabilis», Νεφέλη 2025


Η νέα ποιητική συλλογή της Μαρίας Σφήκα, Vita mirabilis, είναι αφιερωμένη «στον βράχο και τη θάλασσά της», τον Δημήτρη και τη Χρυσούλα, σε όλη την οικογένειά της και στους απαρηγόρητους της πραγματικότητας, που τους ορίζει ως ευρύτερη οικογένεια. Η δημιουργός φυλάει μέσα της στολίδια από την πρώιμη ζωή της, αξίες και μαθήματα εμπειρίας ανεκτίμητης, που προσφέρει άπλετα και ανιδιοτελώς, χρόνια τώρα, στους ανθρώπους και ειδικά στους μαθητές της.
Κι αν ταυτίζεται με το καλαμπόκι που μεγάλωνε μέσα σ’ εκείνες τις σκοτεινές εποχές* είναι γιατί μπορεί να διαχειριστεί τη μετάβαση από το σκοτάδι στο φως. Γι’ αυτό τολμάει και μιλάει μέσα στον στίχο της για την επιλεκτική τελειότητα της ζωής –όποια κι αν είναι– κι ας δυσανασχετούν οι κάποιοι της αντίδρασης.** Καθώς πιστεύει ακολουθεί τη φιλοσοφία, ότι δεν έχει νόημα ν’ αποκτάς ένα καλύβι αν δεν υπάρχει γη να το ακουμπήσεις.*
Η αρχική σύλληψη ενσωματώνεται στην πορεία με το προσωπικό στοιχείο της ποιήτριας και εξελίσσεται σε μία ενιαία ποιητική ενότητα-ολότητα. Οι τίτλοι ουσιαστικά επεξηγηματικοί χαρακτηριστικοί των στίχων που ακολουθούν. Κάθε ποίημα και μία ιστορία έμμετρη, άρτια δομημένη στην αφήγησή της. Κάθε στίχος και μία λεπτομέρεια, κάθε στροφή και μία εικόνα.
Το «Στοίχειωμα», (σελ. 11), το πρώτο ποίημα της συλλογής, με τη γνώση της στρατηγικής θέσης του, γίνεται ο «πρωταγωνιστής», εισάγοντας με τον μονόλογό του τον αναγνώστη στην ατμόσφαιρα, του κεντρικού θεματικού άξονα, που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια. Μας εξηγεί, σε πρώτο πρόσωπο, πως κάθε ποίημα χτίζεται όπως ένα σπίτι, κάστρο, γεφύρι ή εκκλησιά. Οι λέξεις του πελεκητές, βουτηγμένες στον ιδρώτα και στο αίμα του δημιουργού, αγκαθωτές, αιμάσσουσες από τη θυσία να στοιχειώσει τον εαυτό του για να στεριώσει ο στίχος. Κρυπτική, συμβολική η ποίηση της Μαρίας Σφήκα, διατηρεί τη σχέση αιτίου-αιτιατού αδιάρρηκτη. Τόσο στην αλληγορία της όσο και στην ουσιαστική της αποτύπωση.
Εξαιρετική η απόδοση, σε τρίτο πρόσωπο, του ποιήματος «Ο κυνηγός και η ξωτικιά», (σσ. 12-15). Η αμφισημία της αφήγησης αριστοτεχνική. Μια ιστορία με πολλαπλές αναγνώσεις, που σηματοδοτεί την γνώση και την ικανότητα της αφηγήτριας να επιτρέψει την ελευθερία της ερμηνείας στον αναγνώστη. Θα μπορούσε μέσα σε αυτό το ποίημα να κρύβονται χιλιάδες ιστορίες, όσες και οι εκδοχές των αναγνωστών του. Με την αλήθεια του ποιητή να αναδύεται από τον τελευταίο στίχο: «Το ποίημα βγάζει αίμα», (σελ.15). Κατακλείδα και πρόλογος για τη συνέχεια της αφήγησης.
Στο τρίτο κατά σειρά ποίημα «Χωρίς αιτία κι αφορμή», (σσ. 16,17), ο συμβολισμός και η σημειολογία εκκολάπτονται μέσα στην αφήγηση, της οποίας το νόημα υπερίπταται των στερεοτύπων. Οι εννοιολογικές προεκτάσεις του ελέγχονται από το ανθρώπινο πάθος και ανάλογα κατευθύνονται είτε προς το ιδεατό είτε προς το πραγματικό αιτιατό. Αποδεικτικά σημάδια οι λέξεις, που χρησιμοποιήθηκαν από την παράδοση για την κατανόηση της ιστορίας, του ήθους και του έθους.
Στο ποίημα «Το αίμα στο κεφάλι», (σσ. 18,19), που ακολουθεί, η δημιουργός προσπαθεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά του ήρωά της. Για να περάσει ο αναγνώστης ομαλά στην αρχή των πάντων και να αποδοθούν οι αιτίες «στα εξ ων προήλθαν». Όμως, όταν η πράξη γίνεται παραφροσύνη, όσο και να κυνηγήσεις τη λογική δεν επαρκεί καθώς η τρέλα περισσεύει. Ο πρωταγωνιστής αποκτά διαστάσεις θύτη, τα πάθη του ορίζονται ως ανεξέλεγκτα. Το ερωτικό στοιχείο κατακλύζεται άμεσα από οργή, γίνεται μένος, πηγή εκδίκησης. Το θύμα αποσβολωμένο από την ανίερη συμπεριφορά του συντρόφου της, είναι ανήμπορο ν’ αντιδράσει. Παραδίδεται ψυχικά και σωματικά.
Η βουτιά της δημιουργού στα κατάβαθα της Πίστης αναδεικνύει την πρώτη τακτοποίηση ανυπακοής, με τη μορφή της γυμνότητας («Προπατορικό», σσ. 20,21). Η άνωθεν Φωνή δεν εκδικείται, δεν τιμωρεί, επεμβαίνει για ν’ αποσύρει την μέχρι τότε εύνοια, βάσει της συμπεριφοράς του ανθρώπου. Βαθιά φιλοσοφημένη η ποιητική αφήγηση για την πορεία του ανθρώπινου είδους, την διαιώνισή του στον πλανήτη της έκπτωσης και μοναδικό προνόμιο την επιλογή της λογικής και της εκτίμησης των πραγμάτων, (σελ.21).
Η Μαρία Σφήκα επιλέγει τον τρόπο του εγκιβωτισμού ―ενίοτε και της παρενθετικής πρότασης― για να εντάξει ιστορικά και θεολογικά στοιχεία στους στίχους της. Καθώς, πέρα από λογοτέχνης και ερευνήτρια, είναι και εκπαιδευτικός, με την καθ’ αυτώ έννοια της λέξης.
Τώρα, όσον αφορά στην υπαινικτική υπόδειξη και στον συμβολισμό, η ποιήτρια τα χρησιμοποιεί, δίνοντας τροφή για σκέψη στον αναγνώστη, ώστε ν’ αντιληφθεί τις πραγματικές διαστάσεις των χαρακτήρων της και να κατανοήσει την πορεία τους, («Τεχνητά δάκρυα. [Η συνταγή του Οιδίποδα], σσ. 22-24). Έτσι, τα δάκρυα της συνειδητοποίησης της πράξης αποδίδονται ως λύση ανάγκης, είτε όπου, παρά την «πειστικότητα, το ψεύδος εμφιλοχωρεί» είτε ως «αμοιβή αθώα και ανακουφιστικά», (σελ. 23).
Η έμπνευση της δημιουργού τόσο από το αρχαιοελληνικό έπος όσο και από το παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι είναι εμφανής στη συλλογή. Και τα δύο ως λογοτεχνικά είδη αντλούν το υλικό τους από την ιστορία και από την προφορική λογοτεχνική παράδοση, δηλαδή αυτή που αναπτύσσεται από την ανάγκη του κάθε λαού να διηγηθεί τα βιώματά του, ν’ απαλλαγεί από τα ψυχικά ή συναισθηματικά φορτία του, να συνειδητοποιήσει τις χαρές του, να εκφράσει τις εντυπώσεις και τις σκέψεις του, μέσα από έναν έμμετρο στίχο, που μπορεί εύκολα ν’ απομνημονευτεί.

Η Μαρία Σφήκα χρησιμοποιεί το μέτρο, όπου θεωρεί αναγκαίο, για να διηγηθεί σχεδόν επικά, τα κατορθώματα των «αντί-ηρώων» της. Είναι οι αποσυνάγωγοι, που διεκδικούν χώρο, οι «φτωχοδιάβολοι», που αναμένουν τη Νέμεσι, για να διευθετήσει την ανίερη ατασθαλία της μέθης «από τον εαυτό», τον υπέρμετρο εγωισμό και την υπερβολική αυτοπεποίθηση. Εκείνοι που μιλάνε κρυπτικά, «γεύονται παρηχήσεις/ διαλέγουν συνώνυμα» και «Παραθερίζουν μια εποχή/ που δεν υπάρχει θέρος/ μόνο κακά προγνωστικά» και «/ αντάρα που ζυγώνει», («Πομπηία, 2025 μ.Χ.» σσ. 25-26).

Ακολουθεί το ποίημα «Ιστορία», το οποίο αποδίδεται σε δύο πράξεις: Στην «Ιστορία Ι», που αφορά στην παράδοση των Ελλήνων, ο ποιητής υποβασταζόμενος από νεότερο, μεταφέρει τον λυρισμό με την ποιητική αφήγηση και τον τρόπο της διάδοσης της γνώσης πριν τη γραφή. Η απεύθυνση: «Για πες μου εσύ, νεότερε,/ που βλέπεις και πιο μακριά,/», αναγνωρίζεται ως τέχνημα-επινόηση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, με τον εγκιβωτισμό ιστορικών στοιχείων στο κείμενο της αφήγησης, αλλά και του τρόπου θεατρικής επικοινωνίας, που υιοθέτησε πολύ αργότερα η Κομέντια ντελ Άρτε. Συνδέεται δε με την επικαιρότητα, διαδίδοντας τις «τουριστικές» και μόνο σχέσεις της Κλασικής Ελληνικής Αρχαιότητας με τη σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά μία εντελώς «ανοχύρωτη μνήμη» που ως λήθη επιβάλλεται στη συνέχεια κάθε ένδοξου παρελθόντος, (σελ. 27).
Ο Μάντης και ο ποιητής, διατηρούν μία σχέση που ενώνει τη γη με τον τόπο της «αιώνιας μακαριότητας». Μεταφέρουν τον λόγο, ως ενδιάμεσοι: την παράκληση-ικεσία-δέηση των ανθρώπων προς τους θεούς, αλλά παράλληλα και την επιθυμία-εντολή-επιβολή των θεών στους ανθρώπους. Γι’ αυτό πρέπει να βλέπουν με τα μάτια της καρδιάς, όπως ο τυφλός Τειρεσίας στην αρχαία Ελληνική τραγωδία, (σελ. 28), καθώς, η αλήθεια τυραννά και καίει τα μάτια και δεν αφήνει να δεις τα πράγματα καθαρά, (σελ. 24).
Η «Ιστορία ΙΙ», (σσ. 29-32), διαπραγματεύεται το σήμερα αλλά και το πολύ πρόσφατο παρελθόν. Ξεκινώντας από την μεταπολεμική και αποστομωτική «ημιανάπαυση», προσπερνιόνται τα παραγγέλματα: Προσοχή – παρά πόδα – επ’ ώμου – παρουσιάστε και, λίγο πριν την αναμενόμενη και προετοιμασμένη στόχευση, έρχεται η ανάπαυση και τους ζυγούς λύσατε, παρακάμπτοντας εύλογα την οποιαδήποτε ετοιμότητα: «Και αποθέσαμε τα όπλα/ έτσι εύκολα,// σαν να ’ταν βάρος,/ με μεγάλη προθυμία.//(και τα βιβλία/ ξεφορτωθήκαμε, που το ’γραφαν.), επιμένει η ποιήτρια υποδεικνύοντας, μέσα από τη γραφή της, τη νέα αντίφαση της ιστορίας. Και συνεχίζει: «Κι ας αντιδρούσαν οι παλαιότεροι,/ κι ας φώναζαν/ τα σάρωσε όλα/ μια διάχυτη ευθυμία», (Ιστορία ΙΙ, σελ. 29).
Μέσα από τον στίχο περνάει μία βαθιά αντιπροσωπευτική αφήγηση, που παραθέτει μνήμες στους παλιούς και εξηγεί στους νεότερους την Ελληνική ιστορικο-κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα με ποιητικό τρόπο. Τον “οικονομικό διαφωτισμό”, με την απότομη αλλαγή της αμοιβής εργασίας, που οδήγησε σ’ έναν ύπνο βαρύ, μεθυσμένο, χωρίς όνειρα και μέσα σε μια «ανέφελη ιδιωτική ευτυχία, (σελ.30) –βαθιά συμβολικό το τρίπτυχο: «ρετιρέ, εξοχικό, εορτοδάνειο»– βαθύτερος ο πολιτικός λόγος: Κι όταν ο «ξαφνικός κρότος τους ξύπνησε» και χρειάστηκε η ετοιμότητα, είχαν ξεχάσει «πώς λύνεται,/ πώς δένεται/ η ιστορία», (σελ. 30). Μόνο η λέξη «ελευθερία» κάτι θύμιζε αλλά οι περικεφαλαίες, οι οβίδες, οι όλμοι είχαν γίνει κάνιστρα, ανθοδοχεία «και η σκαλισμένη γλαύκα/ που προστάτευε/» είχε πετάξει μακριά, (σελ. 31).
Ο τρόπος ποιητικής σύνθεσης και αφήγησης μεταφέρει τη συγκίνηση, την απογοήτευση, τον πόνο της λήθης, εκούσιας και ακούσιας, την παρεμβολή στο νέκρωμα του συναισθήματος, τη λησμονιά της υπερηφάνειας, την απογοήτευση του δασκάλου, που παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τη συνέχεια-εξέλιξη του αγώνα του για τη μάθηση, (σσ. 29-32). Θα εκφράσει λοιπόν ο στίχος την απογοήτευση του λόγιου: «Εν είδει πρόληψης/ (για την κατακραυγή)// […]γέμισαν τις βιτρίνες/ αποκριάτικα// τρέσες μεταλλιζέ/ και νέον λαμπιόνια», (σελ. 32).
Στους «Χορτοφάγους», (σσ. 33-35), γίνεται αναφορά για τον τρόπο σκέψης εκείνης της μερίδας ανθρώπων, που έχουν επιλέξει την πνευματική τροφή έναντι της σωματικής. Στην ποίηση της Μαρίας Σφήκα είναι έκδηλη η αντίληψη περί της «αίσθησης ματαιότητας/ και ματαιοπονίας», (σελ. 34). Και πώς εδώ συγκρίνεται η πνευματική τροφή από τα βιβλία επιλογής και τις προσφορές των επαϊόντων του προοδευτικού τύπου. Εθιμικά στοιχεία παρεμβάλλονται και συγκρίνουν συνήθειες και κοινωνικές καταστάσεις ετών, μεταπολεμικές, όπως: το ψητό της Κυριακής, η υπό μάλης φραντζόλα του σύμμεικτου από τον φούρναρη, και οι βραδινές εκπομπές ειδήσεων στην τηλεόραση, που «σερβίρουν έτοιμες/ απόψεις,/ προς μηρυκασμό.», (σελ. 35).
Η Μαρία Σφήκα μέσα από τη συλλογή ποίησή της μας δείχνει μια ολοκληρωμένη εικόνα για την τύχη και ζωή των ανθρώπων κατά τη διάρκεια διαφορετικών καθεστώτων. Από τη θέση του διδασκάλου μεταφέρει και συγκρίνει τα ειδικά θέματα της ιστορίας με εκείνα της σημερινής εποχής, που θα γίνουν ιστορία αύριο.
Το πολύπτυχο έργο «(Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο) Supermarket», (Ι,ΙΙ,III,IV,V,VI, σσ. 36-45) προειδοποιεί τον αναγνώστη για τη μεγάλη ποικιλία και τις ιδιαιτερότητες των επιλογών που διατίθενται. Στο Ι μέρος, η ελπίδα επεκτείνεται ως συμβολισμός στην προσωπική ζωή, και περιλαμβάνει επιλογές που καλύπτουν το προσωπικό γούστο, την ιδιοτροπία, την ανάγκη να ξεχωρίσεις το άπιαστο, το υπερβατικό, εκλεκτό, εξαιρετικό, ό,τι προκαλεί τη συγκίνηση, τέρπει ή, εν γνώσει της, λιμοκτονεί. Αποδίδει μεταφορικά τη στάση της ζωής της δημιουργού χωρίς ημίμετρα, εκπτώσεις ή υποχωρήσεις. Με υψηλά τα ιδανικά της εγκράτειας και της απόλαυσης. Σκέψεις και πράξεις βγαλμένες από την φιλοσοφία της υπέρβασης του έσω εαυτού, της ηθικής δόνησης της ισοζυγίας του γιν και γιαν της εμπειρίας της σκέψης και της επέκτασής της στο ανώτερο σύμπαν ή όλον· το εξαιρετικό του μέλλοντος επίτευγμα, (σελ. 37).

Στο ΙΙ μέρος, μας μιλάει για την επιλεκτική μοναξιά και εκλεκτική επιλογή. Για την απόλαυση της διαγραφής, της απόρριψης, της αποδοχής του ελάχιστου, μπροστά στην πληθώρα της προσφοράς και της ζήτησης, (πχ. «Ό,τι απορρίπτεις,/ σε ενδυναμώνει.»), (σελ. 37).
Στο ΙΙΙ μέρος αποδίδεται η συναίσθηση της κατάστασης, της συνεργασίας, του έσω εαυτού με το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και την κρατούσα κατάσταση περί αξιών και ικανοτήτων. Μιλάει για την ευαισθησία και τη συναίνεση όταν η λεγόμενη κοινή λογική διαφέρει από εκείνη της μάζας, όπως και η πρακτικότητα το ύψος του πνεύματος η αναγνωστική «καταγωγή» και τα διαφορετικά ήθη: «Όταν είναι η φυγή σου άλλη», επιμένει στον στίχο της, (σελ.38).
Στα επόμενα δύο ποιήματα, IV (σελ. 38) και V (σελ. 39), συνεχίζεται ο εσωτερικός διάλογος με τον έσω εαυτό. Η ποιήτρια έχει το χάρισμα να συνδιαλέγεται νοερά με το «Δει» και το «Αξίζειν». Η φιλοσοφία διαπερνά από τη γνώση στην σκέψη της και υλοποιείται με τον απλό τρόπο της αποτύπωσης της γραφής με την συμπαράσταση της λογικής (της φιλοσοφικής σκέψης). Ο συμβολισμός και η σημειολογία της φιλοσοφίας αποτυπώνονται με τη σχέση αιτίου–αιτιατού: «Τα εκλεκτά προϊόντα θα έπρεπε ν’ απονέμονται τιμητικά επί ανδραγαθία, για την αντοχή, την επιμονή, τον ρομαντισμό, (σελ. 39).

Ο κόσμος της Μαρίας Σφήκα είναι κτισμένος με αυστηρά σταθμά, ζυγισμένα για επιλογές επίπονες και όχι ενταγμένες, (IV και V, σσ. 38,39). Σε έναν κόσμο, όπου η αντίληψη, οι αρχές και οι απόψεις, είναι προϊόντα διατίμησης, και όπου η σκέψη καταστέλλεται βάσει προεπιλεχθέντος ορίου, (VI, σσ. 40,41), οι ιδέες της ποιήτριας αναπνέουν «Ενάντια στο μέσο ανάστημα». Ευφυής η σύγκριση της ψυχικής αξίας και πνευματικής ανωτερότητας, του δημιουργού, με τις τιμές προϊόντων ενός πολυκαταστήματος, όπου οι πεποιθήσεις και τα πιστεύω συγχρονίζονται με την ποιότητα και τις αξίες των προϊόντων. Και πάντα πίσω απ’ όλα θα υπάρχει ο εσωτερικός έλεγχος, η ευθύνη για το βάρος της απόφασης, (VII, σελ. 42).
Η ουτοπία του περιτυλίγματος και επομένως ο πιθανός δόλος για τη λάθος επιλογή, είναι επίτευγμα της επιστήμης του marketing, όμως θα βαραίνει πάντα αυτόν που επιλέγει. Εδώ, κατατίθεται ο άκρατος συμβολισμός για ένα ανύπαρκτο, άφαντο, περιεχόμενο (IX, σελ. 43). Ως αντίσταση σε αυτό το κατεστημένο, η δημιουργός μας προτείνει μία άλλη πραγματικότητα, εκείνη της ολιγάρκειας. Ο στίχος ξετυλίγεται αριστοτεχνικά επίκαιρος. Κάποιες φορές, έχω την εντύπωση ότι καθοδηγούμαι μεθοδικά στη φιλοσοφία του Καβάφη, που τον ακούω να απαγγέλει τους δύο τελευταίους στίχους της πόλης του. Κι άλλες ταλαντεύομαι στο πλέγμα της καρυωτακικής σκέψης, ανατρέχοντας στο «Βράδυ» του ποιητή, (X,XI, σελ. 44).
Ο «καθρέφτης», (σελ. 46,47) αποδεικνύει την ικανότητα της δημιουργού να αφηγείται ποιητικά με ρυθμό εν είδει μακαρισμών και να μην παραμένει στα στερεότυπα αλλά να υπερβαίνει τα εσκαμμένα και να δημιουργεί παραβολικά λύσεις για τα ερωτήματα, που αιώνες απασχολούν τη φιλοσοφική σκέψη, (σσ. 46,47). Ο «Συνήγορος (η φωνή) Ι και ΙΙ», (σσ. 48-52) αποτελεί μία υπερασπιστική ελεγεία περί ηθικής και προάσπισης. Την υποστήριξη κάθε αδικημένου πλάσματος: «που ξεκινάει σαν βούισμα/ ενοχλημένης/ μέλισσας», (σελ. 49), και ο βόμβος της γίνεται έμπνευση, γραφή.
Ο υπαινιγμός αναγνωρίζεται στις ποιητικές αναζητήσεις της Μαρίας Σφήκα σαν συμβολιστικό εγχείρημα και υπερβατικό τόλμημα μαζί. Το επιτακτικό του λόγου-στίχου της, συμπράττον με τα ιερά παίρνει τη μορφή παραδοσιακού τραγουδιού –θα μπορούσε κάποιος να το πει και μοιρολόι, μιας και αφορά την αναχώρηση οικείου προσώπου, αγαπημένου. Η δημιουργός παλεύει μεταξύ πολλών θρησκευτικών και φιλοσοφικών εικασιών ή πεποιθήσεων περί της αλήθειας της άλλης ζωής («Ευρυδίκη (επέστρεφε)», (σσ. 53-55), και της απώλειας καθενός, που «υπήρξε πριν υπάρξει», (σελ. 54). Ευφυές το επιχείρημα στους στίχους του τέλους: Επέστρεφε (ή επίστρεφε): / γύρισε πίσω πάλι,// […] – μη μου χρεώνεις, μάτια μου,/ λάθη γραμματικά.»
Τόσο στο ποίημα: «Αδελφότητα των απανταχού γνησίων ποιητών – Όροι εγγραφής», (σσ. 57-59) όσο και στο ποίημα «Ο ποιητής», (σσ. 60,61), η ποιήτρια αναπτύσσει μεταφορικά τις γνώσεις της περί της ποιητικής ανάγκης της γλώσσας αλλά και της προσπάθειας για τελειότητα. Χαρακτηριστικός ο στίχος της: «Στη γειτονιά του, άγνωστος:/ λίγοι αναρωτιούνται// για ’κείνο το παράθυρο/ που μένει φωτισμένο/ ως τα χαράματα, αργά//». Οι μεμυημένοι γνωρίζουν σε ποιόν απευθύνεται.
«Το γιασεμί» ταυτοποιείται ως γνήσιο παραδοσιακό ποιητικό αφήγημα με όλα τα γνωρίσματά του. Σε αυτό συμβάλλει η γνώση λόγω της εντοπιότητας της δημιουργού αλλά και η επιλογή της να παραμείνει στην παράδοση και να μην αλλοτριωθεί. «Το κήρυγμα της παπαρούνας», (σσ.64-66), είναι μία ανάσταση, ωδή στην αναζωογόνηση, με παρομοιώσεις και μεταφορές της λειτουργίας της φύσης. Μία πραγματικότητα που οι άνθρωποι των πόλεων δεν γνωρίζουν.
Στο «Κήρυγμα της παπαρούνας», η παράθεση έξι στίχων από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού και η ειδική αφιέρωση σε αγαπημένο πρόσωπο, σηματοδοτεί την προέλευση της έμπνευσης και την εξαιρετική απόδοση του ποιήματος, (σσ.64-66). Στο ποίημα: «Αγωγή ονείρων», (σσ. 67-71), δημιουργείται μία υπερβατική αποτύπωση διαλόγου μεταξύ του ονείρου και των κηδεμόνων φόβων, που το τιμώρησαν δια βίου/ και ζει μέσα σ’ ένα δωμάτιο-μυαλό// […] με τις λέξεις/ […]// ώσπου να μεταμεληθεί».
Η δημιουργός με έναν ευρηματικό τρόπο, όπως ο αρχαίος ποιητής-γλύπτης μετέφερε στο δικό μας σήμερα τις γνώσεις της εποχής του, προετοιμάζει τη γραφή της για τον μελλοντικό κριτικό της ιστορίας, της ποίησης και γενικά της τέχνης, αφήνοντας πίσω της σκορπισμένες πατημασιές, που ολοένα αλλάζουν αποτυπώματα, («Δεξί κλικ», σσ.72,73). Κι όταν οι απουσίες γίνουν αποδημητικά κι εκείνη η εφηβική έπαρση αποζητήσει τα βήματά τους, σαν όνειρο κάθε τελευταίος στίχος θα συσσωρεύει όλο το πάθος της δημιουργού, με μια ψυχραιμία, που θ’ αμφιβάλει πάντα για το αν το ύστατο αποτύπωμα είναι και το υψηλότερο πριν το τέλος.
Κι αν με ρωτήσει κάποιος τι κράτησα από την περιήγηση αυτή θα πω: Την αγωνία του ποιητή να προστατευθεί από τη γλυκιά γεύση της επιτυχίας, αφήνοντας να φανεί μόνο η υπόνοια της κίνησης στο προτεταμένο πόδι ενός στίχου-αγάλματος.



____________

* Χένρι Ντέιβιντ Θόρο
** Έζρα Πάουντ

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: