Ο ρόλος της ασωτίας

Crossings 2011 της Δάφνης Αγγελίδου (από το εξώφυλλο του βιβλίου).
Crossings 2011 της Δάφνης Αγγελίδου (από το εξώφυλλο του βιβλίου).

Παναγιώτης Κερασίδης, «Ασωτία», Καστανιώτης 2025


Τι είναι, τελικά, η ασωτία; Σπατάλη, ανευθυνότητα, φρενίτιδα ή ροπή στις απολαύσεις και ηθική αλλοτρίωση; Η βιβλική συμπεριφορά του μετανοημένου Ασώτου ή μια απελευθέρωση από πατροπαράδοτα ταμπού που φλερτάρει με τη φιληδονία; Ίσως τίποτε από αυτά αποκλειστικά και, ταυτόχρονα, κάτι από όλα.
Η ασωτία συνιστά μια εκδοχή ευδαιμονίας την οποία επιθυμούμε αλλά και φοβόμαστε να βιώσουμε∙ έναν αντίθετο πόλο της πίστης, με κοινή συνισταμένη τη ζωή. Υιοθετώντας την ασωτία εξασφαλίζουμε μια έμμεση πρόσβαση σε έναν προσωπικό και φυσικό Παράδεισο — απροσδιόριστο, νεφελώδη, αμφιλεγόμενο. Μέσω αυτής, η μελέτη του κόσμου διατρέχει τον συντελεσμένο χρόνο και επιχειρεί να εισδύσει στο ασαφές, το απρόβλεπτο και το μη διαθέσιμο μέλλον, με επίκεντρο τον άσωτο εαυτό που (δυνητικά;) επιστρέφει στο αποξενωμένο του σώμα

Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου
από το σχήμα της σκιάς του.
Να ρίξω ένα νόμισμα χρυσό στο κενό
κλείνοντας στη χούφτα μου την ιστορία του.
Ανοίγοντας το στόμα για να ουρλιάξω
παίζω το τελευταίο κρυφτό κυνηγώντας πεταλούδες.
Για να φιλήσω τη μέλισσα που μου τσιμπάει το μυαλό.
Ράβοντας το σκισμένο πανί του νόστου
που μετράει τον πόνο του ασώτου.
1

Η προφανής θεματική και υφολογική συνάφεια του έργου που μας έχει παραδώσει μέχρι σήμερα ο Κερασίδης συνεχίζεται, όπως μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει, και στη νέα ποιητική του σύνθεση Ασωτία. Πρόκειται για μια στοχευμένη λεκτική εξερεύνηση του αόρατου κόσμου που εδρεύει στο υποσυνείδητο του όντος και το κατευθύνει στην ανωνυμία, τον νόστο, τη φθορά και την ανυπαρξία.
Η περίπλοκη αντίληψη της πραγματικότητας δημιουργεί ένα ποιητικό περιβάλλον, το οποίο επικαλύπτεται από την πρακτικά ανέφικτη θεώρηση του επιμέρους και του συνόλου, του ύψους και του βάθους, του φωτός και του σκότους, της αθανασίας και της θνητότητας. Ο Κερασίδης επιχειρεί να εξασθενήσει —ή και να απορρυθμίσει— τις αισθητηριακές δυνατότητες και να ανατρέψει τη διπολικότητα του φαίνεσθαι και του είναι. Ανασύρει ένα υποκατάστατο αλήθειας και πραγματικότητας και το καταβυθίζει στη σφαίρα της αμφισβήτησης και της φαντασίας. Οι άμορφες εικόνες θυμίζουν ομιχλώδη τοπία, όπου αχνά διακρίνονται τεμαχισμένες, φασματικές, οι λεκτικές αφηγήσεις των ποιημάτων:

Φυσάει ανάμεσα στα κόκαλα ταξιδεύοντας
στον βαθμό που τρέφεται το ον εκ του μη όντος
το λίγο από το λίγο.
Μένει όρθια η σκέψη του βλέμματος
να αλλάζει τις εικόνες που την γέννησαν
στο κλαράκι της ευτυχίας.
2

Ο εσωτερικός και εξωτερικός χαρακτήρας των πραγμάτων άλλοτε συγκλίνει και ενώνει, άλλοτε διαχωρίζει και απομονώνει καταστάσεις, βιώματα και υποθέσεις. Οι λέξεις αιχμαλωτίζουν και ταυτόχρονα δικαιώνουν την ύπαρξή τους ως εργαλεία μνημονικών αναπαραστάσεων. Γενικώς, πρόκειται για μια θεώρηση που, ενώ προβάλλει κλασικούς όρους, οδηγεί τις λέξεις να παρανομήσουν: να εμφανίσουν ή, κυρίως, να αποκρύψουν τάσεις και θέσφατα.
Ο άσωτος, καθηλωμένος στα δεκανίκια του νόστου, αντλεί δύναμη από την αυτοεξορία του. Από μια άλλη οπτική, ωστόσο, ο άσωτος είναι αποτέλεσμα επιλογής του ξενιτεμένου από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο εκπατρισμός από τη γενέθλια χώρα και η αποβολή από το σώμα αποπνέουν θλίψη και αισθήματα εξορίας, ενώ ο επαναπατρισμός επικεντρώνεται στην επιστροφή του εξόριστου σώματος μέσα στο σώμα, στον κατ’ επιλογήν άσωτο εαυτό. Γι’ αυτό, καταφυγή του εκτοπισμένου είναι η ασωτία: η απορριπτική πρακτική, η ένδοξη ήττα, ισοδύναμη και, γιατί όχι, πιο συμπαθής από οποιαδήποτε νίκη.


Δονούν το στήθος άλογα.
Πελαγοδρομούν στο λυκόφως.
Δεν τα εμποδίζει καμία πιθανότητα σκιάς,
είτε του καλπασμού είτε του μαύρου σύννεφου.
Να τερματίσουν κάποτε στις αμμουδιές
για να ανασάνει η ήττα που τρέφει την ορμή τους,
ώστε η ταχύτητα που πάλλει τον αφροδισιασμό τους
να κρατήσει ακμαίο τον λυρισμό του τέλους.
Το κορμί να βγάζει την κραυγή του
και στην ακμή και στην παρακμή του
.3

Η ποιητική σύνθεση Ασωτία καταργεί τους μονολόγους και εγκαθιδρύει την πολυφωνία. Προσεγγίζει την άρση χωρίς να αγνοεί τη θέση. Διατρέχει επιμελώς όλα τα ενδεχόμενα παραθέματα, βηματίζει κάνοντας σημειωτόν και ακινητεί βηματίζοντας προς το ακαθόριστο και το ανοίκειο. Ως μικρογραφία του συνεχούς, ανακυκλωτικού τρόπου που καθορίζει την ποιητική πράξη, τα καταληκτικά «Χαλάσματα» διατηρούν μια δυναμική παρουσία στον ενεστώτα, ενδεικτική της αισιόδοξης εντέλει αντιμετώπισης της φθοράς και της οδύνης απέναντι στη μέγιστη συμφορά, την ανυπαρξία: «βυθίζεσαι στο πένθος σαν κάποιος άλλος» (σ. 70).
Κατά κανόνα, η ποιητική περσόνα του Κερασίδη δεν αφήνεται αμαχητί στην πτώση· ανορθώνεται και επιμένει. Η ασωτία μετασχηματίζεται σε μορφή σωτηρίας, μέσω επινοήσεων που επιτρέπουν την επιβίωση· τα «κάρβουνα θυσίας» γίνονται «κάρβουνα ζωής» και ο τοξοβόλος ανοίγει και επουλώνει πληγές που αντικατοπτρίζονται στην ψυχή του.


XVII Ανθίζει το κλαρί/ να μισοκρύψει τη σχισμή που ανοίγει η λαχτάρα.
XVIII Λαχτάρα που έμεινε στη γλώσσα.
XIX Δεν υπάρχουν όργανα/ να παίξουν τη γλώσσα της λαχτάρας/ να σιωπήσει η λαχτάρα.
XX Η λαχτάρα δεν έχει γλώσσα./ Αφήνει ίχνη και τα σβήνει./ Μουντζούρα που ανάβει κάρβουνα ζωής.
4

Θυμός και χαρά συνωθούνται στο εύρος του στίχου («Να παίξουμε… βρίζοντας και γελώντας», σ. 17), ενώ οι σοβαρές αποφάσεις επαφίονται στο απελεύθερο ενδεχόμενο και στο τυχαίο. Η συστηματική απόκρυψη συμβατών εικόνων, η παρεμβολή του αστάθμητου παράγοντα και, εν μέρει, του παραλόγου παραπέμπουν στους δεσπόζοντες κανόνες που ενεργοποιούν τις επικοινωνιακές οδούς ανάμεσα στις συγκαλυμμένες προθέσεις του ποιητή και στην προσληπτική ετοιμότητα του αναγνώστη.
Οι μακροπερίοδοι φράσεις αναστέλλουν την πραγματολογική συναντίληψη και μετατοπίζουν την πρόσληψη από την κατανόηση στη βίωση. Ο Κερασίδης επιμένει στη βιωματική, και όχι στην ερμηνευτική, προσέγγιση της ποίησης, διατηρώντας συχνά δυσπρόσιτο το νοηματικό του φρούριο. Παράλληλα, δεσπόζουσες έννοιες από προηγούμενα ποιήματα ή συλλογές επανέρχονται αυτούσιες ή αναμορφωμένες εν είδει καταβολάδας σαν μια ιδιαίτερη μορφή διακειμενικότητας, ενώ η ευρεία χρήση της επιρρηματικής μετοχής λειτουργεί ως δομικό υλικό ενεργητικής και παθητικής σύνταξης.

Συνομιλώντας περί ανέμων και υδάτων,
παίζοντας με τις προθέσεις,
το επερχόμενο συγκρούεται με το εξερχόμενο
για να καταστεί εισερχόμενο
και κάποτε να αναβαθμιστεί σε περιεχόμενο.
Κοινώς, να γίνει λέξη που ψάχνει τη μορφή της.
Εντός, εκτός και επί τα αυτά.
5

Ο Κερασίδης, εξισώνοντας την ανθρώπινη μοίρα, εξομοιώνει το δωρικό με το αττικό. Οι τεφροδόχοι, ανεξαρτήτως τεχνοτροπίας, περιέχουν υπολείμματα καύσεων από εξόριστους ανθρώπους που είτε απέφυγαν σκόπιμα είτε, λόγω αμφιταλάντευσης, διστάζουν να αποφασίσουν την επιστροφή στην Ιθάκη του εαυτού τους. Είναι οι άσωτοι, οι γόνοι της ασωτίας, οι ευνοημένοι της ατυχίας τους. Γι’ αυτό και ο στίχος «Τίποτα δεν γίνεται/ Αλλά κι αυτό που γίνεται δεν γίνεται./ Ίσως έτσι αρχίσει κάτι που να ξαναγίνεται.» [σ. 22] περιγράφει την πιθανότητα να γεννηθεί ένα ποίημα που να το «ψελλίζουν άστεγοι στις όποιες εσοχές του κόσμου» [σ. 23].
Οι στιγμές απαισιόδοξης ενατένισης του κόσμου και της ανθρώπινης μοίρας («Θέατρο», «Μνηστήρες του νόστου», τα μεταφερόμενα από συλλογή σε συλλογή κυπαρίσσια κ.ά.) υφίστανται επειδή ο κορμός, το σώμα, αποκόπτεται από τις ρίζες του, αλλά αναθεωρούνται μόλις ο άνθρωπος αντιληφθεί ότι δεν κινδυνεύει από τον θάνατο, κινδυνεύει από την κατάκτηση της αθανασίας — και ότι ο θάνατος είναι μια κληρονομημένη δυνατότητα που ο καθένας πρέπει να αποδέχεται.


Ζώο άσωτο που περιφέρεται γύρω από τον εαυτό του
μέχρι να βρει την ευθεία του.
Να το συνθλίψει η αθανασία του.
6

Ένας βράχος, ακίνητος, βαρύς, σπινθηροβόλος, γεφυροποιός, βρεγμένος, ανθισμένος κατά παράβαση των φυσικών νόμων, δεσπόζει στο παραθαλάσσιο τοπίο ως συμβολικός αυτόπτης και διακοσμεί δέκα περίπου ποιήματα. Μέσω του βράχου, ο αναγνώστης ταξιδεύει στο μυστηριώδες «ζωντανό κενό» των συμπαγών όγκων. Η παρουσία του παραπέμπει στους γιαπωνέζικους βραχόκηπους και ενεργοποιεί υποδόριους μηχανισμούς εγρήγορσης για την κυριαρχία του αναπάντεχου στο τετριμμένο. Κυριαρχία του σώματος («το βάρος της απόδειξης το έχει πάντοτε το σώμα» [σ. 27]), που βρίσκεται σε συνεχείς ιδεολογικές συγκρούσεις με την ηθική διάσταση της ασωτίας. Το σώμα δεν αποκαλύπτει αντιφάσεις αλλά ποικιλότητα και αρμονική ανομοιομορφία στα αυτονόητα της ζωής. Για τον Κερασίδη, η ασυμβατότητα («νηνεμίας και τρικυμίας» συνύπαρξη) είναι συμβατή με την ελευθερία του σώματος, ώστε αυτό να απελευθερωθεί και να επιδιώξει την υπέρβαση.


Χειρονομίες μαέστρου στη γέφυρα των βράχων
επιχειρούν να ισορροπήσουν αντικρουόμενες σκέψεις.
Να χαλιναγωγήσουν αέρηδες που ξέφυγαν
από τα φτερά των αετών
για να υμνείται το χέρι που κινεί ήχους παλιούς και νέους.
7

Οι πέντε ενότητες της ποιητικής σύνθεσης —Μερίδιο ανωνυμίας, Μνηστήρες του νόστου, Ασωτία, Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου, Χαλάσματα— συνδέονται υπό το πρίσμα της ασωτίας. Παρά τις διευκρινιστικές επενδύσεις της με σαφείς έννοιες όπως ο νόστος, η φύση, το σώμα, η ουτοπία, η ελεύθερη βούληση και η ενδοσκόπηση, το περιεχόμενό της παραμένει υποθετικό. Για παράδειγμα η ασωτία εξισώνεται με την ελευθερία· έννοια που συνθέτει αλλά και ακυρώνει την ασωτία ως λήμμα του συμβατού λεξιλογίου. Πρόκειται για προσωπική επινόηση, που διευκολύνει τη λειτουργία της συγκεκριμένης ποίησης, η οποία, όπως και σε άλλα έργα, οικοδομείται σε ομόκεντρους κύκλους, με έναν πυρήνα που παραμένει σταθερός σε όλη τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας.

Οι προσεγγίσεις του Κερασίδη, διατυπωμένες σε μια αισθητικά άρτια ποιητική μορφή, συνιστούν ένα μίγμα λογικών και παρα-λογικών θεωρήσεων, που ενεργοποιούν ελλείψεις, απώλειες, επιθυμίες και πένθη της ανθρώπινης εμπειρίας. Η ασωτία δεν λειτουργεί ως ηθική παρέκκλιση, αλλά ως παρηγορητικός μηχανισμός επιβίωσης. Εξομαλύνει αντιφάσεις και καταλύει περιορισμούς, επιτρέποντας μια ασπρόμαυρη —και εκ διαμέτρου αντίθετη— θεώρηση της ζωής και του χαρακτήρα των όντων. Το σώμα αποκτά τη δυνατότητα να διαφύγει από τον εαυτό του και να επιστρέψει ανανεωμένο, υποστηριζόμενο από τις καινοφανείς καταστάσεις της παρηγορητικής ασωτίας. Πρόκειται για μια μεταφυσική εικονοποιία που αντανακλά την πολυπλοκότητα της κοινωνίας, η οποία βιώνει «τόσο δύσκολους καιρούς που είναι τα πάντα εύκολα» [σ. 47].


Ατίθασα δάχτυλα στα πανιά του νόστου
κεντούν διχάλα διονυσιασμού και αναστοχασμού.
Λυσιτελές ναυάγιο ο ένας δρόμος,
σκελετός μύθου στο κορμί ο άλλος.
8



____________________

1. «Θέλω να βρω το κυπαρίσσι μου» IV», σ. 60.
2. «Το λίγο», σ. 35.
3. «Άλογα», σ. 34.
4. «Χαλάσματα XVII-XX», σ. 71.
5. «Παίζοντας με τις προθέσεις», σ. 37.
6. «Του νόστου», σ. 46.
7. «Χειρονομίες μαέστρου», σ. 32.
8. «Άλογα», σ. 34.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: